10/2/09

Η φαρμακολογία [51]

Ο 15ος και ο 16ος αιώνας με τις πολυάριθμες γεωγραφικές τους ανακαλύψεις και πιο πολύ απ’ όλες την ανακάλυψη της Αμερικής, είχαν αναστατώσει τα πνεύματα στην Ευρώπη. Ήταν τέτοιες και τόσες οι νέες ζωολογικές και βοτανικές γνώσεις που απέκτησε ο άνθρωπος, ώστε το ταξινομικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τότε από παράδοση κι ιδίως το αριστοτελικό, είχαν κλονιστεί σοβαρά. Οι καλύτερες διάνοιες του 16ου και ιδίως του 17ου αιώνα ασχολήθηκαν με την αναθεώρησή του, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεταρρύθμιση του Κάρολου Λινναίου.
Αλλά οι γεωγραφικές ανακαλύψεις είχαν και άλλες συνέπειες. Οι Ευρωπαίοι επιστήμονες γνώρισαν νέες θεραπευτικές μεθόδους, τελείως διάφορες από εκείνες που εφαρμόζονταν στην Ευρώπη. Επίσης οι θεραπευτικές θεωρίες διέφεραν από εκείνες της κλασικής ευρωπαϊκής παράδοσης, και νέες φαρμακευτικές ουσίες, τελείως άγνωστες ή με περιορισμένη χρήση σε μερικές περιοχές της Ευρώπης, προστέθηκαν στο οπλοστάσιο του ιατρού. Τα νέα αυτά φάρμακα μερικές φορές διέθεταν φανταστικές μόνον ιδιότητες, η πίστη πάντως ήταν ικανή να σφραγίσει, έστω και για λίγο, την τύχη εκείνου που συνιστούσε τα φάρμακα αυτά και των άλλων, που τα έπαιρναν.

ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΗΣ ΓΟΥΑΪΑΚΗΣ
Στην τελευταία αυτή κατηγορία κατατάσσεται το ξύλο της γουαϊάκης, γνωστό και ως ιερόξυλο, που για ένα διάστημα θεωρήθηκε ως το θαυματουργό φάρμακο κατά της σύφιλης.
Είδαμε στα προηγούμενα την επιδημία της σύφιλης που αναστάτωσε την Ευρώπη ύστερα από την επιστροφή των ναυτών του Κολόμβου από το Νέο Κόσμο. Αυτοί, όπως φαίνεται, έφεραν μαζί τους την ωχρά σπειροχαίτη, μια ακόμα εμπειρία της επέκτασης των γεωγραφικών γνώσεων των Ευρωπαίων. Από την Αμερική προήλθε και το πρώτο αντισυφιλιδικό φάρμακο, το ιερόξυλο, στο οποίο οι ιθαγενείς απέδιδαν θαυματουργές ιδιότητες κατά της νόσου.
Στο βιβλίο «Ομιλίες περί φαρμάκων» του Ισπανού Τζιοβάνι Φραγκόζο (Μαδρίτη, 1572), το ιερόξυλο αναφέρεται σαν κάτι το πολύ γνωστό στην Ιταλία, ιδίως στη Γένοβα και την Παβία. Ήταν τέτοια η ζήτηση του υποθετικού φαρμάκου στην αγορά, που όσοι το εμπορεύτηκαν έκαναν τεράστιες περιουσίες. Οι δυστυχείς όμως συφιλιδικοί δεν κέρδισαν την υγεία τους. Ο πρώτος εισαγωγέας υπήρξε κάποιος Τζιοβάνι Κονσάλβο που υπέφερε ο ίδιος από σύφιλη με κακοήθη πορεία. Η σκέψη που έκανε ήταν ότι εφόσον η ασθένεια προήλθε από την Αμερική, εκεί πρέπει να αναζητηθεί και το φάρμακό της. Ανάμεσα στους Ινδιάνους η νόσος παρουσίαζε τέτοια διάδοση, ώστε να έχει και δική της θεότητα, με το πρόσωπο γεμάτο από τα εξανθήματά της. Πήρε λοιπόν το πλοίο από τη Νάπολι και φτάνοντας ύστερα από καιρό στην Αμερική, ανακάλυψε πράγματι ότι οι ιθαγενείς είχαν βρει το φάρμακό της. Επρόκειτο για το ιερόξυλο που το έπαιρναν εσωτερικά ως έγχυμα ή το εφάρμοζαν εξωτερικά, χρησιμοποιώντας ένα κλαδάκι του για να ραντίζουν το σώμα τους με νερό. Το θεωρούσαν θαυματουργό. Ο Κονσάλβο, ακολουθώντας το τυπικό των ιθαγενών, νόμισε ότι είδε και στον εαυτό του τα θαυμάσια θεραπευτικά αποτελέσματα του φαρμάκου και σκέφτηκε να βοηθήσει και τους Ευρωπαίους ομοιοπαθείς του, φυσικά με το αζημίωτο. Το πρώτο φορτίο έφτανε στη Γένοβα το 1508 που για πολύ καιρό αποτέλεσε το χρηματιστήριο του ιερόξυλου και μαζί με αυτό κι άλλων αμερικανικών φαρμάκων, που δεν μπορούσε να βρει κανείς σε άλλη χώρα, με αποτέλεσμα να εισρέει στην ευφυή πολιτεία το χρυσάφι άφθονο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γκαμπριέλε Φαλλόπιο, ο Κονσάλβο άφησε στους κληρονόμους του 3.000.000 χρυσά φλορίνια! Οι συφιλιδικοί όμως δεν γίνονταν καλά, παρά τους ύμνους του Φρακαστόρο προς το νέο φάρμακο, που το αποκαλούσε δώρο των θεών και του αφιέρωσε το τρίτο βιβλίο του έργου του.
Η χρήση του ιερόξυλου εξακολούθησε και ολόκληρο τον 17ο αιώνα. Δυστυχώς, παρά την ανάμιξη της χορήγησής του με ένα πλήθος αλχημιστικές διαδικασίες, που ασκούσαν υποβολή στους αρρώστους, τα αποτελέσματα της θεραπείας ήταν πάντα απογοητευτικά. Έτσι, στο τέλος του αιώνα, καταφεύγουν πάλι ιατροί και άρρωστοι στα υδραργυρικά σκευάσματα.

ΤΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Εκτός από τα φάρμακα με τις φανταστικές θεραπευτικές ιδιότητες, υπήρχαν και άλλα, γνωστά από παλαιότερα στην Ευρώπη, αλλά σε τοπική κλίμακα, που με το τέλος του 16ου και σε όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, γνώρισαν ευρύτερη διάδοση σε ολόκληρη τη Δύση.
Ανάμεσα σ’ αυτά πρέπει να αναφέρουμε τον καφέ, την πρώτη περιγραφή του οποίου οφείλουμε, όπως σημειώσαμε κι αλλού, στον Πρόσπερο Αλπίνο. Ο 17ος αιώνας και ιδίως ο 18ος υπήρξαν οι αιώνες που ο καφές έφτασε το απώγειο της δόξας του ως ποτό και εμπόρευμα. Ο καφές όμως ήταν γνωστός και ως φάρμακο από την εποχή που μεσουρανούσε η ιατρική σχολή του Σαλέρνο: τον συνιστούσαν ως άριστο χωνευτικό στο τέλος του γεύματος. Σύμφωνα με το «Σαλέρνιο Σύνταγμα» το καλό γεύμα πρέπει να αρχίζει με μια φρυγανιά και να τελειώνει με ένα φλιτζάνι καφέ.
Ο καφές ως ποτό ήταν, όπως ήταν επόμενο, πιο γνωστός στις περιοχές της Ευρώπης που είχαν ζήσει κάτω από αραβική κυριαρχία, παρά στις υπόλοιπες. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η διάδοση της αραβικής επιστήμης στην Ευρώπη έγινε με τον Κωνσταντίνο τον Αφρικανό, σε μια εποχή δηλαδή που η αραβική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Γαλλία, Ισπανία) έπνεε τα λοίσθια. Ο ενθουσιασμός όμως των φυσιοδιφών του 16ου, αλλά και του 17ου αιώνα, για τον φυσικό κόσμο και τα φυτικά φάρμακα των νέων χωρών βοήθησε στην ευρύτατη διάδοσή του και στην εκτίμησή του ως αναντικατάστατου φάρμακου, πράγμα που εξακολουθεί να ισχύει σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα.

ΤΑ ΝΕΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Φυτά και φυτικά φάρμακα τελείως νέα ήταν μια σπουδαία συγκομιδή από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου. Μαζί με το καλαμπόκι (αραβόσιτο), που θα το δούμε ως κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής ιατρικής του 18ου αιώνα, και τις πατάτες, έφτασαν στην Ευρώπη το κακάο, ο καπνός, ο φλοιός της κίνας.
Ο καπνός αποτέλεσε μεταξύ των πρώτων το επίκεντρο μιας σειράς εξαντλητικών ερευνών, που είχαν σκοπό την ανακάλυψη των θεραπευτικών του ιδιοτήτων. Η φήμη που τον συνόδευε ήταν μεγάλη. Θεωρείτο θαυματουργό φάρμακο κατά των δηλητηριάσεων και ιδίως για τα τραύματα που προκαλούσαν τα δηλητηριασμένα βέλη. Ήταν ακόμα η άφθονη σιελόρροια και η απόχρεμψη που προκαλούσε σ’ αυτούς που τον κάπνιζαν, καθώς και τα ατελείωτα φταρνίσματα και η ρινόρροια που ακολουθούσαν το πάρσιμό του από τη μύτη.
Από εδώ ξεκινούν και οι ύμνοι που του έπλεκαν οι ιατροί της εποχής: μια ουσία που προκαλεί τέτοια εκροή χυμών από το σώμα, πράγμα που σε μια εποχή που βασίλευε ακόμα η σχετική θεωρία, είχε μεγάλη σημασία, δεν μπορεί παρά να έχει εγγυημένες θεραπευτικές ιδιότητες. Από πού όμως προέρχονταν όλοι αυτοί οι χυμοί που ο ευλογημένος καπνός απομάκρυνε από το σώμα δια μέσου της μύτης και του στόματος; Από πού αλλού παρά από τον εγκέφαλο, πάνω στον οποίο ο καπνός ασκούσε ειδική καθαρτική ενέργεια. Αν θυμηθούμε ότι βρισκόμαστε στον αιώνα, που χάρη σε παρόμοιες θεωρίες είχε αναγάγει το... «κλύσμα» σε θεραπευτικό σύμβολο και αν αναλογιστούμε ότι οι κυρίες της εποχής, προκειμένου να διατηρήσουν την υγεία τους, έφταναν τα... έξι κλύσματα την ημέρα, μπορούμε να φανταστούμε τι θεραπευτικός θησαυρός ήταν ο καπνός: αυτός μπορούσε να κάνει καθάρσεις χωρίς την ανάμιξη του, όσο να είναι, ενοχλητικού κλύσματος!
Πέρα όμως από την αστεία πλευρά του πράγματος, υπάρχει και η σοβαρή. Αν σήμερα ο καπνός και τα παράγωγά του έχουν τέτοια σημασία, τόσο σαν πρόβλημα κοινωνικής υγιεινής όσο κι ως κλασικό παράδειγμα εθισμού τεράστιων ανθρώπινων μαζών και ως βασικός συντελεστής του παγκόσμιου εμπορίου, σκεφτείτε τι θα πρέπει να υπήρξε για τον άνθρωπο του 16ου και του 17ου αιώνα.
Είναι όμως κι ένα άλλο φάρμακο που η εισαγωγή του στην Ευρώπη τον ίδιο αιώνα χαρακτηρίστηκε σαν ευλογία Θεού, σαν το πιο σπουδαίο γεγονός του αιώνα, τουλάχιστον από την άποψη της φαρμακολογίας. Πρόκειται για το φλοιό της κίνας. Το όνομα του φυτού από το οποίο λαμβάνεται («κιγχόνη η φαρμακευτική») προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από το πρώτο περιστατικό στο οποίο χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία: τη σύζυγο του κόμη του Σιντσόν (Κιγχόν).
Οι πρώτοι εισαγωγείς στην Ευρώπη (υπόθεση από την οποία βγήκαν σημαντικά κέρδη) ήταν οι πατέρες της Εταιρείας του Ιησού, που πήραν το προνόμιο της εξαγωγής από το Περού, στο οποίο γύρω στο 1635 ήταν αντιβασιλέας ο κόμης Σιντσόν.

ΟΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ
Οι θεραπευτικές ιδιότητες της κίνας δοκιμάστηκαν αμέσως στην Ευρώπη σε περιπτώσεις ελωδών πυρετών. Τα ευεργετικά της αποτελέσματα ήταν ολοφάνερα. Παρόλα αυτά στάθηκαν αφορμή μεγάλης αναστάτωσης για τον επιστημονικό κόσμο της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Γιατί όμως;
Η κίνα εξαφανίζοντας τα συμπτώματα της ασθένειας, δεν ενεργούσε απομακρύνοντας από τον οργανισμό τους χαλασμένους χυμούς, που κατά τη θεωρία ήταν η αιτία των νόσων. Ποιος ήξερε λοιπόν αν οι χυμοί αυτοί, με το να μένουν μέσα στο σώμα, δεν προκαλούσαν άλλες μορφές της νόσου. Η κίνα, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως δηλητήριο! Αυτές ήταν οι σκέψεις και οι απόψεις των ανένδοτων υποστηρικτών της θεωρίας των χυμών και της παραδοσιακής θεραπείας με καθαρτικά. Η φωτισμένη όμως μερίδα του ιατρικού κόσμου του 17ου αιώνα δέχτηκε την κίνα ως επίσημο φάρμακο, πιστεύοντας ότι η θεραπευτική της αξία την επέβαλλε ως τέτοιο, ανεξάρτητα από το αν ανταποκρινόταν στις γνωστές θεωρίες. Διέβλεψαν μάλιστα ότι ο τρόπος με τον οποίο ενεργούσε, θα στεκόταν ίσως αφορμή μιας ριζικής αναθεώρησης των αντιλήψεων που επικρατούσαν μέχρι τότε στην παθολογία, τη φαρμακολογία και τη θεραπευτική. Η εμφάνιση του νέου φαρμάκου συμπίπτει με την ανακάλυψη του «Sarcoptes» από τους Μπονόμο και Τσεστόνι, που εισάγει νέες παθογενετικές αντιλήψεις, και την εμφάνιση της κοινωνικής ιατρικής. Νέοι δρόμοι ανοίγονται από παντού και το αποτέλεσμα είναι επαναστατικό για την ιατρική.

6/2/09

Η μετάδοση των ασθενειών [50]

Με μόνη την ακριβή παρατήρηση της φύσης και άσχετα από το γεγονός ότι οι ιδέες του είναι τοποθετημένες στα αριστοτελικά πλαίσια, ο Τζιρόλαμο Φρακαστόρο (1478-1553) είχε συλλάβει, σχετικά με τη μετάδοση των ασθενειών, μια καταπληκτική ιδέα. Παράλληλα με τη μετάδοση μια νόσου από άμεση επαφή και τη μετάδοσή της από απόσταση, μιλούσε και για ένα τρίτο τρόπο μετάδοσης των ασθενειών: με τη μεσολάβηση ενός φορέα που μπορεί να είναι τα ρούχα ή τα κλινοσκεπάσματα του αρρώστου, αντικείμενα που έχει αγγίξει ή ακόμα και οι τοίχοι του δωματίου του.
Αλλά ο αριστοτελισμός του Φρακαστόρο ήταν πολύ ήπιος. Βέβαια, κατά την άποψή του, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την ύπαρξη μιας «πρώτης και απώτερης αιτίας». Η ανθρώπινη όμως διάνοια, όπως είναι πεπερασμένη, δεν μπορεί ποτέ να φτάσει μέχρι τη γνώση της που αποτελεί όριο, του οποίου η υπέρβαση θα εξέθετε τη σοβαρότητα κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Αντί όμως για την απροσπέλαστη «πρώτη και απώτερη αιτία», η επιστήμη στράφηκε στην αναζήτηση των πολλών «δεύτερων και εγγύτερων αιτιών». Και αυτές μόνο με την προσεκτική και λογική παρατήρηση της φύσης μπορούν να ανακαλυφθούν.
Με τις σκέψεις αυτές ο Φρακαστόρο οδηγεί την επιστήμη προς μια φυσιοκρατία, από την οποία και θα προέλθει η πειραματική επανάσταση του 17ου αιώνα.
Από μια τέτοια τοποθέτηση της επιστημονικής έρευνας προέκυψε και η ιδέα του φορέα στη μετάδοση των ασθενειών. Ο Φρακαστόρο δηλαδή είχε παρατηρήσει ότι συνέβαινε συχνά, τελείως υγιή άτομα να προσβάλλονται από πανώλη ή φυματίωση χωρίς να έλθουν σε άμεση επαφή με τον άρρωστο, αλλά μόνο με αντικείμενα που εκείνος είχε χρησιμοποιήσει. Το ερώτημα που αντιμετώπιζε ο Φρακαστόρο ήταν φυσικά τι είναι εκείνο που περνώντας από τον άρρωστο στο αντικείμενο και από το αντικείμενο στον υγιή, γίνεται αφορμή της μετάδοσης της νόσου.
Η απάντηση που δόθηκε αποτελεί ενορατική σύλληψη του δαιμόνιου πνεύματος του Φρακαστόρο.

ΤΑ «ΝΟΣΟΓΟΝΑ ΣΠΕΡΜΑΤΑ»
Πρώτος ο Λουκρήτιος, πιστός οπαδός της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου, υποστήριζε ότι οι ασθένειες προκαλούνται από «σπέρματα» που είναι αόρατα για το ανθρώπινο μάτι. Ο Φρακαστόρο, που δεν πρέπει να αγνοούσε το κείμενο του Λουκρήτιου, μιλά για «νοσογόνα σπέρματα», ζωντανές υπάρξεις που δεν τις διακρίνει το ανθρώπινο μάτι, που τρέφονται με τους ζωτικούς χυμούς του ατόμου, στο σώμα του οποίου βρίσκονται και αναπαράγονται με τέτοια ταχύτητα, ώστε η «ιαματική δύναμη της φύσης», που κατά το Φρακαστόρο ταυτιζόταν με το αίμα, να μη προλαβαίνει να τα αντιμετωπίσει. Η μετάδοση μιας ασθένειας είναι συνεπώς «ζωντανή» και η ίδια η ασθένεια ένα φαινόμενο παρασιτισμού, που αδυνατεί ο οργανισμός να αντιμετωπίσει με το αίμα του.
[1]
Μετά από έναν περίπου αιώνα, ο Αθανάσιος Κίρχερ (1601-1680), που τον γνωρίσαμε ως σκληρό αντίπαλο του Ρέντι και υποστηρικτή της θεωρίας της αυτόματης γένεσης, χωρίς να παύει να είναι συχνά προσεκτικός μελετητής της φύσης, πιστεύει ότι έκανε μια παρατήρηση. Εξετάζοντας στο μικροσκόπιο αίμα ενός ασθενούς που προσβλήθηκε από πανώλη, και πύου από τους βουβώνες του, νόμισε ότι διέκρινε τα «ζωάρια του Ουάρρωνα».[2] Τα «ζωάρια» αυτά τα ερμήνευσε ως αίτια της πανώλης, προσφέροντας έτσι την πειραματική απόδειξη, φανταστική βέβαια, στην «έμβια παθολογία» μερικών οπαδών του Παράκελσου: του Πιέρ Ζαν Φαμπρ, του Άουγκουστ Χάουπτμαν και του Χρίστιαν Λάνγκε.
Η παρατήρηση του Κίρχερ ήταν φανταστική. Όμως αποκτά εξαιρετική σημασία, επειδή είναι αποτέλεσμα της χρήσης του μικροσκοπίου, ενός όπλου ανυπολόγιστης αξίας στα χέρια της επιστήμης του 17ου αιώνα.

ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ
Είδαμε στα προηγούμενα τις σπουδαίες ανακαλύψεις που την πραγματοποίησή τους επέτρεψε η χρησιμοποίηση της οπτικής μεγέθυνσης στον τομέα της ιατρικής. Ανακαλύψεις όχι μόνο γύρω από τη λεπτή κατασκευή του ζωικού και του φυτικού σώματος, αλλά και γύρω από τη φυσιολογία του.
Από τη δική του πλευρά, η καθιέρωση του πειράματος στην ιατρική έρευνα, οδηγεί στη διαπίστωση του Ουίλιαμ Χάρβεϊ ότι «κάθε ζώο γεννιέται από ένα αυγό» (1651) και στην κατάρριψη της θεωρίας της αυτόματης γένεσης (Ρέντι, Βαλισνιέρι και τελικά Λάζαρος Σπαλαντσάνι, 1729-1799).
Και πάλι το μικροσκόπιο, επιτρέποντας στον Άντονι Βαν Λέβενχουκ να ανακαλύψει τους μικροοργανισμούς, προσφέρει τη σαφή διατύπωση της έννοιας του παρασιτισμού, που κι αυτή είχε εισαχθεί από το Ρέντι.
Το κλίμα αυτό ζούσε και ανέπνεε η Τοσκάνη του Φερδινάνδου Β' και του Κόζιμο Γ' το 1687, όταν ένας γιατρός από το Λιβόρνο, ο Τζιοβανκόζιμο Μπονόμο, έστειλε στο διδάσκαλό του Φραντσέσκο Ρέντι την επιστολή με την οποία του ανήγγειλε την ανακάλυψη του «άκαρι της ψώρας».

ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
«Γέμισες ψώρα ε; Μεγάλο κακό σε βρήκε, αδελφέ μου. Χωρίς αστεία, είναι ανάγκη να κοιτάξεις να τη θεραπεύσεις προτού πιάσουν στα γερά τα κρύα που, σφίγγοντας τους πόρους του δέρματος κι εμποδίζοντας την εφίδρωση, κάνουν να αυξάνει σημαντικά ο εσωτερικός βρασμός όλων αυτών των υγρών, που αδιάκοπα τρέχουν και ξανατρέχουν μέσα στους πόρους του ανθρώπινου σώματος, γιατί σε τελική ανάλυση, η ψώρα δεν είναι άλλο από τον κοχλασμό των υγρών αυτών, με τον οποίο φουσκώνουν και ξεχύνονται έξω από τους πόρους, από τα μικρά τους στόμια και ξεθυμαίνουν, τις πιο πολλές φορές στο δέρμα». Το περίεργο αυτό κείμενο προέρχεται από επιστολή του Ρέντι προς το διάσημο Ιησουίτη ιεροκήρυκα Πάολο Σενιέρι που είχε πάθει ψώρα.
Αν τώρα, ένα άτομο της μόρφωσης και της περιωπής του Σενιέρι μπορούσε να πάθει ψώρα, μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα συνέβαινε στα λαϊκά στρώματα, που η τήρηση των κανόνων της ατομικής υγιεινής ήταν κάτι το τελείως άγνωστο. Η ψώρα ήταν μια νόσος εξαιρετικά διαδεδομένη από την αρχαιότητα, που συνέχιζε να τυραννά τους ανθρώπους του 17ου αιώνα.
Προς την ενδημική αυτή νόσο, με τον έντονα κοινωνικό χαρακτήρα, είχε στραφεί το ενδιαφέρον των ιατρών του 17ου αιώνα, από τους οποίους τυχερός υπήρξε ο Τζ. Μπονόμο. Αυτός σε συνεργασία με το συμπολίτη του Τζιατσίντο Τσεστόνι (1637-1718) κατόρθωσε να ανακαλύψει το αίτιο της νόσου: το «Sarcoptes scabiei ή άκαρι της ψώρας», την περιγραφή του οποίου δίνει σε επιστολή του προς το Ρέντι με τίτλο: «Παρατηρήσεις σχετικά προς τους Sarcoptes του ανθρώπινου σώματος».
Η ανακάλυψη του άκαρι από τον Μπονόμο αμφισβητήθηκε από το συνεργάτη του Τσεστόνι, αρχιφαρμακοποιό του μεγάλου δούκα Κόζιμο Γ' και στενό φίλο του Ρέντι. Αυτός γράφοντας στο Βαλισνιέρι ισχυρίζεται ότι η ανακάλυψη είναι εντελώς δική του και ότι έγινε ύστερα από ατέλειωτα και επίπονα πειράματα. Όπως και να έχει η αλήθεια, τα ονόματα των Μπονόμο και Τσεστόνι έχουν συνδεθεί με μια από τις πιο γόνιμες σε συνέπειες ανακαλύψεις του 17ου αιώνα και όλων των εποχών.
Αν ανατρέξουμε στο «Λεξικό της Ακαδημίας της Κρούσκας» θα δούμε να ορίζεται ο Sarcoptes της ψώρας ως «μικρότατος σκώληκας, που γεννιέται από τη διάβρωση του δέρματος, που κατατρώγοντάς το προκαλεί οξύτατο κνησμό». Αν αναφέρουμε τον ορισμό αυτόν είναι γιατί στηρίζεται στη θεωρία της αυτόματης γένεσης. Άλλωστε, οι παραδοσιακές αντιλήψεις αντικατοπτρίζονται και στην επιστολή του Ρέντι προς τον Σενιέρι, ένα μέρος της οποίας διαβάζουμε: η ψώρα εξηγείται με την παθολογία των χυμών.
Τότε μεσολάβησε μια παρατήρηση του Τσεστόνι για τον οποίο γράφει ο Μπονόμο επί λέξει ότι «βεβαιώνει ότι παρατήρησε πάρα πολλές φορές ότι οι γυναίκες στα παιδάκια τους που έχουν ψώρα, βγάζουν με τη μύτη της καρφίτσας κάτι, δεν ξέρω τι, από τις λεπτές φουσκάλες της ψώρας, που δεν έχουν ακόμα ωριμάσει καλά και δεν έχουν διαπυηθεί, και αυτό το κάτι το τοποθετούν πάνω στο νύχι του αντίχειρα του αριστερού χεριού και ύστερα, με το νύχι του αντίχειρα του δεξιού χεριού το σπάζουν και σπάζοντάς το ακούγεται ένα μικρό τρίξιμο. Το ίδιο έχω δει να κάνουν από αμοιβαία ευσπλαχνία οι φυλακισμένοι και οι δούλοι που έχουν ψώρα, στη φυλακή, εδώ στο Λιβόρνο».
«Ο Τσεστόνι όμως», συνεχίζει ο Μπονόμο, «προσθέτει ότι στ’ αλήθεια δεν ήξερε με βεβαιότητα αν οι Sarcoptes ήταν σκουληκάκια. Αλλά θα μπορούσε αμέσως να ξεκαθαρίσει το ζήτημα εκτελώντας σύμφωνα με την επιθυμία μου πολλές δοκιμές σε κάποιον με ψώρα για να μπορέσει να παρατηρήσει με σιγουριά, αν συμβαίνει αυτό ή όχι». Τα λόγια αυτά, μακριά από τη δογματική νοοτροπία των περασμένων αιώνων, προδίδουν τον τρόπο σκέψης που εγκαινίασε στην επιστήμη ο Γαλιλαίος.
Εύκολα, λοιπόν, βρέθηκε το άτομο με τη ψώρα, ρωτήθηκε πού αισθάνεται τον πιο έντονο κνησμό κι απάντησε ότι αυτό του συμβαίνει εκεί όπου υπάρχουν πολλές φυσαλίδες, χωρίς όμως πύον. «Τότε», όπως γράφει ο Μπονόμο, «με τη μύτη μιας πολύ λεπτής καρφίτσας τρύπησα ένα από αυτά τα υδρώα και αφού, πιέζοντας, έκανα να βγει από εκεί μια μικρή σταγόνα, είχα την τύχη να αποσπάσω ένα πάρα πολύ μικρό λευκό σφαιρίδιο, μόλις ορατό. Κι όταν το παρατήρησα στο μικροσκόπιο, διέκρινα με αναμφισβήτητη βεβαιότητα ότι ήταν ένα παρά πολύ μικρό σκουληκάκι, που έμοιαζε με χελώνα».
Αφού και με πολλές άλλες παρατηρήσεις επιβεβαιώθηκε το εύρημα, έπρεπε τώρα να λυθεί το πρόβλημα πώς γεννιούνται αυτά τα σκουλήκια. Με λαχτάρα, οι δυο ερευνητές προσπαθούν να ανακαλύψουν αν τα σκουληκάκια αυτά γεννούν αυγά. Ύστερα από πολλές προσπάθειες η τύχη τους χαμογέλασε: την ώρα που ένας σχεδιαστής παρατηρούσε ένα από αυτά στο μικροσκόπιο, για να σχεδιάσει, το είδε να αφήνει μια σειρά από αυγά. Έτσι βεβαιώθηκαν ότι κι οι Sarcoptes αναπαράγονται όπως όλα τα ζώα, έχοντας αρσενικό και θηλυκό, όσο κι αν ακόμα δεν είχαν κατορθώσει να διακρίνουν το ένα από το άλλο.
Με τις παρατηρήσεις αυτές, οι αμφιβολίες για τις παλαιές θεωρίες ότι οι Sarcoptes γεννιόνται από τη σήψη που υφίσταται ο πάσχων από ψώρα γιγαντώνονται. Αλλεπάλληλα πειράματα δικαιώνουν τις αμφιβολίες και οδηγούν τον Μπονόμο στη σωστή ερμηνεία: η «ψώρα είναι νόσος τόσο μεταδοτική, επειδή οι Sarcoptes με μόνη την απλή επαφή ενός σώματος με το άλλο, μπορούν πολύ εύκολα να περάσουν από το ένα σώμα στο άλλο» γιατί «δεν ασχολούνται πάντοτε όλα με το έργο τους, χωμένα κάτω από την επιδερμίδα (δηλαδή με το ανοίγουν σήραγγες)... αλλά βρίσκονται και πάνω στην επιδερμίδα του σώματος, πανέτοιμοι να επιτεθούν σε κάθε τι που θα πλησιάσει, όπου όσο λίγα κι αν καταφέρουν να εγκατασταθούν, πολλαπλασιάζονται με αφθονία με τα αυγά που γεννούν».
Είχε έρθει πια ο καιρός, όπως μπορεί κανείς να καταλάβει εύκολα, για να μεταφερθεί η έννοια του παρασιτισμού από το μικροσκοπικό πεδίο και να γίνει αντιληπτό ότι ζωντανά, αλλά αόρατα για το γυμνό μάτι όντα, μπορούν να αποτελέσουν την αιτία των μεταδοτικών νοσημάτων.
Η διαίσθηση του Φρακαστόρο και η ανακάλυψη των Μπονόμο και Τσεστόνι έδιναν τους καρπούς τους.


[1] Ένα είδος προφητείας, δηλαδή, της θεωρίας των αντισωμάτων.[2] Αρχαίος Ρωμαίος που απέδιδε τους λοιμούς σε αόρατους μικροοργανισμούς.