16/3/09

Η εκφύλιση των συστημάτων [64]

Όπως σημειώσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, το «σύστημα» του Σταλ δεν βρήκε οπαδούς. Στη Γαλλία μόνο ο Πωλ Μπαρτέζ (1734-1806) έκανε μια απόπειρα για αναθεώρησή του, επιχειρώντας μια σύνθεση της μηχανιστικής και της βιταλιστικής αντίληψης και υποστηρίζοντας την ύπαρξη, εκτός από το σώμα και την ψυχή, ενός τρίτου στοιχείου στο οποίο οφείλονταν οι εκδηλώσεις των φαινομένων της ζωής. Σημαντικό πάντως μέρος των στοιχείων της σκέψης του 18ου αιώνα, ευνόησε την ανάπτυξη μερικών ακόμα «συστημάτων» που στην ουσία αποτελούν εκφύλιση του ρεύματος αυτού, η προσφορά του γενικά υπήρξε αρνητική.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΖΩΙΚΟΥ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ
Ο ηλεκτρισμός είχε ελκύσει την προσοχή των φιλοσόφων από την αρχαιότητα. Ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, ο Θαλής ο Μιλήσιος, είχε ασχοληθεί με τα μαγνητικά φαινόμενα που παρουσίαζε όταν τριβόταν το ήλεκτρο (από όπου και το όνομα ηλεκτρισμός).
Το 16ο και 17ο αιώνα, ασχολήθηκαν μαζί του πολλοί σοβαροί ερευνητές: Ο Ουίλιαμ Τζίλμπερτ που χρησιμοποίησε πρώτος το όνομα ηλεκτρισμός, ο Μπόυλ, ο Νεύτων, ο Όττο φον Γκουέρικε, ο Στήβεν Γκρέυ, που απέδειξε τη δυνατότητα μεταβίβασης του ηλεκτρισμού από σώμα σε σώμα δια της επαφής και οι Κλάιστ και Μούσσενμπρουκ που κατασκεύασαν τον πρώτο συσσωρευτή («φιάλη του Λέιντεν»).
Το 18ο αιώνα ο Βενιαμίν Φραγκλίνος έκανε τη διάκριση θετικού και αρνητικού ηλεκτρισμού και απέδειξε ότι ο κεραυνός είναι ηλεκτρικό φαινόμενο που οφείλεται στη σύγκρουση δύο αντιθέτων ηλεκτρικών φορτίων. Ο Λουίτζι Γκαλβάνι (1737-1798) έκανε τα πρώτα πειράματα γύρω από την επίδραση των ηλεκτρικών εκκενώσεων σε ζωντανά ζώα και ανακάλυψε την παρουσία ηλεκτρισμού στους ζωικούς οργανισμούς.
Όλα αυτά τοποθετούνταν μέσα στο πλαίσιο της γενικής τάσης προς μια «φιλοσοφία της φύσης», που από καιρό αναπτυσσόταν στον ευρωπαϊκό χώρο για να βρει την αποκορύφωσή της στο πρόσωπο του Γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Βίλχελμ Σέλλινγκ (1775-1854), η σκέψη του οποίου υπήρξε αποφασιστική για την κατοπινή εξέλιξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας.
Στην περίοδο αυτή που το ενδιαφέρον για τα ηλεκτρικά και μαγνητικά φαινόμενα συνεχώς αυξάνεται σε συνδυασμό με ζωηρές ζυμώσεις της «φιλοσοφίας της φύσης», δεν προκαλεί έκπληξη η εμφάνιση μιας παράδοξης φυσιογνωμίας, του ιατρού και τυχοδιώκτη Φραντς Άντο Μέσμερ.

ΜΕΣΜΕΡ ΚΑΙ ΜΕΣΜΕΡΙΣΜΟΣ
Ο Μέσμερ γεννήθηκε στο Ίζνανγκ πάνω στη λίμνη της Κωνστάντιας το 1734. Πήρε διαδοχικά τους τίτλους του διδάκτορα της φιλοσοφίας και θεολογίας και της ιατρικής, που ο τίτλος της διατριβής, αρκετά ενδεικτικός για το εκπονούμενο «σύστημά» του, ήταν «Περί της επίδρασης των πλανητών».
Το «σύστημά» του ο Μέσμερ διατύπωσε έχοντας υπόψη του τις παρατηρήσεις του Γαληνού για την επίδραση των φάσεων της σελήνης στην εκδήλωση των επιληπτικών και των υστερικών κρίσεων και τους ισχυρισμούς του Τουλπ για την επίδρασή τους στην εκδήλωση των κολικών του νεφρού. Το «σύστημα» στηριζόταν στο «ζωικό μαγνητισμό» και τις σχέσεις μεταξύ αυτού και των επιδράσεων των πλανητών. Μαθαίνοντας ότι ο Ιησουίτης μοναχός και αστρονόμος Μαξιμιλιανός Χελλ είχε θεραπεύσει μερικές περιπτώσεις επώδυνων συσπάσεων του στομάχου, χρησιμοποιώντας μαγνήτη, κατέληξε ύστερα από επίπονη, όσο και φλύαρη μελέτη στο συμπέρασμα ότι οι θεραπείες του Χελλ οφείλονταν στο «ζωικό μαγνητισμό». Την εντυπωσιακή αυτή ανακάλυψή του δημοσίευσε στη Βιέννη το 1775 στο βιβλίο του «Μελέτες περί της μαγνητικής θεραπείας».
Η βασική του ιδέα ήταν ότι αντί να καταφεύγει κανείς στους μεταλλικούς μαγνήτες μπορούσε θαυμάσια να θεραπευτεί με το «ζωικό μαγνητισμό» που διέφευγε από τα χέρια του γιατρού.
Ύστερα από αυτό, οι εκκλησιαστικές αρχές τον αναθεμάτισαν και ο σύλλογος των καθηγητών της ιατρικής σχολής της Βιέννης τον περιέβαλλε με την περιφρόνησή του. Έτσι ο Μέσμερ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βιέννη.
Το 1778 βρίσκεται στο Παρίσι, όπου άνοιξε ιατρείο, στο οποίο μάλιστα καλούσε και μέλη της Ακαδημίας των Επιστημών για να παρακολουθούν τις θεραπείες του. Ο ενθουσιασμός όμως του κοινού δεν υπήρξε ούτε ομόφωνος, ούτε άμεσος. Τότε ο Μέσμερ, αφού πρώτα προσπάθησε να διαπραγματευτεί χωρίς επιτυχία με τη βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα, που του είχε δώσει μια ετήσια επιχορήγηση για την εγκατάστασή του στο Παρίσι, έφυγε από τη γαλλική πρωτεύουσα και πήγε στο Σπα.
Ύστερα από λίγα χρόνια και με τη βοήθεια φίλων και θαυμαστών του που είχαν οργανωθεί στην «Εταιρεία της αρμονίας», ένα είδος επιστημονικής - μυστικιστικής αίρεσης στο πρότυπο του τεκτονισμού, επέστρεψε πάλι στο Παρίσι. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η μεγάλη φήμη και τα μεγάλα κέρδη για το Μέσμερ.

Η ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΝ ΕΥΝΟΕΙ
Η κοινωνία των Γάλλων ευγενών στις παραμονές της Επανάστασης, μια κοινωνία πλούσιων, κενόδοξων, νωθρών και αργόσχολων ατόμων, προσφερόταν θαυμάσια για την ευδοκίμηση τέτοιων θεωριών. Ο «ζωικός μαγνητισμός» του Μέσμερ ήταν ό,τι αποζητούσαν τα παρισινά σαλόνια της εποχής του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και προπαντός οι κυρίες, από τις οποίες ήταν συνεχώς γεμάτο το ιατρείο του έτσι που να χρειάζεται να κλείσεις ραντεβού εβδομάδες πριν. Η υστερία ήταν πολύτιμη σύμμαχος του Μέσμερ, που άσχετα από τις πεποιθήσεις του ήταν πολύ καλός ηθοποιός και φοβερός έμπορος.
Ο Μέσμερ κάθιζε τους πελάτες του γύρω από μια περίεργη δεξαμενή, «μπακέ», όπως την αποκαλούσε, γεμάτη με πολύ αραιό διάλυμα θειικού οξέος. Μέσα στο διάλυμα ήταν βυθισμένες σιδερένιες ράβδοι με λαβή, που την έπαιρνε στο χέρι του ο πελάτης και «μαγνητιζόταν». Τη στιγμή εκείνη μέσα στο ημίφως της αίθουσας, έκανε θεατρικά την εμφάνισή του ο Μέσμερ, ντυμένος με μεταξωτό λιλά πουκάμισο και άγγιζε με το χέρι του ή με ένα ραβδάκι τους ασθενείς που πάθαιναν αμέσως μια προσβολή αρκετά όμοια με υστερία. Μετά την κρίση αυτή, που ήταν απαραίτητη για να πετύχει η θεραπεία, ο Μέσμερ απελευθέρωνε το μαγνητισμό του και ο ασθενής θεραπευόταν.
Πώς γινόταν η θεραπεία; Ο Μέσμερ βάζοντας τα χέρια του πάνω στον άρρωστο, του προκαλούσε ένα είδος ύπνωσης που την ονόμαζε «υπνοβασία» ή «ενόραση» και όσο αυτή διαρκούσε, του υπέβαλλε την ιδέα της θεραπείας. Ύστερα από όλα αυτά, ο Μέσμερ είχε γίνει ο αγαπημένος γιατρός της υψηλής γαλλικής κοινωνίας.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΜΕΡ
Με τη Γαλλική Επανάσταση τέλειωσε και η δραστηριότητα του Μέσμερ, που, ενεργώντας με φρόνηση, άφησε το Παρίσι, που τότε το απασχολούσαν έννοιες διαφορετικές από τον Μεσμερισμό. Από εκεί πηγαίνει πρώτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στη Βιέννη, με την ελπίδα να επαναλάβει την προσοδοφόρα πρακτική του. Το κλίμα όμως εκεί δεν προσφερόταν όσο ο ίδιος θα ήθελε κι έτσι αναγκάστηκε να γυρίσει στην πατρίδα του όπου και πέθανε το 1815.
Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι αν στα όσα έκανε ο Μέσμερ υπήρχε και κάποιο αληθινό, θετικό στοιχείο. Και είναι μεν γεγονός ότι ο Μέσμερ εκμεταλλευόταν την τάση των ανθρώπων όλων των εποχών και πιο πολύ του αιώνα της Διαφώτισης, προς το υπερφυσικό. Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι είτε ενσυνείδητα είτε όχι, ο Μέσμερ στάθηκε κατά κάποιο τρόπο πρόδρομος των ερευνών των αιώνων που ακολούθησαν, πάνω στα θέματα της ύπνωσης, του πνευματισμού και των παραψυχολογικών φαινομένων της ανθρώπινης ψυχής. Όπως και αν κρίνει κανείς τη θεωρία του για τον ζωικό μαγνητισμό, δεν μπορεί να παραβλέψει δυο στοιχεία: τη σημαντική προσωπική επιρροή του Μέσμερ στον ψυχικό κόσμο των αρρώστων του και τη συχνότητα με την οποία παρουσιαζόταν το φαινόμενο της υπνοβασίας κατά τη διάρκεια των θεραπειών του. Ο Μέσμερ πράγματι υπήρξε ο πρώτος που μπόρεσε να παραγάγει κατάσταση ύπνωσης σε άλλα άτομα, ένα φαινόμενο δηλαδή που εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί αντικείμενο σοβαρών μελετών.

Η ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ
Περισσότερη επίδραση άσκησε στους μεταγενέστερους και εξακολουθεί και σήμερα να ασκεί με αρκετή επιτυχία η θεωρία του Γερμανού ιατρού Σάμουελ Χάνεμαν, που γεννήθηκε στο Μάισεν το 1755 και πέθανε στο Παρίσι το 1843.
Στο θεμελιώδες έργο του «Όργανο της ιατρικής τέχνης» (Δρέσδη, 1810) υπάρχει η πλήρη διατύπωση του «συστήματός» του που συνοψίζεται στον αφορισμό «τα όμοια θεραπεύονται δια των ομοίων», σε αντίθεση με την κλασική αρχή ότι «τα αντίθετα θεραπεύονται δια των αντιθέτων». Η θεωρία του Χάνεμαν είναι η «ομοιοπαθητική».
Ο Χάνεμαν πίστευε ότι η ενέργεια κάθε φαρμάκου δεν είναι τίποτε άλλο από μια ασθένεια με ήπια συμπτώματα, που προκαλείται τεχνητά με τη χορήγησή του. Σκέφτηκε λοιπόν ότι οι αρρώστιες πρέπει να θεραπεύονται με τα φάρμακα εκείνα που όταν τα πάρει ο άρρωστος του προκαλούν συμπτώματα όμοια με τα συμπτώματά τους. Πίστευε ακόμα ότι ένα φάρμακο είναι τόσο πιο δραστικό, όσο περισσότερο αραιωμένο χορηγείται.
Με τις αντιλήψεις αυτές του Χάνεμαν ένα πράγμα επιτυχαινόταν με απόλυτη βεβαιότητα: το «μη βλάπτειν» του Ιπποκράτη. Και αυτό δεν είναι λίγο αν σκεφτεί κανείς τις καταχρήσεις των φαρμάκων που έγιναν το 18ο αιώνα: τον Μπράουν με το λάβδανο και το ουίσκι και τον Ραζόρι με τα εξασθενητικά του. Βέβαια γνωρίζουμε φάρμακα που και σε εξαιρετικά αραιές διαλύσεις εξακολουθούν να είναι δραστικά και μάλιστα περισσότερο από ό,τι αν ήταν σε πυκνότερη διάλυση. Αυτό όμως για κανένα λόγο δε σημαίνει ότι η θεωρία του Χάνεμαν είναι στο σύνολό της ορθή. Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το «σύστημα» του Χάνεμαν έχει την απήχησή του και στις δικές μας ημέρες.

1 σχόλιο:

christina aslanidi είπε...

συγγνωμη μηπως μπορείτε να αναφερθείτε και στην βιβλιογραφία του άρθρου ??