18/12/08

Η νέα ανατομική [42]

Καθώς οι συνεχιστές του έργου του Βεσάλιου προχωρούν σε όλο και πιο ακριβείς ανατομικές μελέτες, δεν διορθώνουν απλώς τα σφάλματα των παλαιοτέρων, αλλά προχωρούν συνεχώς και σε νέες ανακαλύψεις, θεμελιώδους σημασίας. Έτσι, ενώ συμπληρώνεται η μορφή της νέας ανατομικής, τοποθετούνται ταυτόχρονα, όλο και πιο σταθερές, οι βάσεις για μια νέα φυσιολογία που εγκαινιάζεται με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος από τον Χάρβεϊ. Τα πρώτα όμως βήματα είναι δύσκολα. Λείπουν ακόμα αρκετά στοιχεία που, σε συνδυασμό με τη νέα έννοια της κυκλοφορίας, να είναι σε θέση να αποτελέσουν ένα πλήρες σύστημα με τόση οργανική ενότητα όση θα χρειαζόταν για να μπορέσει να αντιταχθεί στο σύστημα φυσιολογίας του Γαληνού, που παρά τα λάθη του ήταν οικοδομημένο κατά τρόπο άρτιο. Οι απόψεις του σοφού της αρχαιότητας, τόσο για την ανατομική όσο και για τη φυσιολογία, αποτελούσαν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο, όπου το κάθε τι κρατούσε τη σταθερή του θέση και τίποτα από τα γνωστά δεν παραλειπόταν. Δεν έφτανε λοιπόν μόνον η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος για να το κλονίσει. Έπρεπε να ανοικοδομηθεί πάνω στις νέες βάσεις ένα εξίσου άρτιο σύστημα, με όλα τα δεδομένα του συστήματος του Γαληνού, με πληρότητα, συνεκτικότητα και δύναμη. Όπως είπαμε όμως πιο πάνω, έλειπαν ακόμα πολλά στοιχεία.
Στην αναζήτηση των στοιχείων αυτών ακριβώς βλέπουμε να έχουν αφοσιωθεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι εκπρόσωποι της «νέας» ανατομικής. Ξεκινώντας από τη νέα ιδέα της «μηχανής», που αντικατάστησε την αντίληψη της «κατασκευής», αφενός συνεχίζουν τον παραδοσιακό δρόμο της ανατομικής του ανθρωπίνου σώματος κι αφετέρου στρέφονται προς τη ζωοτομία, την «έμψυχη ανατομική», σε αντίθεση προς τη «στατική ανατομική» που εκπροσωπούσαν ο Κανάνο, ο Βεσάλιος και οι συνεχιστές τους.
Ζωοτομίες, όπως ξέρουμε από τα προηγούμενα, είχαν γίνει (πιθανώς και σε κατάδικους) από την αρχαιότητα, από τους Αλεξανδρινούς (Ερασίστρατος, Ηρόφιλος) και τον ίδιο τον Γαληνό, ο οποίος είχε εκτελέσει πολύ σπουδαία πειράματα σε ζωντανά ζώα: είχε προβεί σε περίδεση των ουρητήρων, είχε κόψει αρτηρίες και εισαγάγει στο εσωτερικό τους σωληνίσκους κλπ. Παρά το γεγονός όμως ότι δεν πρόκειται για «στροφή», αλλά για «επιστροφή» στη ζωοτομία, οι μέθοδοι της εκτέλεσής της έχουν αλλάξει. Ο νέος ανατόμος όσο κι αν επιστρέφει σε μια παλιά μέθοδο, είναι σαν να κάνει κάτι καινούργιο, πολύ διαφορετικό από την αρχαία εμπειρία της ζωοτομίας. Ο νέος παράγοντας που έχει μεσολαβήσει για να γίνει δυνατή η μεταβολή αυτή είναι η ανακάλυψη του Χάρβεϊ.
Οι συνθήκες για την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος είχαν τόσο ωριμάσει, ώστε να βλέπουμε και πολλά άλλα ονόματα να την διαισθάνονται, να την αναζητούν, να την προβλέπουν. Έτσι, οι έρευνες παίρνουν ορισμένη κατεύθυνση, που αρκεί κανείς να την ακολουθήσει για να συλλάβει όλη την κατοπινή εξέλιξη σαν λογική συνέπεια του δρόμου που η επιστήμη ακολουθούσε. Εδώ όμως δεν πρόκειται πια για μεμονωμένες αναζητήσεις. Όλος ο επιστημονικός κόσμος ακολουθεί το νέο δρόμο που χάραξαν οι ανακαινιστές της ανατομικής και οι αντιλήψεις του Βάκωνα, του Γαλιλαίου και του Καρτέσιου.

Ο ΓΚΑΣΠΑΡΕ ΑΖΕΛΛΙ
Δεν είναι συνεπώς καθόλου παράξενο το ότι μερικές από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις έγιναν ακριβώς στο δρόμο που χάραξε τον προηγούμενο αιώνα ο Βεσάλιος. Μια από αυτές τιμά έναν ταπεινό άνθρωπο, αλλά και πολύ ικανό ανατόμο: τον Γκασπάρε Αζέλλι, που γεννήθηκε στην Κρεμόνα το 1581, σπούδασε στην Παβία (υπήρξε πιθανώς εκεί μαθητής του Λεόνε) και στα 60 του χρόνια είχε τη θέση του αρχιχειρουργού των ισπανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στην Ιταλία. Τη θέση αυτή κράτησε ως το 1624, όταν ανέλαβε την έδρα της ανατομικής στο πανεπιστήμιο που είχε σπουδάσει. Ένα μόλις χρόνο μετά το διορισμό του, το 1625, ήρθε ο θάνατος να διακόψει το διδακτικό του έργο, σε ηλικία 45 ετών.
Ο διορισμός του στην έδρα της ανατομικής στην Παβία ήταν ο καρπός της μεγάλης φήμης που απέκτησε με μια του ανακάλυψη, που πραγματοποιήθηκε μπροστά σε μερικούς από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους του ιατρικού και διπλωματικού κόσμου του Μιλάνου των χρόνων εκείνων. Όλοι αυτοί που ήταν οι φίλοι του, τον είχαν καλέσει να εκτελέσει αυτοπροσώπως μια σειρά πειραμάτων ζωοτομίας. Σ’ ένα από τα πειράματα αυτά, που γινόταν σ’ ένα σκύλο ζωντανό, και την ώρα που χαμήλωνε τη μάζα των εντέρων για να φανούν οι κινήσεις του διαφράγματος, πρόσεξε «πολυάριθμα... λεπτότατα και κατάλευκα κορδονάκια, θα έλεγε κανείς, που διακλαδώνονται σε όλο το μεσεντέριο και τα έντερα, με ατέλειωτες σχεδόν διακλαδώσεις». Πήρε ένα κοφτερό νυστέρι κι άνοιξε ένα από τα κορδονάκια αυτά, όταν είδε να τρέχει από μέσα του ένα λευκό υγρό «όμοιο με γάλα ή ανθόγαλα».
Και φωνάζοντας «εύρηκα» κάλεσε τους φίλους του να θαυμάσουν το καινούργιο εύρημα. Μόλις σε λίγο ο σκύλος πέθανε, τα αγγεία αυτά άδειασαν και εξαφανίστηκαν.
Την άλλη μέρα ο Αζέλλι επανέλαβε το πείραμα, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό: τα κατάλευκα κορδονάκια, που τόσο καλά φαίνονταν την προηγουμένη, δεν υπήρχαν πουθενά. Αναζητώντας μια εξήγηση του φαινομένου, ο Αζέλλι θυμήθηκε ότι ο σκύλος που είχε ανοίξει την προηγουμένη ήταν «καλοθρεμμένος και είχε φάει άφθονα», ενώ ο δεύτερος ήταν «αδύνατος και νηστικός». Υποπτευόμενος ότι η αιτία πρέπει να βρίσκεται στο τάισμα του ζώου, πήρε έναν τρίτο σκύλο, καλοθρεμμένο κι αυτόν, τον τάισε άφθονα κι όπως έγραφε ο ίδιος, περιγράφοντας τα πειράματά του: «η ελπίδα μου δεν προδόθηκε... τα λευκά κορδονάκια ήταν εκεί, φανερά, όπως την πρώτη φορά».
Τα κατοπινά πειράματα του Αζέλλι σε γάτες, πρόβατα, μοσχάρια, χοίρους, ακόμα και άλογα, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώνουν την ανακάλυψή του: σε όλα τα είδη αυτά των ζώων έβλεπε κανείς τα ίδια λευκά κορδονάκια, περισσότερο ή λιγότερο διογκωμένα και εμφανή, ανάλογα κυρίως με την ποσότητα λίπους που υπήρχε στο μεσεντέριο. Επρόκειτο για τα χυλοφόρα αγγεία.
Αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του Αζέλλι στη νέα ανατομική, συμβολή θεμελιακή, σε σημείο που κατά τη γνώμη μερικών, αν ο Χάρβεϊ γνώριζε την ανακάλυψη του Αζέλλι, θα διέθετε ένα έγκυρο στοιχείο υπέρ της θεωρίας του για την κυκλοφορία του αίματος.
Το έργο που περιείχε όλα τα στοιχεία για τη νέα ανακάλυψη, δημοσιεύτηκε από τους φίλους του Αζέλλι, που είχαν παρευρεθεί στο αξιομνημόνευτο εκείνο πείραμα, δυο χρόνια μετά το θάνατό του κι ένα χρόνο πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου του Χάρβεϊ «Περί της κινήσεως της καρδιάς». Στο έργο όμως αυτό αποκαλύπτεται και η αδυναμία του ερευνητή να δώσει τη σωστή ερμηνεία στο σημαντικό του εύρημα. Πιέζει την ανακάλυψή του μέσα στα πλαίσια του ανατομοφυσιολογικού συστήματος του Γαληνού και υποστηρίζει ότι τα αγγεία αυτά συρρέουν στο ήπαρ, κεντρικό όργανο για την παραδοσιακή ιατρική. Από το σύστημα αυτό, κι αν ακόμα ο Αζέλλι είχε το θάρρος, δεν είχε όμως τις δυνατότητες να απομακρυνθεί. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ότι το έργο του Χάρβεϊ, το μόνο ικανό να οδηγήσει τη σκέψη του προς νέες κατευθύνσεις, δημοσιεύθηκε 3 χρόνια μετά το θάνατό του. Και τι περιείχαν τα αγγεία αυτά κατά τον Αζέλλι; Γάλα, που από το ήπαρ περνούσε στη συνέχεια στους μαστούς!

Ο ΖΑΝ ΠΕΚΕ
Στο Γάλλο Ζαν Πεκέ (1622-1674) ανήκει η τιμή της ανακάλυψης ότι τα χυλοφόρα αγγεία δεν εκβάλλουν στο ήπαρ, αλλά σε ιδιαίτερο σχηματισμό, τη χυλοφόρα δεξαμενή, από όπου, διαμέσου του θωρακικού πόρου, το περιεχόμενό τους χύνεται στο αίμα. Ο Πεκέ όμως έχει μπραστά του το έργο του Χάρβεϊ «Περί της κινήσεως της καρδιάς», που είχε δημοσιευθεί πριν από 6 κιόλας χρόνια, άσχετα από το γεγονός ότι οι βίαιες πολεμικές, γύρω από τις αντιλήψεις του, ήταν ακόμα σε πλήρη ανάπτυξη.
Ο Ζαν Πεκέ δημοσίευσε τα «Ανατομικά πειράματά» του, στα οποία περιγράφει τις ανακαλύψεις του, το 1651 στο Άρντερβικ.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Ένα χρόνο αργότερα, ένας φοιτητής του πανεπιστημίου της Ουψάλα, ο Όλαφ Ρούντμπεκ, δημοσιεύει, σε ηλικία 22 μόλις ετών, μια μελέτη «Περί της κυκλοφορίας του αίματος» και τον επόμενο χρόνο άλλη μία με τον τίτλο «Νέα ανατομική άσκηση, που δείχνει τους υδατικούς ηπατικούς πόρους». Στα έργα του αυτά ανακοινώνει μια μεγάλη ανακάλυψη, που είχε πραγματοποιήσει το 1651: τη διάκριση ανάμεσα στα χυλοφόρα και στα λεμφικά αγγεία. Η ανακάλυψη αυτή έγινε αφορμή να του προσφερθεί η έδρα της ανατομικής στο πανεπιστήμιο που σπούδασε και που μέχρι τότε κατείχε την έδρα της βοτανικής. Ο Ρούντμπεκ πέθανε το 1702, συνεχίζοντας τη βίαιη αντιδικία του με έναν άλλο ερευνητή, το Δανό Τόμας Μπαρτολίν (1616-1680), γιο επίσης μεγάλου ανατόμου, για την προτεραιότητα της ανακάλυψης των λεμφικών αγγείων.
Ο Μπαρτολίν είχε σπουδάσει στο Λέιντεν, την Πάδοβα και τη Νάπολι. Σ’ αυτήν την τελευταία είχε δάσκαλο τον Μάρκο Αντόνιο Σεβερίνο, ευφυή νεωτεριστή και υπέρμαχο της μικροσκοπικής ανατομικής.
[1] Όταν γύρισε στην Κοπεγχάγη, όπου είχε γεννηθεί, ανέλαβε πρώτα την έδρα των μαθηματικών και στη συνέχεια της ανατομικής, που την κράτησε ως το 1661.
Οι σπουδαιότερες ανακαλύψεις του περιέχονται στο βιβλίο του «Αναμορφωθείσα Ανατομική» (Λέιντεν, 1919). Στο έργο αυτό δεν έχουμε μόνον την πρώτη πλήρη περιγραφή του λεμφικού συστήματος, αλλά (και αυτό είναι το σπουδαιότερο) την τέλεια σύλληψη των σχέσεών του με το αιμοφόρο σύστημα, για το οποίο παραδεχόταν τη θεωρία του Χάρβεϊ.
Η πολεμική μεταξύ Ρούντμπεκ και Μπαρτολίν δεν εκπλήσσει. Η ωρίμανση των συνθηκών εκείνων που προετοιμάζουν μια ανακάλυψη, έχει σαν αποτέλεσμα περισσότερα πνεύματα να φτάνουν συγχρόνως στο ποθητό τέρμα, οπότε το πρόβλημα της προτεραιότητας ανακύπτει μοιραία. Δυστυχώς, τέτοιου είδους πολεμικές ποτέ δεν οδήγησαν έστω και στη μικρότερη επιστημονική κατάκτηση.

Απομένει πάντως ένα γεγονός. Στο Οσπεντάλε ντε λα Κουσολατσιόνε της Ρώμης υπάρχει ένας πίνακας καμωμένος σύμφωνα με τις οδηγίες του Γκουλιέλμο Ρίβα (1627-1677), διδασκάλου της ανατομικής στην αιώνια πόλη. Ο πίνακας αυτός παριστάνει ολόκληρο το σύστημα των χυλοφόρων, λεμφικών και αιμοφόρων αγγείων. Είναι τόσο ακριβής, ώστε θα μπορούσε να έχει τη θέση του και σ’ ένα σύγχρονο βιβλίο. Από αυτό μπορούμε να καταλάβουμε ότι η μεγάλη ανακάλυψη του Χάρβεϊ δεν είναι πια ένα μεμονωμένο γεγονός. Έχει ενταχθεί σ’ ένα ευρύτερο σύστημα, ικανό να αποτελέσει τις βάσεις μιας νέας φυσιολογίας.

[1] Το μικροσκόπιο μπορεί να θεωρηθεί σαν έμβλημα της επιστήμης του 17ου αιώνα.

Η πρόοδος της ανατομικής [41]

Η γένεση της μικροσκοπικής ανατομικής τον 17ο αιώνα είναι αναμφισβήτητα ένα γεγονός θαυμαστό όχι μόνο για την επιστήμη του αιώνα αυτού, αλλά και για όλη τη νεώτερη επιστήμη. Ένας μεγάλος αριθμός ερευνητών, όπως ο Μαλπίγγι, ο Οντιέρνα, ο Μπορέλ, ο Ρούις, ο Λέβενχουκ και άλλοι λιγότερο γνωστοί, σκύβουν στο μικροσκόπιο κι ανακαλύπτουν έναν καινούργιο κόσμο. Την ίδια ακριβώς εποχή μια άλλη ομάδα επιστημόνων συνεχίζει το δρόμο του Βεσάλιου, του Φαλλόπιο και του Ευστάχιου, των μεγάλων ανατόμων του 16ου αιώνα, επιδιώκοντας μια όλο και πιο ακριβή περιγραφή της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος.
Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί τη σημασία της παραδοσιακής αυτής αντιμετώπισης του θέματος, μια κι η ακριβής περιγραφή της κατασκευής της ανθρώπινης μηχανής είναι «εκ των ουκ άνευ» προϋπόθεση για την κατανόηση όχι μόνον της μορφής, αλλά και της λειτουργίας της. Υπό την επίδραση των νέων επιστημονικών αντιλήψεων που διακήρυξαν ο Βάκων, ο Καρτέσιος κι ο Γαλιλαίος και χάρη στις ριζικές διαρθρώσεις που είχαν επιφέρει οι ανατόμοι του 16ου αιώνα στις παραδοσιακές περιγραφές διαφόρων οργάνων του σώματος, ο δρόμος ήταν κιόλας ανοικτός για τους ανατόμους του 17ου αιώνα.
Τι σήμαινε το έργο των ανατόμων του αιώνα που προηγήθηκε, φαίνεται μόνον από το ρόλο που έδειξε στη μελέτη της κίνησης του αίματος και στη σύλληψη της έννοιας της κυκλοφορίας του η ανακάλυψη ότι το μεσοκοιλιακό διάφραγμα, που χωρίζει τη δεξιά από την αριστερή κοιλία της καρδιάς, είναι στεγανό. Όταν αντιληφθούμε ποια υπήρξε η συμβολή της ανακάλυψης αυτής στην περαιτέρω τοποθέτηση κάθε ανατομοφυσιολογικού προβλήματος, μόνον τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε στις σωστές της διαστάσεις την προσφορά των ανατόμων του 16ου αιώνα. Ανάλογη υπήρξε η συμβολή και των ανατομικών παρατηρήσεων στο μικροσκόπιο και των πρώτων μικροβιολογικών προσπαθειών, που αποτέλεσαν κίνητρα για να συνεχιστεί με ενθουσιασμό ο δρόμος των ανατόμων της Αναγέννησης, ο δρόμος της έντεχνης και λεπτολόγου ανατομικής, που χωρίς αυτήν δεν ήταν δυνατόν να τελειοποιηθεί η έρευνα στο μικροσκόπιο. Ο δρόμος αυτός άρχιζε από τον ντα Βίντσι και συνεχιζόταν με τον Βεσάλιο και τους διαδόχους του.
Έτσι ζούμε μια διπλή κίνηση στο χώρο της ανατομικής τον 17ο αιώνα. Από τη μια έχουμε την επανάσταση σχετικά με την έννοια της λειτουργίας, τη γέννηση της έννοιας της λεπτής κατασκευής και την απόρριψη των «δυνάμεων» και της έννοιας του «άνυφου παρεγχύματος», που αποτελούσαν σταθερό πλαίσιο για το άκαμπτο ανατομοφυσιολογικό σύστημα του Γαληνού. Από την άλλη έχουμε μια ριζική και χωρίς διακοπή αναθεώρηση των ανατομικών περιγραφών των διαφόρων οργάνων του σώματος. Το αποκορύφωμά της υπήρξε η ολοκληρωτική ανασυγκρότηση της ανατομικής επιστήμης υπό το σύνθημα της άρνησης της παράδοσης.
Δεν επρόκειτο όμως για μια ολοκληρωτική άρνηση εκ των προτέρων, αλλά κατά βάση για την απελευθέρωση από το αβάστακτο βάρος της αυθεντίας των αρχαίων, και αυτή βασισμένη πάνω στη θετική και βαθιά τους γνώση, που τόσο έλειπε από τους οπαδούς του Αριστοτέλη και του Γαληνού, της Ευρώπης του 16ου αιώνα.
Από την τέλεια γνώση των αρχαίων κειμένων και τον άμεσο έλεγχο της αξιοπιστίας τους πάνω στο πτώμα, από όπου ξεκινούσε μια αυστηρή, αλλά και φωτισμένη κριτική, ξεπήδησε η νέα επιστήμη. Η εντατική εργασία στο ανατομικό τραπέζι δεν περιοριζόταν στην κριτική των παλαιών συγγραφέων, θετική, όταν οι περιγραφές τους ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και αρνητική, σε κάθε περίπτωση εξακρίβωσης σφαλμάτων. Οδηγεί ακόμα στην ανακάλυψη νέων οργάνων, που είχαν διαφύγει της προσοχής των αρχαίων ανατόμων ή τους ήταν τελείως άγνωστα, μια και δεν εργάζονταν σε ανθρώπινα σώματα, αλλά σε σώματα ζώων. Από αυτό το τελευταίο αποκαλύπτεται ότι ο ανατόμος του 16ου αιώνα δεν είχε εξαντλήσει το έργο του. Για την ακρίβεια είχε αρχίσει απλά ένα έργο, που βρήκε την ολοκλήρωσή του τον 17ο αιώνα.

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Όταν ο Μπορέλλι δικαιολογούμενος στον Μαλπίγγι (από τον οποίο είχε λάβει δυο επιστολές για τους πνεύμονες), που δεν μπόρεσε να διακρίνει τα μικρά εκείνα πραγματάκια στο βάθος των κυψελίδων (προφανώς τα τριχοειδή) των πνευμόνων των βατράχων, απέδιδε το γεγονός στην αδυναμία των ματιών του νεαρού βοηθού του, εννοούσε προφανώς τον Μπελλίνι. Ο Φλωρεντίνος Λορέντσο Μπελλίνι, γεννημένος το 1643 και μαθητής του Μπορέλλι και του Ρέντι στην Πίζα, ήταν στα 20 του κιόλας χρόνια καθηγητής της φιλοσοφίας και της θεωρητικής ιατρικής στο πανεπιστήμιο αυτής της πόλης! Σύντομα όμως άλλαξε την έδρα του με την έδρα της ανατομικής, πράγμα που οφειλόταν είτε στη φήμη του ως ανατόμου είτε στην εύνοια του Μεγάλου Δούκα Φερδινάνδου Β'. Όταν, πέφτοντας σε δυσμένεια, αναγκάστηκε να πάει στη Φλωρεντία, εξάσκησε το επάγγελμα του γιατρού με τόση επιτυχία, ώστε κατέλαβε τη θέση του προσωπικού γιατρού του διαδόχου του Φερδινάνδου, Κόζιμο Γ', και έγινε ιατρικός σύμβουλος του Πάπα Κλήμη ΙΑ'.
Το όνομα του Μπελλίνι, εκτός από τις θεωρίες του (υπήρξε ενθουσιώδης οπαδός των ιατρομηχανικών και των ιατροχημικών, συγχρόνως, αντιλήψεων) συνδέθηκε περισσότερο με την ανατομική και συγκεκριμένα με τις θεμελιώδεις ανακαλύψεις του γύρω από τη λεπτή κατασκευή του νεφρού. Στις ανακαλύψεις αυτές έφτασε ο Μπελλίνι εκτελώντας έγχυση έγχρωμων υγρών (σινικής μελάνης) στο νεφρό. Έτσι κατόρθωσε να φέρει σε φως και να ερμηνεύσει το αγγειακό σύστημα των νεφρών, διορθώνοντας όχι μόνο τα λάθη της παλαιάς παράδοσης, αλλά και τα σφάλματα των άμεσων προκατόχων του: του Βεσάλιου και του Μπερενγκάριο. Οι ανακαλύψεις αυτές, χωρίς αμφιβολία οι μεγαλύτερες του Μπελλίνι, δημοσιεύτηκαν κατά προτροπή του διδασκάλου του, του Μπορέλλι, το 1662, όταν δηλαδή ο ερευνητής μας διέτρεχε την ηλικία των 19 ετών! Το βιβλίο του, αφιερωμένο στον Φερδινάνδο Β’, έφερε τον τίτλο «Ανατομική μελέτη της λεπτής υφής και της λειτουργίας των νεφρών».

ΑΝΤΟΝΙΟ ΒΑΛΣΑΛΒΑ
Όταν ο νεαρός Μπελλίνι είχε την έδρα της θεωρητικής ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Πίζας, γεννιόταν ένας άλλος μεγάλος ανατόμος: ο Αντόνιο Μαρία Βαλσάλβα (1666-1723), που κατέλαβε διακεκριμένη θέση στην ιστορία της ιατρικής. Σαν μαθητής του Μαλπίγγι και δάσκαλος του Μοργκάνι, ο Βαλσάλβα συνδέει τη μεγάλη ιατρομηχανική σχολή του Μαλπίγγι με τις νέες παθολογοανατομικές κατευθύνσεις, που στο έργο του Μοργκάνι βρίσκουν την οριστική τους διατύπωση.
Ο Βαλσάλβα, που είχε αρχίσει το ανατομικό του έργο από το 1697 σαν παρασκευαστής στο πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, υπήρξε και πολύ ικανός χειρουργός. Άσκησε την ειδικότητά του 25 ολόκληρα χρόνια στο νοσοκομείο της Αγ. Ούρσουλας. Η διπλή του υπόσταση, ως ανατόμου και χειρουργού, αποτέλεσε την αιτία των πολλών του ενδιαφερόντων και πηγή μιας μεγάλης ποικιλίας ανακαλύψεων, που μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δυο τελείως χωριστές κατηγορίες: ανακαλύψεις καθαρά ανατομικού και ανακαλύψεις, θα έλεγε κανείς, χειρουργικού χαρακτήρα.
Την ανατομική του φήμη οφείλει κυρίως στην πραγματεία του «Περί του ανθρώπινου αυτιού». Πρόκειται για την πληρέστερη περιγραφή της ανατομίας του αυτιού και της φυσιολογίας της ακοής, που του χάρισαν τον τίτλο του «ιδρυτή της σύγχρονης ωτολογίας».
Σαν χειρούργος υπήρξε υποστηρικτής της υποτασικής μεθόδου στη θεραπεία των ανευρυσμάτων και ο πρώτος που συνέλαβε τις δυνατότητες της αφαίρεσης του σπλήνα ή του ενός νεφρού.

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Όπως στην Ιταλία, οι ανατομικές μελέτες ανθούν τον 17ο αιώνα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι σοφοί των εθνών συνεργάζονται.
Εδώ παρουσιάζεται για πρώτη φορά κάτι πολύ ενδιαφέρον. Βλέπουμε τακτικά τον ίδιο ερευνητή να ασχολείται συγχρόνως με τη μακροσκοπική και τη μικροσκοπική ανατομική. Έτσι η πράξη αποδεικνύει όσα στην αρχή υποστηρίζαμε για το αλληλένδετο των δύο όψεων της ανατομικής.
Κάτι τέτοιο βλέπουμε στο πρόσωπο του Ρενιέ ντε Γκράαφ (Renie de Graaf, 1641-1673). Ολλανδός ανατόμος που υπήρξε μαθητής του ανατόμου Σίλβιους στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Ανζέρ στη Γαλλία. Έκανε τις πρώτες επιστημονικές του έρευνες, που από την πλευρά της μακροσκοπικής ανατομικής μπορούν να θεωρηθούν θεμελιακές, πάνω στο παγκρεατικό υγρό κι έγινε γνωστός κυρίως για τις μελέτες του πάνω στο γεννητικό σύστημα, εκτελώντας συγχρόνως συγκριτικές παρατηρήσεις σε διάφορα είδη ζώων, που περιλάμβαναν τόσο τη λεπτή υφή, όσο και τη μορφή τους. Μελέτησε τους όρχεις και την ωοθήκη και παρατηρώντας στο μικροσκόπιο, ανακάλυψε σ’ αυτήν την ύπαρξη ωοθυλακίων (γκρααφιανά ωοθυλάκια). Υπήρξε ο πρώτος που εκτίμησε τις εργασίες του Βαν Λέβενχουκ και τις παρουσίασε στη Βασιλική Εταιρεία. Πέθανε σε νεαρή ηλικία από πανώλη.
Η άποψη ότι η μικροσκοπική ανατομική είναι πια το απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε άλλου ιατρικού κλάδου επιβεβαιώνεται στο πρόσωπο πολλών άλλων επιστημόνων της εποχής, μερικών από τους οποίους τα ονόματα έχουμε κιόλας συναντήσει.
Ο Τόμας Μπάρτον (1614-1673) είναι εκείνος που μελέτησε πρώτος με λεπτολόγο ακρίβεια τους αδένες του σώματος. Δημοσιεύοντας τα αποτελέσματα των ερευνών του στη «Γενική αδενογραφία» του (Λονδίνο, 1656), αποδεικνύεται να έχει κατανοήσει καλά την εκκριτική λειτουργία των αδένων, τους οποίους διακρίνει απολύτως από όργανα όπως το έντερο, ο εγκέφαλος και άλλα, που πιστευόταν ότι εκτελούσαν αδενική λειτουργία. Το όνομα του αποθανατίστηκε στην ανατομική με την πετυχημένη περιγραφή του εκφορητικού πόρου του υπογνάθιου σιελογόνου αδένα, που ονομάστηκε βαρθώνειος πόρος.
Ο Τόμας Γουίλις (Thomas Willis, Οξφόρδη 1621 - Λονδίνο 1675) υπήρξε βαθύς ερευνητής του νευρικού συστήματος. Σπούδασε στην Οξφόρδη και το 1620 διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιό της. Το 1667 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου έγινε διάσημος συνδυάζοντας την πρακτική άσκηση της ιατρικής με την ανατομική μελέτη του εγκεφάλου και των αιμοφόρων αγγείων του. Σ’ αυτό αφιερώνει δυο βασικά έργα: την «Ανατομία του εγκεφάλου» (Λονδίνο, 1664) και το «Περί της ψυχής των ζώων» (Οξφόρδη, 1672). Με θαυμάσια εικονογράφηση από τον Κρίστοφερ Ρεν. Το όνομά του έχει δοθεί στις αρτηρίες της βάσης του εγκεφάλου (κύκλος του Γουίλις), στο 11ο ζεύγος των κρανιακών νεύρων (που πρώτος περιέγραψε) και στο τμήμα του στομάχου που εκτείνεται προς τον πυλωρό.
Ο Ραϋμόν Βιεσσάνς (Vieussens, 1641-1715), θαυμάσιος μελετητής κι αυτός του νευρικού συστήματος, διακρίθηκε κυρίως για το σύγγραμμά του «Γενική Νευρολογία» (1685), που αποτελεί ανατομική περιγραφή του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου. Άφησε το όνομά του στη Βιευσένεια βαλβίδα, στη Βιευσένεια αγκύλη και σε άλλα ανατομικά στοιχεία του σώματος.
Ο Θεόφιλος Μπονέ (1641-1715) και ο Ζαν Ζακ Μανζέ (1652-1742) είναι δυο ακόμα πρόσωπα, που θα μας απασχολήσουν περισσότερο αργότερα, όταν με αφορμή τον Μοργκάνι θα ασχοληθούμε με την εξέλιξη της παθολογικής ανατομικής.

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΕΝΩΝ
Πρόκειται για το Δανό Νικολάους Στένσεν, γνωστότερο με το λατινοποιημένο όνομα Στένο, που γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη το 1638 και πέθανε στο Σβέριν το 1686, σε ηλικία 48 ετών. Ο Στένων υπήρξε μια περίεργη φυσιογνωμία επιστήμονα και μυστικιστή, εξέχουσα προσωπικότητα μεταξύ των ανατόμων και βιολόγων του 17ου αιώνα.
Μαθητής του Γκέραρντ Μπλάες στο Άμστερνταμ, ύστερα από παραμονή 4 χρόνων στο Λέιντεν, επέστρεψε στην Κοπεγχάγη και αφιερώθηκε σε ανατομικές μελέτες, με επίκεντρο του ενδιαφέροντός του τους αδένες.
Το 1665 τον υποδέχεται με εγκάρδιο ενθουσιασμό ο Φερδινάνδος Β’ στη Φλωρεντία. Εδώ, σε επαφή με τους Ιταλούς επιστήμονες, ύστερα από πνευματικό αγώνα δύο ετών, προσχωρεί στον καθολικισμό και συνεχίζει πάντοτε τις έρευνές του.
Το 1672 καλείται στην πατρίδα του και ονομάζεται βασιλικός ανατόμος. Αλλά έμεινε εκεί μόνο δύο χρόνια. Επανέρχεται στην Ιταλία και το 1675 χειροτονείται ιερέας. Το 1677 γίνεται επίσκοπος του Tischen και παπικός τοποτηρητής για τα σκανδιναβικά κράτη. Το 1680 μετατίθεται από την έδρα του, για να καταλήξει τελικά στον τόπο της γέννησής του, όπου έζησε σαν απλός ιερέας μέχρι το θάνατό του.
Χαρακτηρίσαμε τον Στένωνα επιστήμονα και μυστικιστή. Κι αν ακόμα η δραστηριότητά του σαν επιστήμονα και σαν κληρικού δεν αρκούσε για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, είναι οι σελίδες των έργων του που τον επιβεβαιώνουν κατά τρόπο αναντίρρητο. Η μελέτη της ανατομικής είναι για τον Στένωνα προσευχή προς το Θεό, τα θαυμάσια του οποίου αναγνωρίζει σε κάθε του τέλειο δημιούργημα, ιδίως στην κρυφή αρμονία των ζωντανών υπάρξεων. Ακόμα και η διάνοιξη πτωμάτων, που η όψη τους είναι απεχθής και αηδιαστική, δεν παύει να κάνει αισθητό το άπειρο μεγαλείο του Θεού: το έργο του ανατόμου αποκαλύπτει το κάλλος της θείας δημιουργίας που υπάρχει μέσα σε κάθε πλάσμα του Θεού, αρκεί το βέβηλο ανθρώπινο μάτι να μη περιοριστεί στην επιφανειακή όψη του.
Είναι δύσκολο στο λίγο διαθέσιμο χώρο μας να παρακολουθήσουμε βήμα προς βήμα το έργο του Στένωνα. Συνοπτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι σαν ανατόμος επιδόθηκε κυρίως στη μελέτη των αδένων (ο πόρος της παρωτίδας λέγεται Στενωνιανός) και στις σχέσεις τους με το λεμφικό σύστημα, της καρδιάς (που την αναγνώρισε σαν μυ) και ανέπτυξε τη μαθηματικοφυσική θεωρία της μυϊκής ενέργειας. Ασχολήθηκε και στο πεδίο της εμβρυολογίας (μελέτησε το αβγό της κότας και τον πλακούντα των σελαχιών, που μετά τον Αριστοτέλη κανείς δεν είχε μπορέσει να αναγνωρίσει). Για το σημαντικότερο έργο του «Προοίμιο περί του φυσικώς περιεχομένου στερεού εντός στερεού» (Φλωρεντία, 1659), που αποτελεί την πρώτη και βασική μελέτη για τα απολιθώματα, θα μιλήσουμε αργότερα αρκετά.