13/10/08

Οι αντιθέσεις γύρω από το μικροσκόπιο [36]

Σε ένα μακροσκελές γράμμα του, την 1η Ιουνίου 1722, ο Φριντερίκ Ρούις έγραψε στο φίλο και συνάδελφό, συγχρόνως όμως στην προκειμένη περίπτωση, κι αντιπάλου του, Χέρμαν Μπούρχαβε (1668-1738), καθηγητή τότε της Ιατρικής και της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, τα εξής:
«Υποχρεώθηκα να αγωνιστώ μόνος εναντίον δύο μεγάλων αντρών: του Μαλπίγγι και σένα, που κατέχετε μια βαθύτατη γνώση της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος και που σχεδόν έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου. Εσύ πράγματι έχεις υπερασπιστεί την υπόθεση του Μαλπίγγι, σαν να ήταν δική σου υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει δεν μετανοώ, γιατί απαντώντας στην πολεμική σας, μπόρεσα να ανακοινώσω κάποια νέα καλή παρατήρηση. Ομολογώ εξάλλου ότι διαβάζοντας το γραπτό σου μπόρεσα να πάρω κάποιο μάθημα για το οποίο και σε ευχαριστώ».
Ποια όμως ήταν η υπόθεση για την οποία είχε υποχρεωθεί να αγωνιστεί ο Ρούις; Ήταν το θέμα της λεπτής κατασκευής των αδένων, στο οποίο ο Μπούρχαβε, ο περίφημος παρασκευαστής της εποχής, προτιμούσε την άποψη του Μαλπίγγι, έστω και με περιορισμούς κι εξαιρέσεις.
Η άποψη του Μαλπίγγι εκτίθεται με μεγάλη σαφήνεια στο γράμμα του Μπούρχαβε, στο οποίο ο Ρούις απαντά με μαχητικό ύφος. Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον μεγάλο ιατρό του Λέιντεν, που πριν περάσει σε μια βαθύτερη εξέταση του θέματος δεν διστάζει να πει:
«Γνωρίζω καλά, αγαπητέ μου, ότι στις έρευνες αυτές δεν ακολουθούμε άλλον, τόσο εγώ όσο κι εσύ, παρά μόνο την απλή αλήθεια και δεν στηριζόμαστε σε αυθεντίες, αλλά μάλλον προσπαθούμε να πιστέψουμε σε ό,τι είναι αληθινό και να απορρίψουμε ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως αληθινό, κάθε φορά που ο συλλογισμός οδηγεί σε δεύτερο χρόνο, σε πιο σωστά αποτελέσματα».
Οι λίγες αυτές σειρές είναι ένα είδος ομολογίας πίστης, στο οποίο συνοψίζεται η γραμμή της νέας επιστήμης, όπως διαμορφώθηκε μετά την επανάσταση που σήμαιναν για το ανθρώπινο πνεύμα οι ιδέες του Βάκωνα, του Καρτέσιου και του Γαλιλαίου: απόρριψη της αυθεντίας, αλλά και απόρριψη των πληροφοριών που μας δίνουν οι αισθήσεις, εφόσον δεν επικυρώνονται από τον συλλογισμό. Έτσι σε όλα όσα γράφει ο Μπούρχαβε δεν θα μπορούσε να δοθεί καλύτερη απάντηση από εκείνη που έδωσε ο Ρούις, ευχαριστώντας τον φίλο και αντίπαλό του, γιατί, παρ’ όλη την πολεμική του, του πρόσφερε ένα ευπρόσδεκτο μάθημα.

ΟΙ ΑΔΕΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΜΑΛΠΙΓΓΙ
Συνεχίζει λοιπόν ο Μπούρχαβε στην επιστολή προς τον Ρούις: «Τολμώ λοιπόν να δηλώσω ανοιχτά, αφού έκανα παρατηρήσεις για πολύ καιρό κι από κάθε πλευρά με τη βοήθεια ενός μικροσκοπίου, υπό μεγάλη μεγέθυνση, ότι εκείνα τα εξογκώματα
[1] είναι ακριβώς οι θύλακοι των πιο απλών αδένων του δέρματος, που παίρνουν την όψη εξογκωμάτων, επειδή η μέθοδός σας ωθεί την κηρώδη ύλη μέχρι τα πιο λεπτά αρτηριακά αγγεία που καταλήγουν στην επιφάνεια της μεμβράνης, που αποτελεί τον μικρό εκείνο δερματικό σάκο, ο οποίος είναι εσωτερικά κοίλος. Γι’ αυτό η μικρή εκείνη μεμβράνη, σαν να ήταν ένα κουβάρι λεπτών τυλιγμένων αγγείων, παρουσιάζεται ανασηκωμένη, παίρνοντας την όψη ενός σωματιδίου που προεξέχει. Κι επιβεβαιώνει αυτή μου την άποψη το γεγονός ότι τέτοια επάρματα δεν φαίνονται αν το κερί, που έχει χυθεί με επιτυχία, δεν έχει γεμίσει όλα τα μικρά αγγεία».
Τέτοιοι αδένες, καταλήγει ο Μπούρχαβε, έστω και ελάχιστοι σε μέγεθος, υπάρχουν κατά τον Μαλπίγγι παντού. Είναι μικρά κυστίδια και όχι κουβάρια από λεπτότατα αγγεία, όπως υποστηρίζει ο Ρούις, αντίθετα από τον Μαλπίγγι. Όχι πως δεν έβλεπε ο Ρούις τους σχηματισμούς που υποστήριζε. Κάθε άλλο! Μόνον ότι, κατά την άποψη του Μπούρχαβε, η τεχνική των εγχύσεων κατάστρεφε πιθανότατα τα κυστίδια και συνεπώς ο Ρούις ήταν αδύνατον να τα παρατηρήσει. Αλλά οι αδένες δεν είναι μόνον απλά κυστίδια, ένα είδος φιαλίδια, εφοδιασμένα με έναν πόρο για να αποβάλλουν το έκκριμά τους. Αυτό είναι το πρώτο είδος των αδένων κατά τον Μπούρχαβε, που συνεχίζει ως εξής:
«Εκτός από τον τύπο των αδένων που εκθέσαμε πιο πάνω, δηλαδή εκτός από αυτούς τους απλούστατους αδένες, βρίσκεται κι ένας άλλος τύπος που μοιάζει αρκετά σε απλότητα με τον πρώτο, καθόσον φαίνεται να αποτελείται από αδένες του τύπου που περιγράψαμε παραπάνω, σε τρόπο που να φαίνεται ότι έχει σχηματιστεί από μερικούς, λίγους πάντως, απλούστατους αδένες, ενωμένους μεταξύ τους σύμφωνα με ένα σταθερό σχήμα. Αν πράγματι φανταστούμε ότι οι αδένες που περιγράψαμε συνδέουν τους εκκριτικούς πόρους τους σε ένα μοναδικό και ότι αυτός συγκεντρώνει δια μέσου του πόρου του κάθε θυλάκου, τους χυμούς που εκκρίνονται μέσα σε απλά όργανα κάθε αδένος και κατόπιν τα παροχετεύει στους τόπους του προορισμού τους, τότε παίρνουμε μια πραγματική ιδέα του σχηματισμού αυτού. Αλλά για να μπορέσεις να τον φανταστείς με μεγαλύτερη σαφήνεια, επίτρεψέ μου να σου παρουσιάσω την εικόνα αυτή που δίνει ο Μαλπίγγι στα ‘Όπερα παστούμα’ του. Σ’ αυτήν τα a, a, a, a σημειώνουν τους θυλάκους των απλούστερων αδένων. Τα b, b, b, b τους απλούς εκφορητικούς πόρους του κάθε κυστιδίου. Αυτοί φέρουν στον κοινό εκφορητικό πόρο d, c, τους χυμούς τους, που έρχονται τελικά να απεκκριθούν δια μέσου του στομίου c αυτού του τελευταίου. Οι κοιλίες αυτών των τμημάτων a, a, a, a αποτελούνται από ένα σύστημα αρτηριακών και φλεβικών αγγείων και νεύρων, ίδιο με εκείνο που έχει περιγραφεί με την ευκαιρία του πρώτου είδους των αδένων. Από αυτό φαίνεται καθαρά ότι η φύση προχωρεί από ένα μόνο απλό και μικρό αδένα στη σύνθεση εκείνων που, αν και είναι λίγο πιο πολύπλοκοι, εν πάση περιπτώσει αποτελούνται μόνον από ένα άθροισμα απλούστατων αδένων».

ΟΙ ΑΔΕΝΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΡΟΥΙΣ
Δεν συμφωνούσε με τον Μαλπίγγι ο Ρούις. Έκανε έγχυση χρωματισμένου κεριού μέσα στα αγγεία με μια επιδεξιότητα καταπληκτική, που το έκανε να φτάνει μέχρι τους λεπτότατους κλάδους των τριχοειδών αγγείων και στη συνέχεια παρατηρούσε στο μικροσκόπιο. Αυτό όμως που έβλεπε ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που περιέγραψε ο Μαλπίγγι κι επαναλάμβανε μέχρι ενός σημείου ο Μπούρχαβε.
Τι παρατηρούσε ο Ρούις; Μπορεί να το συμπεράνει κανείς από την απάντηση του Μπούρχαβε: μια σειρά μικρά κουβάρια, σχηματισμένα από την περιέλιξη λεπτότατων αγγείων. Η απάντησή του στον Μπούρχαβε περιέχει κι έναν πίνακα με τον σχετικό υπότιτλο.
Ο πίνακας αυτός με τη λεπτότατη χάραξη είχε γίνει από έναν γιατρό, που διέθετε και το χάρισμα του δεξιοτέχνη σχεδιαστή, το είχε καλλιεργήσει με πάθος και το είχε αφιερώσει, όπως λέει ο Ρούις, στην υπηρεσία της επιστήμης. Ήταν ο Άρεντ Καντ, χωρίς τη βοήθεια του οποίου, όπως ομολογεί ο Ρούις, όλες οι προσπάθειές του, καθώς και οι προσπάθειες του καλύτερου συνεργάτη του, του Βάντελαρ, ποτέ δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν εκείνο που έβλεπαν στο μικροσκόπιο.
Ας δούμε πώς παρουσιάζει τον πίνακα αυτόν ο Ρούις. Πρόκειται, γράφει, για «ένα τμήμα του μεσεντερίου του ανθρώπου, γεμισμένο κατά τη μέθοδό μου, δια μέσου της μεσεντερίου αρτηρίας. Σ’ αυτό δεν απεικονίζεται τίποτε άλλο, εκτός από αρτηρίες, αδένες, αδενικά λοβία, με τέτοια προσήλωση στο πραγματικό, που κάθε γραμμή να παριστάνει και μια ιδιαίτερη αρτηρία. Το ογκώδες κεντρικό τμήμα σού δείχνει έναν μοναδικό μετακινούμενο αδένα του μεσεντερίου, του οποίου ο σχεδιασμός αποτέλεσε το δυσκολότερο έργο. Να ξέρεις, πράγματι, ότι εκτός από τα μικρά αγγεία που είναι εδώ σχεδιασμένα, το μικροσκόπιο ανακαλύπτει πολυάριθμα άλλα..., τόσο που αν ο σχεδιαστής είχε αποπειραθεί να τα αποδώσει στο σχέδιο, όλος ο πίνακας θα παρουσίαζε στο σημείο αυτό μια μόνο μαύρη κηλίδα».
Κάτω από τον πίνακα ο Ρούις τοποθετεί έναν υπότιτλο, στον οποίον αποσαφηνίζει τις σκέψεις του: πληροφορεί ότι οι λεπτομέρειες που σημειώνονται με τα γράμματα Α έως C παριστάνουν:
το Α: «μετακινούμενους αδένες του μεσεντερίου του ανθρώπου».
το Β: «λοβία που εμφανίζονται στους αδένες αυτούς ή σαρκώδη τελικά σημεία των αρτηριών».
τα C, C, C: «διακλαδώσεις των αρτηριών του μεσεντερίου».
Και όχι μόνον αυτά. Ο συγγραφέας πληροφορεί τον αναγνώστη ότι: «για να τα δεις όλα καλά, παρατήρησε τον πίνακα με τη βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού!».
Ποιες είναι λοιπόν οι σκέψεις του Ρούις; Οι αδένες δεν είναι τίποτε άλλο από κουβάρια, καμωμένα από την περιέλιξη ενός ατέλειωτου αριθμού μικρών αγγείων.

Η ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ»
Η αντιγνωμία δεν περιορίστηκε μόνον μεταξύ Ρούις και Μαλπίγγι. Περιέλαβε, όπως θα δούμε, και άλλους διακεκριμένους ερευνητές, όλους έτοιμους να χρησιμοποιήσουν το οπλοστάσιο της πείρας τους υπέρ της δικής τους κι εναντίον κάθε άλλης θεωρίας. Η πολεμική αφορά κυρίως τα «ελάχιστα τεμαχίδια» και την «τεχνική και λεπτολόγο ανατομική», που τα αποκαλύπτει με τη βοήθεια του μικροσκοπίου. Όλοι τους αναζητούσαν τις «απειροελάχιστες μηχανές» που αποτελούσαν την έδρα των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος. Δεν έχουμε ακόμα βέβαια φτάσει στην κυτταρική θεωρία, αλλά προσανατολιζόμαστε αποφασιστικά προς την κατεύθυνσή της. Με την ευκαιρία όμως της πολεμικής αυτής, ανακαλύπτουμε τον Ρούις να αντλεί όρους από το παρελθόν, για τους οποίους θα είχε κανείς την εντύπωση ότι είναι πια ξεπερασμένοι, εξαιτίας των νέων μηχανιστικών αντιλήψεων.
Είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια ότι ο όρος «κατασκευή» με το περιεχόμενό του είχε εγκαταλειφθεί από τους επιστήμονες του 17ου αιώνα και είχε υποκατασταθεί από τον νέο όρο «μηχανή». Να όμως που συλλαμβάνουμε τον Ρούις να επανέρχεται στην «κατασκευή», στο σημείο που λέει «βαθείς γνώστες της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος», επαναλαμβάνοντας με τα λόγια αυτά τον τίτλο του έργου του Βεσάλιου. Σημαίνει αυτό ότι επαναλαμβάνει και τις έννοιες που περιέχονται στο έργο εκείνο; Επάνω σε κάτι τέτοιο είχε προειδοποιήσει ο Καρντάνο τους αναγνώστες του: «Όταν λέγω ‘τίποτε ή όλα’, χρησιμοποιώ τα δύο αυτά επίθετα με την ιατρική κι όχι με τη γεωμετρική έννοια». Ο αφορισμός αυτός θα βοηθήσει και στην κατανόηση των λεγομένων του Ρούις: δεν μπορεί να απαιτήσεις κανείς από τα γραφόμενα ενός ιατρού την ακριβολογία που επιβάλλει ένα κείμενο με περιεχόμενο φυσικής ή μαθηματικών, που η ορολογία τους είναι άκαμπτη. Οι όροι του ιατρού θα ερμηνευτούν με περισσότερη ελαστικότητα. Κι εδώ είναι μια τυπική περίπτωση, στην οποία τα λόγια του Καρντάνο έχουν πλήρη την εφαρμογή τους: η «κατασκευή» του Μαλπίγγι, του Ρούις και των άλλων επιστημόνων του 17ου αιώνα, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την «κατασκευή» του Βεσάλιου.
Για τον Βεσάλιο η «κατασκευή» πρέπει να εννοείται με την κυριολεξία της λέξης. Η έρευνα του ανθρώπινου σώματος αποβλέπει στην εξακρίβωση του κατά πόσο η μορφή και η δομή των οργάνων του ανταποκρίνεται στην κλασική περιγραφή τους. Για τον Μαλπίγγι η έρευνα αυτή σημαίνει την αναζήτηση των στοιχείων κάθε απειροελάχιστης μηχανής που, μαζί με πλήθος άλλες όμοιές της, σχηματίζει τη μεγάλη «μηχανή», δηλαδή το σώμα κάθε ζωντανού οργανισμού. Κατά δεύτερο λόγο η έννοια της «κατασκευής», και μόνον ενσωματωμένη στο πλαίσιο των νέων προοπτικών, αντιστοιχεί και στην έννοια της «λεπτής υφής» της σύγχρονης επιστήμης. Στο σημείο αυτό βρίσκεται ακριβώς το κλειδί της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα, που αρχίζει με το έργο του Μαλπίγγι «Περί των πνευμόνων», που αποτέλεσε, όπως είδαμε, τη χαριστική βολή για την παλαιά αντίληψη του παρεγχύματος, που μέχρι τότε θεωρείτο μάζα χωρίς υφή, κύριο στοιχείο κάθε σπλάγχνου. Στη θέση της έννοιας αυτής μπαίνει η εικόνα του παρεγχύματος με υφή, που άνοιξε οριστικά το δρόμο στη σύγχρονη επιστήμη.Στο νέο αυτό δρόμο η επιστήμη προχωρεί, μάχεται, χάνει και κερδίζει, και όσο σφοδρότερες οι πολεμικές, τόσο ζωντανότερο παρουσιάζεται το ερευνητικό πνεύμα, διψασμένο για γνώση και πρόοδο. Οι αντιγνωμίες γύρω από τη μικροσκοπική «μηχανή», που η ύπαρξή της δεσπόζει στις νέες αντιλήψεις, αποτελούν την τρανότερη απόδειξη. Στο κέντρο της διαμάχης, 28 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατό του, βρίσκεται ο Μαλπίγγι με τη θεωρία του!


[1] Αναφέρεται σε μια περίπτωση του Ρούις: ένα πτώμα παιδιού που παρουσίαζε εξάνθημα.

26/9/08

Η τεχνική των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων [35]

Το 1645 ο Μ. Α. Σεβερίνο δημοσίευσε στη Νυρεμβέργη τη «Δημοκρίτεια Ζωοτομία» του, στο κείμενο της οποίας, παρετυμολογώντας τον όρο «ανατομία», χαρακτήριζε την ανερχόμενη επιστήμη σαν αναγωγή στα αδιαίρετα μόρια, που θεωρούσε σαν βασικά κομμάτια οποιασδήποτε ζωντανής μηχανής. Ο Σεβερίνο παρομοιάζει τον ανατόμο με τον ωρολογοποιό, που λύνοντας ένα ρολόι έκανε ορατά όλα του τα τμήματα και γνωρίζοντάς τα ήταν σε θέση να γνωρίζει και τη λειτουργία του ρολογιού αυτού. Οι επιθυμίες του στρέφονταν προς μια «τεχνική και λεπτολόγο» ανατομική, ικανή να οδηγήσει τον μελετητή μέχρι των «ατόμων», δηλαδή ως τις στοιχειώδεις μονάδες της οργανικής μηχανής. Φυσικά δεν του διέφευγε η σημασία της βοήθειας του μικροσκοπίου. Κατά τις προβλέψεις του, η τεχνική και λεπτολόγος ανατομική του θα έφτανε στους σκοπούς της και τη μεγαλύτερή της απόδοση μόνο πλαισιωμένη με το μικροσκόπιο.
Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν οι προσπάθειες των ερευνητών, προκειμένου να αποκτηθεί η δυνατότητα της παρατήρησης των απειροελάχιστων μορφολογικών σχηματισμών, πράγμα που θα επέτρεπε την κατανόησή τους και τη σύλληψη του τρόπου της λειτουργίας τους. Πρόκειται για τους σχηματισμούς που ο Μαλπίγγι χαρακτήριζε σαν «χορδές, ίνες, δοκίδες, μοχλούς, φίλτρα, ηθμούς» και που «αποτελούν τη βάση της μηχανής του σώματός μας». Ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τον συνδυασμό των προσπαθειών της τεχνικής και λεπτολόγου ανατομικής και της οπτικής μεγέθυνσης. Έτσι αφενός παρατηρούμε αδιάκοπες προσπάθειες για τη μεγαλύτερη δυνατή βελτίωση του μικροσκοπίου, την ανακάλυψη των πιθανών σφαλμάτων του και την επινόηση τρόπων για την εξουδετέρωσή τους. Αφετέρου συναντάμε όλο και λεπτότερες μεθόδους ετοιμασίας των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων, με την απώτερη επιδίωξη μιας ακριβέστερης και ζωηρότερης εικόνας, χωρίς αυτή να διαφέρει πολύ από την αρχική, τη φυσική μορφή των ιστολογικών στοιχείων.

ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ
Μια υπόνοια, που δεν άργησε να διατυπωθεί, έπαιξε εδώ σπουδαίο ρόλο. Σκέφτηκαν ότι το υπό εξέταση τεμαχίδιο, προτού τοποθετηθεί κάτω από το φακό ή το σύνθετο μικροσκόπιο, υφίστατο πολλές καταστροφές, που δεν αφορούσαν μόνο τα τμήματά του που πήγαιναν χαμένα. Παραμόρφωναν επί πλέον και τα τμήματα που απέμεναν και τα απομάκρυναν τόσο από τη φυσική τους μορφή, ώστε ο ερευνητής παρατηρώντας τα έπεφτε σε σοβαρές πλάνες και κατέληγε σε εσφαλμένες ερμηνείες. Έτσι το πρόβλημα τίθεται ωμά και βλέπουμε πράγματι τις μεγαλύτερες διάνοιες του αιώνα να απασχολούνται με τη λύση του. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Μαλπίγγι, απέκτησαν τέτοια τεχνική δεξιότητα, ώστε να εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα.
Προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή έκαναν και οι άμεσοι συνεχιστές του Βεσάλιου και ιδίως ο Μπαρτολομέο Εουστάκι (Ευστάχιος), που αφού γνώρισε πολλές απογοητεύσεις κατέληγε σε αποτελέσματα που υποχρέωσαν τον Μαλπίγγι να ομολογήσει: «Ο Ευστάχιος, αν είχε ερευνήσει τη λεπτή κατασκευή όλων των άλλων αγγείων και σπλάγχνων, χρησιμοποιώντας όχι μόνο το νυστέρι, αλλά καταφεύγοντας και στο μικροσκόπιο και τις ενέσεις υγρών, που χρησιμοποίησε μόνο στη μελέτη των νεφρών, θα είχε ασφαλώς απαλλάξει όλους τους μεταγενέστερους του από κάθε άλλη ανατομική έρευνα».
Η παράγραφος όμως αυτή του Μαλπίγγι, εκτός από τη δίκαιη τιμή που απονέμει στον Εουστάκι, υποδεικνύει και τα δυο βασικά μέσα που θα έπρεπε να συνεργάζονται με το μικροσκόπιο στην ανατομική έρευνα: το νυστέρι και τις εγχύσεις υγρών.
Η τελευταία αυτή τεχνική ήταν η μέθοδος στην οποία κατέφευγαν κατά προτίμηση οι ερευνητές του 17ου αιώνα, αφού είχαν επιχειρήσει προηγουμένως να εφαρμόσουν πλήθος άλλες. Η χρησιμοποίηση της μεθόδου αυτής, όχι μόνο αποκάλυπτε ένα πλήθος από λεπτότατους μορφολογικούς σχηματισμούς, αλλά προσέφερε και τη βεβαιότητα ότι δεν άλλαξε τη μορφή των ανατομικών παρασκευασμάτων, πράγμα που συνέβαινε με τις παλαιότερες μεθόδους. Είχε μάλιστα κι ένα ακόμα πλεονέκτημα: ξανάδινε στα αγγεία, στα οποία γινόταν η έκχυση, τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της ζωής, τα παρουσίαζε δηλαδή γεμάτα κι όχι όπως παρουσιάζονται μετά το θάνατο κενά, με τα τοιχώματά τους σε σύμπτωση. Το κενό άλλωστε των αρτηριών μετά θάνατον είχε παρατηρηθεί από την αρχαιότητα: σ’ αυτό απέδιδε ο Γαληνός το σφάλμα του Ερασίστρατου. Που πίστευε ότι οι αρτηρίες δεν περιείχαν αίμα, αλλά αέρα (από όπου και το όνομά).
Η κενότητα των αγγείων και η ανάγκη να παρατηρηθεί η κίνηση των υγρών μέσα τους, υπήρξε μια βασική αιτία που οδήγησε τον άνθρωπο, από την αρχαιότητα ακόμα, στην ανατομή ζωντανών ζώων, τη ζωοτομία. Αλλά και η ζωοτομία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει απόλυτα τις προθέσεις των ερευνητών: το ζώο που ανατεμνόταν εν ζωή δεν επιζούσε σε όλη τη διάρκεια του πειράματος, αλλά ούτε και οι απαραίτητοι χειρισμοί μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με την επιβαλλόμενη ταχύτητα και ακρίβεια. Το βασικό όμως μειονέκτημα ήταν ότι η μέθοδος της ζωοτομίας δεν επέτρεπε στην παρατήρηση να φτάσει ως τους απειροελάχιστους σχηματισμούς του οργανισμού, ως τα «άτομα» του Σεβερίνο. Συνεπώς, ήταν ανώφελη για τη σύλληψη της λειτουργίας της ανθρώπινης μηχανής.
Οι τεχνικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να παρακαμφτούν οι ατέλειες της ζωοτομίας, δηλαδή οι σκαριφισμοί, η εμβροχή, η επιπέδωση και η χαλάρωση του υπό παρατήρηση ιστού, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Βέβαια οι μέθοδοι αυτές που χρησιμοποιήθηκαν πολύ κατά τον 16ο αιώνα και μάλιστα από τον Εουστάκι, είχαν το μερίδιό τους στην προσφορά ανατομικών γνώσεων στον άνθρωπο, που δεν ήταν μάλιστα μικρό. Οι ίδιες όμως μέθοδοι στάθηκαν εμπόδιο στην απόκτηση άλλων τόσων γνώσεων, επιτρέποντας συγχρόνως και την υπόνοια ότι οι παρατηρήσεις που έγιναν, μπορεί να οφείλονταν σε τεχνικές αλλοιώσεις του υπό παρατήρηση παρασκευάσματος. Έτσι η έγχυση υγρών στα αγγεία, εκτελούμενη με επιδεξιότητα, ήταν η καλύτερη λύση. Οι πρώτες σχετικές προσπάθειες αρχίζουν με τον ντα Βίντσι και τον Μπερενγκάριο ντα Κάρπι. Ο πρώτος έκανε έγχυση λειωμένου κεριού στις κοιλίες του εγκεφάλου, ενώ ο δεύτερος μεταχειριζόταν απλό νερό. Η τεχνική της έγχυσης έφτασε σε τελειότητα τον 17ο αιώνα.

Ο ΓΙΑΝ ΣΒΑΜΜΕΡΝΤΑΜ
Η τιμή για την εισαγωγή της έγχυσης λειωμένου κεριού στα αγγεία ανήκει στον Ολλανδό Γιαν Σβάμμερνταμ (Άμστερνταμ, 1637-1680), γιο φαρμακοποιού και φανατικού συλλέκτη ζωολογικών και βοτανικών περίεργων. Τις πρώτες του γνώσεις και την έφεση για έρευνα απέκτησε βοηθώντας τον πατέρα του στην ταξινόμηση των ειδών του μουσείου του. Ύστερα σπούδασε ιατρική στο Λέιντεν από το 1661 ως το 1667. Υπήρξε μαθητής μιας μεγάλης διάνοιας του καιρού του, του χημικού και ανατόμου Φρανσουά ντε λα Μποέ, για τον οποίον έχουμε κιόλας λίγο μιλήσει. Στο διάστημα των σπουδών του στο Λέιντεν συνδέθηκε φιλικά με ορισμένα από τα μεγάλα ονόματα της εποχής του: τον Στένονα και τον Ρενιέ ντε Γκράαφ. Παρόλα αυτά, με τον τελευταίο ήρθε σε ρήξη για την προτεραιότητα μερικών ανακαλύψεων. Η πικρία για την καταστροφή της παλιάς αυτής μεγάλης φιλίας άφησε τα αποτυπώματά της στον ψυχικό του κόσμο. Το γεγονός αυτό, η στενοχώρια για τις αδιάκοπες επιπλήξεις του πατέρα του και τα κακά οικονομικά του, τον έκαναν εύκολη λεία του θρησκευτικού φανατισμού της Αντουανέττας Μπουρινιόν. Εξαντλημένος σωματικά και εξουθενωμένος ψυχικά, πέθανε τρελός, αφού έκαψε ένα μεγάλο μέρος των χειρογράφων του. Διασώθηκαν μόνον όσα είχε εμπιστευθεί στον αδελφικό του φίλο Μ. Τεβενό στο Παρίσι, ένα Μαικήνα των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής, που στην ιστορία της τέχνης είναι γνωστή ως εποχή του μπαρόκ.
Εν ζωή δημοσίευσε δυο βιβλία: τη «Γενική πραγματεία περί των άνευ αίματος ζώων» (1669) και τον «Βίο των εφήμερων» (1675). Μετά το θάνατό του, τα διασωθέντα χειρόγραφά του δημοσιεύθηκαν αναθεωρημένα μεταξύ 1737 και 1738 με τον τίτλο «Βιβλία της φύσης». Το βιβλίο αυτό χαρακτηρίζεται ως αληθινό μνημείο. Ποτέ πριν ή μετά από τον Σβάμμερνταμ δεν έγιναν τόσο φροντισμένες παρατηρήσεις, τέτοια σπάνιας ωραιότητας σχήματα, τόσο μεγάλος όγκος εργασίας. Στο έργο του Σβάμμερνταμ και η πιο περιληπτική εξέταση ενός αντικειμένου καταλαμβάνει δεκάδες σελίδες, μέσα στις οποίες συναντά κανείς τις βάσεις πάρα πολλών κεφαλαίων της σύγχρονης ζωολογίας κι εμβρυολογίας.
Εκτός από την άποψη αυτή, το έργο του Σβάμμερνταμ έχει και μια εξαιρετική ενδιαφέρουσα τεχνική πλευρά. Η επιδεξιότητά του στην ανατομή εντόμων και την έγχυση έγχρωμων κηρωδών ουσιών στο αγγειακό σύστημα, έτσι που να γίνονται ορατές κι οι πιο λεπτές του διακλαδώσεις, κρίνονται ανυπέρβλητες. Υπήρξε ο δάσκαλος του φίλου και συμπατριώτη, αργότερα δε και αντιπάλου του, Ρούις, στην τεχνική αυτή, που στη συνέχεια ο δεύτερος ανήγαγε σε επίπεδο, που κανείς μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να φτάσει.

Ο ΦΡΙΝΤΕΡΙΚ ΡΟΥΙΣ
Γεννήθηκε στη Χάγη το 1638. Στο Λέιντεν, από όπου πήρε το πτυχίο της ιατρικής το 1664, υπήρξε μαθητής του Ντε λα Μποέ. Από το 1666 τον συναντάμε στο Άμστερνταμ με τη σειρά, λέκτορα της ανατομικής, καθηγητή της μαιευτικής και τέλος καθηγητή της βοτανικής το 1685. Ανεξάρτητα όμως από την ειδικότητα της έδρας που κατείχε κάθε φορά, ο Ρουίς αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του στην «παρασκευή» πτωμάτων για ανατομικές μελέτες. Ήταν τέτοια η επιτυχία της τεχνικής του, ώστε οι «μούμιες» του, όπως ονόμασαν τότε τα πτώματά του, έδιναν, φτάνει να είχε κανείς λίγη καλή θέληση, την εντύπωση πως ζούσαν, σε αντίθεση με τις μακρινές τους αδελφές της Αιγύπτου που απέπνεαν έντονη την ιδέα του θανάτου. Γιατί κοντά στα άλλα, ο Ρουίς είχε ισχυρό το συναίσθημα του μακάβριου και το αποτύπωνε στις ανατομικές του συνθέσεις. Μπορούσες να δεις απίθανα συμπλέγματα σκελετών, τεμάχια από επίπλουν κι έντερα να καλύπτουν ένα δάπεδο από χολόλιθους και λίθους του νεφρού στο πλαίσιο ενός τοπίου, που σκιαζόταν από πολύχρωμες, χάρις στο χρωματιστό κερί που ήταν χυμένο μέσα τους, διακλαδώσεις αρτηριών και φλεβών! Και ήταν τέτοιο το ενδιαφέρον του πλήθους, που ο Ρουίς έκοβε κανονικό εισιτήριο. Ανάμεσα στους επισκέπτες, ήταν κι ο Μεγάλος Πέτρος της Ρωσίας, που αργότερα, το 1717, απέκτησε όλη τη συλλογή και τη μετέφερε στην Πετρούπολη. Τότε ο Ρουίς ετοίμασε μια δεύτερη συλλογή, που την πούλησε στον βασιλιά της Πολωνίας Ιωάννη Σομπιέσκι, ο οποίος αργότερα τη χάρισε στο πανεπιστήμιο της Βυττεμβέργης.
Την εντύπωση που έδιναν τα ανατομικά του παρασκευάσματα, οι «μούμιες» του, αποδίδει θαυμάσια ο ποιητής Λεοπάρντι στον παρακάτω διάλογο που φαντάζεται ανάμεσα στον Ρούις και τα δημιουργήματά του:
«Ω, διάβολε! Ποιος δίδαξε τη μουσική σ’ αυτούς τους πεθαμένους που τραγουδούν μες στα μεσάνυχτα σαν πετεινοί; Στα αλήθεια, κρύος ιδρώτας με περιβρέχει κι ακόμα λίγο θα ήμουν πιο νεκρός από αυτούς. Δεν ξέρω γιατί τους φύλαξα από τη φθορά... Δεν ξέρω τι να κάνω. Αν τους αφήσω εδώ κλεισμένους, ποιος ξέρει αν δεν σπάσουν την πόρτα ή δεν δραπετεύσουν από την κλειδαρότρυπα κι έρθουν να με βρούνε στο κρεβάτι; Να ζητήσω βοήθεια από φόβο για τους νεκρούς, δεν μου πάει καλά. Εμπρός, ας κάνουμε κουράγιο κι ας δοκιμάσουμε να τους τρομάξουμε.
(Μπαίνοντας) Ε! παιδιά! Τι παιχνίδι είναι αυτό που παίζουμε; Λησμονάτε πως είστε νεκροί; Τι θόρυβος είναι αυτός; Ξιπαστήκατε μήπως από την επίσκεψη του τσάρου και συλλογίζεστε πως δεν σας πιάνουν πια οι νόμοι οι πρωτύτεροι; Να ξέρετε πως θα πάρω την μπάρα της πόρτας και θα σας σκοτώσω όλους».
Ο ποιητής φανταζόταν τις «μούμιες» να ξυπνούν ξαφνικά και να τραγουδούν το μακάβριο τραγούδι του θανάτου!
Στη μακρά του ζωή (πέθανε το 1731 σε ηλικία 93 ετών), ο Ρουίς μελετώντας και παρασκευάζοντας πτώματα, έφτασε την τεχνική των ανατομικών παρασκευασμάτων στο υπέρτατο σημείο. Τις σπουδαιότατες παρατηρήσεις του ανακοίνωσε με μια επιβλητική σειρά κειμένων. Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωρίζουν οι «Εικονογραφήσεις των βαλβίδων των λεμφικών και των χοληφόρων αγγείων» και οι «Δέκα ανατομικοί θησαυροί», που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά λατινικά το 1737 και στη συνέχεια ολλανδικά το 1747 στο Άμστερνταμ μετά το θάνατό του.Οι πολλές ανακαλύψεις του Ρούις ξεσήκωναν αρκετές φορές άγρια πολεμική και ειδικότερα ο ισχυρισμός του ότι, κάνοντας εγχύσεις στο αγγειακό σύστημα, μπορούσε να του δώσει το μορφή που είχε εν ζωή. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν απόλυτο και στάθηκε αφορμή πλανών για τον Ρούις. Οι παρατηρήσεις όμως που έκανε σε παρασκευάσματα λεμφαγγείων, του οφθαλμού, των όρχεων και των νεφρών, στα οποία δεν έκανε μόνον εγχύσεις υγρών, αλλά φρόντιζε και να τα συντηρεί με αλκοόλη, τερεβινθίνη κ.ά. συντηρητικά, του εξασφαλίζουν εξαίρετη θέση ανάμεσα στους ερευνητές της εποχής του. Ο Ρούις έχει τη θέση του πλάι στον Μαλπίγγι, τον Γκριού, τον Σβάμμερνταμ και τον Λέβενχουκ, ως συνιδρυτής της μικροσκοπικής ανατομικής. Στο πρόσωπό του η τεχνική και λεπτολόγος ανατομική του Σεβερίνο γίνεται πραγματικότητα, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που πρόσφερε η εποχή του.