Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπερενγκάριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπερενγκάριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/9/08

Η χειρουργική [23]

Ύστερα από τη ζωηρή τάση για ανανέωση, που σημειώνεται σε όλους τους ιατρικούς κλάδους, επόμενο ήταν να ωφεληθεί και η χειρουργική, αφού άλλωστε οι μεγαλύτερες πρόοδοι αφορούσαν τα πεδίο της ανατομικής. Και πράγματι η χειρουργική ανοίγει για λογαριασμό της αποφασιστικούς δρόμους κατά την Αναγέννηση, ιδίως όσον αφορά ορισμένους κλάδους και τύπους επεμβάσεων.

Η ΑΝΑΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ
Όπως συμβαίνει συχνά, και στη χειρουργική συναντούμε πλάι – πλάι, επαναστατικές καινοτομίες κι επεμβάσεις που φαίνονται να επιβιώνουν απ' τα βάθη του απώτερου παρελθόντος. Αυτό ισχύει ειδικότερα για την κρανιοανάτρηση, επέμβαση διαδεδομένη σε όλη την αρχαιότητα, με ρίζες που χάνονται στους προϊστορικούς χρόνους. Όπως αναφέραμε, η τεχνική της ανάτρησης αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα, με ταυτόχρονη τελειοποίηση των εργαλείων που χρειάζονταν για την εκτέλεσή της, σε τέτοια έκταση που ακόμη και σήμερα μένουμε κατάπληκτοι. Αν διαβάσει κανείς το έργο του Ιπποκράτη «Περί των κεφαλής τραυμάτων»
[1] θα εκπλαγεί βλέποντας ότι η τεχνική και ο εξοπλισμός σε εργαλεία έμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα μέχρι τον 19ο αιώνα, δηλαδή ως την ανακάλυψη και την εφαρμογή της ασηψίας κι αντισηψίας.
Γεμάτος εμπιστοσύνη στην τελειότητα των μέσων που διέθετε, δε δίσταζε ο ιπποκρατικός ιατρός να εκτελεί την ανάτρηση τού κρανίου σε κάθε ευκαιρία. Έτσι βέβαια κατέληγε στην υπερβολή και τα αποτελέσματα, που δεν μπορούσε φυσικά να είναι πάντα κακά, τον έκαναν σκεπτικιστή και περισσότερο επιφυλακτικό.
Την επίκληση αυτή προς τη σύνεση του ιατρού συναντάμε σε κείμενο του Κέλσου (1ος μ.Χ. αιών), στο οποίο βεβαιώνει ότι «σε κάθε περίπτωση ρωγμής ή κατάγματος του κρανίου, οι παλαιοί ιατροί κατέφευγαν αμέσως στα χειρουργικά εργαλεία. Πάντως είναι πολύ καλύτερο να προσπαθήσει κανείς πρώτα με τα έμπλαστρα, που είναι παρασκευασμένα ειδικά για τις περιπτώσεις κακώσεων του κρανίου». Πάντως παρά τις επιφυλάξεις του, ο Κέλσος περιγράφει τέλεια τη τεχνική των σχετικών επεμβάσεων και τον πλούσιο εξοπλισμό σε εργαλεία, όπως π.χ. ο μηνιγγοφύλαξ, του οποίου δίνει ακριβέστατη περιγραφή.
Οι Άραβες, που ακολουθούν χρονολογικά, με τη γενικότερη επιφύλαξή τους απέναντι σε κάθε αιματηρή επέμβαση, παραμέλησαν και την ανάτρηση του κρανίου, που εφαρμοζόταν από τους μεσαιωνικούς ιατρούς της Δύσης, αν και η στάση τους συνέπιπτε μάλλον προς τις απόψεις του Κέλσου.
Στην Αναγέννηση, η κρανιοανάτρηση αρχίζει ξανά να εκτελείται σε ευρεία κλίμακα. Αυτό οφείλεται αφενός στην επέκταση των ανανεωτικών τάσεων στη χειρουργική και αφετέρου στην ευρεία διάδοση των πυροβόλων όπλων. Τότε και ο εξοπλισμός σε εργαλεία χειρουργικά, που δεν είχε αλλάξει απ' την αρχαιότητα, άρχισε βαθμιαία να τελειοποιείται. Αυτό υπήρξε έργο των χειρουργών του 16ου αιώνα. Μπορούμε να το γνωρίσουμε μέσα απ' τις εικόνες που κοσμούν τα συγγράμματά τους.

ΜΠΕΡΕΝΓΚΑΡΙΟ ΝΤΑ ΚΑΡΠΙ
Από τα βιβλία αυτά, πρέπει να αναφέρουμε πρώτο το έργο του Μπερενγκάριο «Πραγματεία επί του κατάγματος του κρανίου». Στο βιβλίο αυτό που δημοσιεύτηκε το 1518, περίπου 20 αιώνες μετά το ανάλογο έργο του Ιπποκράτη, βρίσκουμε τη πρώτη άρτια περιγραφή και την πρώτη συστηματική εικονογράφηση των εργαλείων που χρησιμοποιούνταν στις κρανιοτομές. Όπως βλέπει κανείς, πολλοί από τους ιατρούς της Αναγέννησης υπήρξαν όχι μόνον ανατόμοι, αλλά και πρακτικοί ιατροί και θαυμάσιοι χειρουργοί, τα δε εργαλεία του Μπερενγκάριο είναι ό,τι τελειότερο υπάρχει στην εποχή του. Η εικόνα που μας δίνει το έργο του με τις περιγραφές για την εικονογράφησή του, τόσο για τη τεχνική της κρανιοτομίας όσο και για τον εξοπλισμό σε χειρουργικά εργαλεία που χρειαζόταν για την εκτέλεσή της, συμπληρώνεται με δυο άλλα βιβλία: τη «Χειρουργική» του Τζιοβάνι Αντρέα ντέλλα Κρότσε (Βενετία, 1573) και «Τα έργα της χειρουργικής» του Αμβρόσιου Παρέ (Λυών, 1641).

Η ΠΛΑΣΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ
Η ανακάλυψη της πυρίτιδας κι η χρήση της για πολεμικούς σκοπούς, ενώ δεν απομάκρυνε τα κλασικά όπλα
[2] δημιούργησε ένα νέο τύπο πολεμικών τραυμάτων: τα τραύματα από πυροβόλα όπλα. Αλλά δεν ήταν σπάνιοι κι οι τρομακτικοί ακρωτηριασμοί απ' όπλα, όπως οι κεφαλοθραύστες και οι σφύρες, που σχετίζονταν με τη μύτη των πολεμιστών. Πράγματι, αν επισκεφτούμε συλλογές παλαιών όπλων θα έχουμε μια απόδειξη του γεγονότος: το «αλεξίρινο», τμήμα του κράνους του 16ου αιώνα για τη προστασία της μύτης από τέτοιου είδους τραυματισμούς.
Η ανάγκη για την αντιμετώπιση τέτοιων παραμορφωτικών τραυμάτων, που απαιτούσαν διόρθωση, οδήγησε νωρίς στη δημιουργία ενός νέου χειρουργικού κλάδου: της πλαστικής χειρουργικής. Ένας απ' τους πρώτους τύπους των επεμβάσεων αυτών ήταν η ρινοπλαστική. Αρχικά την εκτελούσαν τα μέλη ορισμένων οικογενειών εμπειρικών, στους οποίους μεταβιβαζόταν ως μυστικό από πατέρα σε γιο η τεχνική και τα απαραίτητα για την επέμβαση εργαλεία. Οι περισσότερες από τις οικογένειες αυτές κατάγονταν απ' τη περιοχή τής Καλαβρίας, πράγμα που χαρακτηρίζει τη ρινοπλαστική σαν καθαρά μεσογειακή ιατρική ειδικότητα και ενισχύει ακόμη μια άλλη άποψη: ότι εισαγωγείς της ειδικότητας αυτής στη Σικελία αρχικά και στις άλλες μεσογειακές χώρες αργότερα υπήρξαν οι Άραβες, που με τη σειρά τους την παρέλαβαν απ' την ιατρική της Ανατολής. Πράγματι, σε ινδικά συγγράμματα χειρουργικής μπορούμε να δούμε μια σειρά πινάκων, που εικονογραφούν το κεφάλαιο της ρινοπλαστικής και είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα συναντήσουμε αργότερα σε ανάλογα συγγράμματα της Δύσης.
Ο πρώτος επίσημος χειρουργός, που μελέτησε τα προβλήματα της ρινοπλαστικής υπήρξε ο Γκασπάρε Ταλιακότσι, καθηγητής Χειρουργικής και Ανατομικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας (1586-1596). 11 ολόκληρα χρόνια πριν δημοσιεύσει το μνημειώδες έργο του «Επί της ρινοπλαστικής» (Βενετία, 1597), είχε γράψει μια μακρά επιστολή στον Τζερόλαμο Μερκουριάλε, φημισμένο ιατρό και διακεκριμένο φιλόλογο, που την είχε αφιερώσει στο θέμα της ρινοπλαστικής.
Το βιβλίο του Ταλιακότσι πλουτίζεται με καταπληκτική εικονογράφηση. Αρκεί μια γρήγορη ματιά στις σελίδες του για να μείνει κανείς έκπληκτος απ' την τελειότητα τής μεθόδου που ο συγγραφέας εφάρμοζε επιτυχώς για την εκτέλεση της ρινοπλαστικής. Ο χειρουργός προκαλούσε επιπόλαιες εκδορές στο κολόβωμα της ακρωτηριασμένης μύτης και μεταμόσχευε εκεί ένα τεμάχιο από το δέρμα του βραχίονα του ασθενούς. Το τεμάχιο αυτό εξακολουθούσε να βρίσκεται από το ένα του άκρο συνδεδεμένο με τη περιοχή από την οποία προερχόταν, έτσι που να έχει εξασφαλισμένη κυκλοφορία, μέχρις ότου συνδεθεί οριστικά με τη νέα περιοχή, μέχρι δηλαδή να «πιάσει». Για τον σκοπό αυτόν ο βραχίονας του χειρουργημένου αναστηλωνόταν και στερεωνόταν, για το απαραίτητο χρονικό διάστημα, στη μύτη του. Ύστερα από αυτό, κοβόταν ο μίσχος του μοσχεύματος και το χέρι του έμενε ελεύθερο. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται και σήμερα στη πλαστική χειρουργική, γνωστή σαν «ιταλική» μέθοδος.
Κάτι που δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφέρουμε είναι τα ειρωνικά σχόλια που προκάλεσε η μέθοδος του Ταλιακότσι και μάλιστα από διάσημα πρόσωπα, σαν τον Παρέ και το συμμαθητή του Φαλλόπιο, έναν από τους μεγαλύτερους ανατόμους τής εποχής του. Ο Ταλιακότσι όμως, εκτός από πολέμιους, γνώρισε και θαυμαστές: τον Μερκουριάλε και τον Μαλπίγγι, που θα τους αναφέρουμε αργότερα, όπως κι άλλους, μη συμπατριώτες του.

Ο ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΠΑΡΕ
Φαίνεται αρκετά παράξενη υπόθεση η διακωμώδηση του Ταλιακότσι και της ρινοπλαστικής του από επιστήμονες της περιωπής του Φαλλόπιο και του Παρέ, όταν μάλιστα αυτός ο τελευταίος θεωρείται από τους διασημότερους χειρουργούς του 16ου αιώνα, ίσως δε κι όλων των εποχών. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κι ο ίδιος ο Παρέ υπήρξε αντικείμενο ανόητης και κακοήθους κριτικής από τους συγχρόνους του.
Ο Παρέ γεννήθηκε το 1510. Δεν παρακολούθησε καμιά σχολή, αλλά απέκτησε χειρουργική πείρα κοντά σ’ έναν κουρέα – χειρουργό των Παρισίων. Οι επιδιώξεις του Παρέ δεν ήταν προφανώς μεγάλες: ήθελε να γίνει κι αυτός ένας κουρέας – χειρουργός, μέλος της τάξης εκείνης των εμπειρικών, που ήταν αντικείμενα μεγάλης περιφρόνησης από μέρους των ιατρών. Η διαμάχη άλλωστε ανάμεσα στις δυο τάξεις δεν ήταν κάτι καινούργιο, αλλά υπόθεση χρονολογούμενη απ' την αρχαία Αίγυπτο. Στην εποχή του Παρέ οι χειρουργοί είχαν συγκροτήσει την Αδελφότητα των αγίων Κοσμά και Δαμιανού, η οποία μαζί με την αδελφότητα των φαρμακοποιών, αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα για τους γιατρούς, που με τη σειρά τους υποστήριζαν ότι είχαν κάθε δικαίωμα να ρυθμίζουν την πρακτική εξάσκηση της ιατρικής τέχνης.
Ύστερα πάντως από μια αξιόλογη προπαρασκευή, κατόρθωσε ο Παρέ να γίνει δεκτός ως «εσωτερικός βοηθός», θα λέγαμε σήμερα, στο Νοσοκομείο «Οτέλ Ντιέ» των Παρισίων, το μεγαλύτερο της εποχής του. Ακολουθούν 10 χρόνια (1536 - 1545) στρατιωτικής υπηρεσίας κατά την εκστρατεία των Γάλλων στην Ιταλία, στην οποία απέκτησε εξαιρετική πείρα στην τραυματολογία.
Εκείνα τα χρόνια πίστευαν ότι τα τραύματα που τα προκαλούσαν πυροβόλα όπλα ήταν δηλητηριασμένα. Έτσι, ακόμη και γνωστοί χειρουργοί, τα θεράπευαν με ειδικά αντίδοτα: καυτό λάδι, κρόκο αυγού, τερεβινθίνη. Κάποια μέρα ο Παρέ, μην έχοντας λάδι στο πεδίο τής μάχης, περιορίστηκε στην απλή επίδεση τέτοιων τραυμάτων. Μετά από λίγες μέρες διαπίστωσε με έκπληξη ότι αντίθετα με ό,τι περίμενε, τα τραύματα είχαν επουλωθεί εξίσου καλά, αν όχι και πιο γρήγορα, από τα τραύματα που θεραπεύονταν με αντίδοτο. Έτσι ο Παρέ κατέρριψε τη θεωρία ότι τα τραύματα που προκαλούνται από πυροβόλα όπλα είναι δηλητηριασμένα. Αλλά προχώρησε και σ' άλλες καινοτομίες. Μέχρι τότε, οι αιμορραγίες αντιμετωπίζονταν με καυτηριασμούς. Ο Παρέ εισήγαγε σε ευρεία κλίμακα την απολίνωση, την περίδεση δηλαδή του αγγείου που αιμορραγούσε με λινό νήμα, κάτι που είχε υποδείξει ο Τζιοβάνι ντα Βίγκο (1450-1525) για τα μεγάλα αγγεία.
Μετά την επιστροφή του από τους πολέμους, ο Παρέ συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Τζιάκομο Σίλβιο, που τον παρακίνησε να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα των ερευνών του. Έτσι, το 1545, δημοσίευσε το πρώτο βιβλίο του: «Επί της θεραπείας των τραυμάτων εξ αρκεβουζίου» στα γαλλικά, γιατί ο νεαρός χειρουργός δεν γνώριζε ακόμη τα λατινικά. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το προοδευτικό πνεύμα του έργου, προκάλεσε μεγάλο θόρυβο και πολεμική. Ο Παρέ όμως, χωρίς να πτοηθεί καθόλου, συνέχισε το ανανεωτικό του έργο, δημοσιεύοντας το 1549 δεύτερο βιβλίο: «Σύντομη Συλλογή Ανατομικής», που θεωρείται το πρώτο εγχειρίδιο Ανατομικής, γραμμένο σε άλλη γλώσσα εκτός των λατινικών. Στο βιβλίο του αυτό ο Παρέ διακηρύττει ότι η άγνοια από μέρους του της λατινικής κι ελληνικής γλώσσας, δεν αποτελεί κενό για έναν σοβαρό και έμπειρο χειρουργό. Το 1561 ακολουθεί το μεγάλο του σύγγραμμα: «Γενική ανατομική του ανθρωπίνου σώματος», ένα είδος απόδοσης κατ’ ουσία, του έργου του Βεσάλιου σε γαλλική γλώσσα.
Ο Παρέ, πιστός χριστιανός, διασώθηκε ως εκ θαύματος από τη σφαγή της νύχτας του αγίου Βαρθολομαίου, που έγινε με τη καθοδήγηση του φανατικού καθολικού Κάρολου Θ’ της Γαλλίας.
Το 1575 κυκλοφόρησαν όλα τα έργα του Παρέ σε κοινή έκδοση, που την ακολούθησαν άλλες 4. Η τελευταία από αυτές συμπίπτει με το θάνατό του (1590). Με την έκδοση αυτή ο Παρέ δίνει το τελικό χτύπημα στην συντηρητική παράδοση, όχι μόνον αποδεικνύοντας το ανώφελο συνταγών που περιείχαν «σκόνη μούμιας» και «ρινίσματα μονόκερου», αλλά και χαρακτηρίζοντας όλα αυτά τα γιατροσόφια ως προϊόντα τσαρλατανισμού.
Η θέση αυτή του Παρέ ήταν κι η καλύτερη απάντηση στις εναντίον του από καθέδρας ειρωνείες και στο χαρακτηρισμό του ως τσαρλατάνου και αμόρφωτου, επειδή δεν γνώριζε ούτε ελληνικά ούτε λατινικά. Στην απάντηση αυτή διαφαίνεται όχι μόνον η σοβαρότητα του επιστήμονα, αλλά και το σατιρικό πνεύμα και το λεπτό χιούμορ που χαρακτηρίζουν τους Γάλλους. Ο Παρέ υπήρξε πράγματι μεγάλος, ένας από τους προδρόμους της σύγχρονης χειρουργικής.


[1] Ένα από τα 69 έργα τής Ιπποκρατικής Συλλογής.[2] Ενεργούσαν ως τέμνοντα, νύσσοντα και θλώντα όργανα, και εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται σε ευρεία έκταση.


3/9/08

Η ανανέωση προχωρεί [21]

Παρόλο που η συμβολή του Βεσάλιου στην ανανέωση των ιατρικών σπουδών και την ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης ήταν τεράστια, όμως η μορφή και το έργο του δεν αποτελούν μοναδική παρουσία στην ιστορία της ιατρικής. Όταν άρχισε την επιστημονική του δραστηριότητα, υπήρχε κιόλας μια αξιόλογη προεργασία και η παράδοση δεν αποτελούσε πια αντικείμενο τυφλής πίστης. Εδώ και μερικές δεκαετίες πραγματοποιείτο μια βραδεία ανανέωση, που οφειλόταν στο Μοντίνο ντέι Λούτσι. Όσο κι αν ο διδάσκαλος αυτός δεν έχει να παρουσιάσει καινοτομίες στο περιεχόμενο της διδασκαλίας του, που έμεινε πιστή στο Γαληνό, εν τούτοις μια πρωτοβουλία του στο τομέα τής διδακτικής μεθόδου, μπορεί να θεωρηθεί σαν η μακρινή και απαραίτητη προϋπόθεση για την κατοπινή πρόοδο. Πρόκειται για το συνδυασμό της διδασκαλίας με την επίδειξη πάνω στο πτώμα.
Όμως παρά την καινοτομία αυτή, απέμεναν πολλά να γίνουν. Για να αποδώσει η νέα μέθοδος τους καρπούς της έπρεπε ανάλογα νεωτεριστική να είναι κι η νοοτροπία εκείνων που έσκυβαν πάνω απ' την ανατομική τράπεζα. Γιατί πρέπει να σημειωθεί πως ούτε ο Μοντίνο ούτε οι διάδοχοί του σκέφτηκαν ποτέ ότι ανοίγοντας το πτώμα θα προέβαιναν σε προσωπικές ανατομικές παρατηρήσεις. Αρκεί να μεταφερθούμε νοερά στο χώρο της διδασκαλίας, όπως μας τον διέσωσαν οι μικρογραφίες των βιβλίων της εποχής, για να διαφωτιστούμε αρκετά σχετικά με το πνεύμα που επικρατούσε εκεί. Ο διδάσκαλος βρίσκεται στην έδρα του κρατώντας μπροστά του και σχολιάζοντας το κείμενο τού Γαληνού. Πιο χαμηλά είναι η ανατομική τράπεζα με το πτώμα. Ένα άτομο, ειδικευμένο στη διάνοιξη του πτώματος, εκτελεί τη νεκροτομή κι ένας τρίτος κρατώντας δείκτη δείχνει στους μαθητές, που είναι γύρω από την ανατομική τράπεζα, τα όργανα που αναφέρει ο δάσκαλος. Αυτός, βέβαια για την απόλυτη ακρίβεια του κειμένου που κρατούσε στα χέρια του, δεν καταδεχόταν καν να σκύψει πάνω στο πτώμα που ανατεμνόταν κάτω απ' τα πόδια του.
Παρόλα αυτά, η σύλληψη της ανάγκης και της χρησιμότητας της παρατήρησης των διδασκομένων στο πτώμα, έστω και με την αφελή πεποίθηση ότι η παρατήρηση αυτή απλώς θα επιβεβαίωνε τα όσα δίδασκε το κείμενο του Γαληνού, αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα προόδου. Ήταν το αποφασιστικό γεγονός που άνοιξε το δρόμο σε μια αληθινή ανανέωση των ανατομικών σπουδών.
Ο ανατόμος της Αναγέννησης δε περιορίζεται πια στην έδρα του. Παίρνει ο ίδιος τη θέση των ειδικών που έκαναν τη διάνοιξη του πτώματος και την επίδειξη των οργάνων του και έτσι, θέλοντας και μη, παρατηρεί και ερευνά. Θέλοντας και μη, επειδή η έρευνα δεν ανήκε υποχρεωτικά στις προθέσεις αυτών που πρώτοι στάθηκαν μπροστά στην ανατομική τράπεζα. Η νοοτροπία τους δεν ήταν διαφορετική απ' τη νοοτροπία του Μοντίνο. Ήταν βέβαιοι ότι θα εύρισκαν στο πτώμα ό,τι ακριβώς περιγράφει ο Γαληνός. Αργά ή γρήγορα όμως, διαπίστωναν ότι μεταξύ των περιγραφών τού Γαληνού και των ανατομικών ευρημάτων υπήρχε συχνά μεγάλο χάσμα. Πώς έπρεπε να ερμηνευθεί αυτό;
Η πρώτη ερμηνεία αναζητήθηκε στις παρατηρήσεις του Μπενιβιένι, ο οποίος κάνοντας πολλές νεκροτομές για ιατροδικαστικούς λόγους, είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό στοιχείων σχετικά με τις παθολογοανατομικές αλλοιώσεις που μπορούσαν να βρεθούν σ' ένα πτώμα. Είχε συγκεκριμένα παρατηρήσει διάφορες αλλοιώσεις των σπλάγχνων λόγω παθολογικών καταστάσεων, καθώς κι ανωμαλίες εκ γενετής. Αυτές ακριβώς οι παρατηρήσεις υπήρξαν τα επιχειρήματα, με τα οποία οι ανατόμοι της εποχής ζητούσαν να δικαιολογήσουν όσα ο Γαληνός υποστήριζε, αντίθετα προς την πραγματικότητα που παρατηρούσαν στο πτώμα.
Μια τέτοια, όμως, δικαιολόγηση των πραγμάτων δε μπορούσε να συνεχίζεται αενάως. Όταν σε κάθε επαναλαμβανόμενη νεκροτομή ανακαλυπτόταν και πάλι η ίδια διαφορά στο ίδιο όργανο του πτώματος, άρχιζαν να δημιουργούνται οι πρώτες υπόνοιες ότι ο Γαληνός έσφαλε. Οι υπόνοιες σύντομα μεταβλήθηκαν σε βεβαιότητα. Και από τότε άρχισε μια πυρετώδης εργασία αναθεώρησης των παραδοσιακών αντιλήψεων, που το αποκορύφωμά της ήταν η δημοσίευση της εργασίας του Βεσάλιου «Περί της κατασκευής τού ανθρωπίνου σώματος».
Η ανατροπή της αυθεντίας του Γαληνού ήταν κάτι που δεν έγινε απότομα. Αρχικά ήταν μια κίνηση άτολμη και αβέβαιη, πράγμα που επιβεβαιώνεται από πολλά στοιχεία. Θα θυμάστε ίσως τη διπλωματική στάση του Βεσάλιου, στο ζήτημα του «θαυμάσιου δικτύου» του Γαληνού, που, παρά τις αναζητήσεις του, δεν μπορούσε να ανακαλύψει σε κανέναν εγκέφαλο. Ανάλογη υπήρξε η στάση κι άλλων επιστημόνων, που το έργο τους ήταν αποφασιστικό για την ανάπτυξη των ανατομικών γνώσεων. Όλοι ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν θέση είτε υπέρ των ανατομικών πειστηρίων του πτώματος είτε υπέρ του κειμένου του Γαληνού. Η επιλογή πρέπει να ήταν για την εποχή τους εξαιρετικά δύσκολη.

ΜΠΕΡΕΝΓΚΑΡΙΟ ΝΤΑ ΚΑΡΠΙ
Είναι ο πρώτος που αρνήθηκε την εμπιστοσύνη του στο Γαληνό, πράγμα που έκανε με πολλή σύνεση και επιφυλακτικότητα και επί πλέον βαθμιαία και προοδευτικά.
Στο έργο του «Σχόλια και εκτεταμένες προσθήκες στην Ανατομική τού Μοντίνο» που δημοσιεύτηκε το 1521, ανακύπτει και πάλι το πρόβλημα του «θαυμάσιου δικτύου» του εγκεφάλου, που ταλάνισε τους πρώτους ανατόμους της Αναγέννησης. Στο βιβλίο αυτό, που ήταν σχολιασμός ενός παραδοσιακού βιβλίου, ο Μπερενγκάριο γράφει: «Σημείωσε, αναγνώστη, ότι ασχολήθηκα πάρα πολύ στο να γνωρίσω αυτό το θαυμάσιο δίκτυο και την εντόπισή του κι εκατοντάδες εκατοντάδων φορές ανέτεμνα ανθρώπινες κεφαλές, σχεδόν μόνο για να δω αυτό το δίκτυο. Και όμως δεν έχω ακόμα ξεκαθαρισμένη γνώμη».
Αργότερα στις «Βραχείες εισαγωγές» του, που δημοσιεύθηκαν στη Μπολόνια το 1522, πήρε το θάρρος να κάνει ένα ακόμα βήμα, βεβαιώνοντας τους αναγνώστες του ότι «ωστόσο, αυτό το θαυμάσιο δίκτυο, εγώ δεν το είδα ποτέ». Πάντως, ακόμα κι εδώ, δεν τολμά να εκστομίσει τη φράση: «ο Γαληνός έσφαλλε». Αυτό το «εγώ δεν το είδα ποτέ» δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά λάθος από μέρους του Γαληνού. Σημειώνει, όμως, τη γένεση της νέας ανατομικής κι αποκαλύπτει ότι το έδαφος, που τόσο γόνιμα καλλιέργησε ο Βεσάλιος, ήταν έτοιμο όταν άρχισε το έργο του.
Όχι μόνο το «θαυμάσιο δίκτυο» αλλά και το «φίλτρο» ή ο «ηθμός», που ο Γαληνός, ή μάλλον η λανθασμένη ερμηνεία του κειμένου του, τοποθετούσε στους νεφρούς, ήταν κάτι που διέγειρε επίσης τις αμφιβολίες του Μπερενγκάριο. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Μοντίνο όχι μόνο το δεχόταν ασυζητητί, αλλά και το περιέγραφε λεπτομερώς. Ο Μπερενγκάριο, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Ματέο Φερράρι ντα Γκράντο, που πρώτος είχε αρνηθεί την ύπαρξη του «ηθμού» στους νεφρούς, λέει πως θα ερευνήσει προσωπικά, με προσοχή και σχολαστικότητα, νεφρούς ανθρώπου, χοίρου κι άλλων ζώων, πριν αποφασίσει για την ύπαρξη ή όχι του ηθμού αυτού. Πράγματι, χρησιμοποιώντας μια νέα ανατομική τεχνική, εγχέοντας δηλαδή κρύο νερό στα αγγεία του νεφρού για να κάνει πιο εμφανή την πορεία και τις διακλαδώσεις τους, δίνει μια αξιόλογη περιγραφή της νεφρικής πυέλου, των θηλών, των αγγειακών κλάδων κλπ., από την οποία, φυσικά, απουσιάζει το περίφημο «φίλτρο». Και κλείνει την περιγραφή του με τα λόγια: «…τόσα αρκούν για την ώρα αναφορικά με τη θεωρία τού φίλτρου». Δε λέει ότι ο Μοντίνο έσφαλλε, αλλά προσφέροντας στον αναγνώστη τη δική του περιγραφή, χωρίς σχόλια, τον αφήνει να βγάλει εκείνος τα αρνητικά του συμπεράσματα.

Ο ΡΕΝΑΛΝΤΟ ΚΟΛΟΜΠΟ
Προετοιμασμένο λοιπόν το έδαφος, όπου επρόκειτο να εργαστεί τόσο λαμπρά ο Βεσάλιος, αλλά κι οι άνθρωποι που θα δέχονταν τη διδασκαλία του έτοιμοι! Πρώτος μεταξύ όλων ο άμεσος, αλλά και νεώτερος διάδοχός του στην έδρα της Πάντοβας, ο Ρεάλντο Κολόμπο (Κρεμόνα 1520 – Ρώμη 1559). Πρώτα μαθητής και μετά βοηθός του Βεσάλιου, έδωσε μια πραγματεία «Επί της Ανατομικής», που δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, που κρίνεται ως υποδειγματικό στο είδος του έργο. Επιφανείς σύγχρονοι μελετητές παρατηρούν ότι αν το βιβλίο αυτό είχε και εικονογράφηση, λίγο θα διέφερε από ένα σύγχρονο κείμενο.
Όμως, η ανακάλυψη που τον έκανε διάσημο και του εξασφάλισε ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ιατρικής είναι η ανακάλυψη της μικρής (καρδιοπνευμονικής) κυκλοφορίας. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί η έννοια της κυκλοφορίας του αίματος συνολικά. Αλλά το θέμα αυτό θα μας απασχολήσει εκτεταμένα σ' άλλο κεφάλαιο. Αν αναφέρομε εδώ τον Ρεάλντο Κολόμπο, δεν είναι για τη συμβολή του στο θέμα της κυκλοφορίας του αίματος, αλλά κυρίως για τον ρόλο του στην οριστική απαγκίστρωση από κάθε παραδοσιακή άποψη και στην εξέλιξη της σύγχρονης ανατομικής ως πραγματικής επιστήμης.

Ο ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΕ ΦΑΛΛΟΠΠΙΟ (1523-1563)
Όταν μετά από μερικά χρόνια ο Ρ. Κολόμπο άφησε την Πάντοβα για να εγκατασταθεί προσωρινά στη Πίζα και τέλος στη Ρώμη, όπου μονιμοποιήθηκε στη θέση του αρχίατρου του πάπα Παύλου Γ’, άφησε την έδρα σε καλά χέρια. Διάδοχός του ήταν ένας άλλος μαθητής του Βεσάλιου, μεγαλοφυής σαν τον συμμαθητή του και τολμηρός σαν το δάσκαλό του: ο Γκαμπριέλε Φαλλόπιο. Γεννήθηκε στη Μοδένα το 1523 και δίδαξε ανατομική στη Φεράρα και τη Πίζα, πριν καταλήξει στη Πάντοβα, συνεχιστής του έργου του Βεσάλιου, απ' την ίδια έδρα που εκείνος είχε διδάξει.
Ο Φαλλόπιο δημοσίευσε τις «Ανατομικές Παρατηρήσεις» (1561), έργο μέσα στο οποίο βρίσκονται καταχωρημένες οι πιο μεγάλες ανακαλύψεις του. Δεν υπήρξε όργανο του ανθρωπίνου σώματος που να μη μελέτησε ο Φαλλόπιο, αρχίζοντας από τον εγκέφαλο και τελειώνοντας στο ουροποιογεννητικό σύστημα. Οι πιο σπουδαίες ανακαλύψεις του αναφέρονται στο γεννητικό σύστημα, αλλά και στα αυτιά. Στα έσω γεννητικά όργανα της γυναίκας, οι σάλπιγγες φέρουν το όνομά του: φαλλοπιανές σάλπιγγες. Στα αυτιά, ο πόρος που διατρέχει το προσωπικό νεύρο έχει επίσης το όνομά του: φαλλοπιανός πόρος. Στο αυτί περιέγραψε επίσης τον κοχλία (ακουστικό όργανο), τον λαβύρινθο (όργανο ισορροπίας) και τον υμένα του τύμπανου. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μελέτες του σχετικά με τα εγκεφαλικά νεύρα. Περιέ-γραψε το τροχιλιακό, το τρίδυμο, το ακουστικό και το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο (IV, V, VIII και IX εγκεφαλική συζυγία) και μελέτησε ιδιαίτερα τα οφθαλμοκινητικά νεύρα. Τα έργα του εκδόθηκαν σε 3 τόμους το 1584 και το 1606 στην Ενετία και στη Φραγκφούρτη.

ΤΖΕΡΟΛΑΜΟ ΦΑΜΠΡΙΤΣΙ ΝΤ’ ΑΚΟΥΑΠΕΝΤΕΝΤΕ (1537-1619)
Μετά από τον Γκαμπριέλε Φαλλόπιο, η έδρα της ανατομικής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας περιέρχεται στο Τζερόλαμο Φαμπρίτσι ντ’ Ακουαπεντέντε (1566). Εγκατέλειψε το διδακτικό έργο το 1604 για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην επιστημονική έρευνα μέχρι το θάνατό του (1619). Αποτέλεσμα της εργασίας αυτής ήταν η «Χειρουργική» του (Πάντοβα, 1617), έργο που αποτέλεσε σοβαρή συμβολή, τόσο από τεχνικής όσο και από θεραπευτικής άποψης. Όμως, η προσφορά που τον κατατάσσει στη σειρά των μεγάλων νεωτεριστών της εποχής του αφορά τον ανατομικό και φυσιολογικό και κυρίως τον εμβρυολογικό τομέα. Δυο εργασίες του: «Επί του σχηματισμένου εμβρύου» και «Επί του σχηματισμού του ωού και του νεοσσού», αποτελούν όντως σύγχρονες πραγματείες πάνω στο θέμα. Στο κείμενο και την εικονογράφηση των έργων αυτών τη θέση της παράδοσης καταλαμβάνει οριστικά η αλήθεια που φανερώνεται πάνω στην ανατομική τράπεζα. Οι εικόνες εμβρύων στη μήτρα που υπάρχουν στα έργα του, ούτε καν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες παραστάσεις των μεσαιωνικών χειρογράφων του Σωρανού ή ακόμα και με τα σχέδια τού Λεονάρντο ντα Βίντσι. Μας δίνουν επίσης το μέτρο της αξίας του έργου και της σκέψης του Φαμπρίτσι. Οι εμβρυολογικές του όμως μελέτες δεν περιορίζονται μόνο σε ό,τι αφορά το σχηματισμό του ανθρώπινου εμβρύου και τα συναφή προβλήματα φυσιολογίας αλλά επεκτείνονται και στο βασίλειο των ζώων. Έτσι μελετήθηκε εμβρυολογικά μια μεγάλη ποικιλία θηλαστικών, ενώ απ' τα ψάρια οι λεγόμενοι χονδρόστεοι, ερπετά και πτηνά. Οι παρατηρήσεις που συγκέντρωσε αποτελούν τις βάσεις του κλάδου εκείνου, που αργότερα θα ονομαστεί συγκριτική ανατομική.
Αλλά και το καθαρά διδακτικό του έργο υπήρξε μεγάλο. Στην αλύγιστη θέληση κι επιμονή του οφείλεται η κατασκευή του θαυμάσιου ανατομικού αμφιθεάτρου του Πανεπιστημίου της Πάντοβας, που και σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα σημεία του Πανεπιστημίου. Το αμφιθέατρο αυτό αποτέλεσε το υπόδειγμα πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν τα ανατομικά αμφιθέατρα όλων των Πανεπιστημίων της Ευρώπης, αλλά και των ιατρικών σχολών της εποχής μας.
Οι μελέτες όμως τού Φαμπρίτσι επεκτάθηκαν και πέρα από την εμβρυολογία, για την εξέλιξη τής οποίας απετέλεσαν αποφασιστική καμπή. Η συμβολή του υπήρξε το ίδιο σημαντική και όσον αφορά στη μελέτη της κατασκευής των αυτιών. Αυτός πρώτος προέβη στην ακριβή περιγραφή κι εικονογράφηση του οργάνου αυτού, καθώς και σε άλλες εργασίες για τον μηχανισμό των μυϊκών κινήσεων, εργασίες που άνοιξαν το δρόμο σε ερευνητές, όπως ο Μπορέλλι, για τους οποίους θα μιλήσουμε αργότερα.
Σ' όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το στοιχείο της προσωπικής του γοητείας, που τον έκανε δάσκαλο θαυμαστό, αγαπητό και περιζήτητο, πράγμα που συνετέλεσε στη μεγαλύτερη συρροή σπουδαστών στην Πάντοβα, κυρίως ξένων. Ανάμεσά τους ήταν, το 1597, ο Άγγλος Ουίλλιαμ Χάρβεϋ, το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος. Αλλά και τα προβλήματα της κυκλοφορίας απασχόλησαν τον Φαμπρίτσι. Η περιγραφή κι η απεικόνιση των βαλβίδων των φλεβών είναι από τις πιο επιμελημένες ανατομικές του εργασίες. Μόνο για το φυσιολογικό τους ρόλο δεν μπόρεσε να βρει τη σωστή ερμηνεία. Έτσι ξαναγύρισε στα «πνεύματα» της γαληνικής παράδοσης, που η κυριαρχία τους στον τομέα της φυσιολογίας ήταν μέχρι τον 16ο αιώνα, αδιαφιλονίκητη.

ΜΠΑΡΤΟΛΟΜΕΟ ΕΟΥΣΤΑΚΙ (ΕΥΣΤΑΧΙΟΣ)
Τη δύναμη της σκέψης του Γαληνού και το μέτρο της επίδρασής της σε όλον σχεδόν τον 16ο αιώνα, παρά το ισχυρό νεωτεριστικό ρεύμα που τον χαρακτηρίζει, μαρτυρεί το έργο ενός ακόμη μεγαλοφυούς ανατόμου, του Μπαρτολομέο Εουστάκι (Σανσεβερίνο, περί το 1500-1574, Ρώμη). Το όνομά του, γνωστό σ' όλους τους ιατρούς του κόσμου από τις ευσταχιανές σάλπιγγες,
[1] σχετίζεται και με μελέτες που αφορούν τη λεπτή κατασκευή του νεφρού και των δοντιών. Δυο σχετικές εργασίες του δημοσιεύτηκαν το 1563.
Όμως ο Ευστάχιος ήταν πιστός αριστοτελικός κι οπαδός τού Γαληνού. Ύστερα από κάθε του νέα ανακάλυψη θέτει ως άμεσο σκοπό την προσαρμογή της στις παραδοσιακές ερμηνείες και περιγραφές. Φυσικά σε κάθε τέτοια περίπτωση διακρινόταν για την πολεμική του κατά του Βεσάλιου και των οπαδών του. Η θέση αυτή τού Εουστάκι είναι αρκετά σαφής στη περίπτωση των Ανατομικών του Πινάκων, που τους έκανε ο Ενετός Ντε Μούζις υπό τις οδηγίες του. Το σύγγραμμα, για το οποίο προορίζονταν, έχει δυστυχώς χαθεί. Από όσους όμως πίνακες διασώθηκαν σε άλλα έργα εκείνης της εποχής και μολονότι η απώλεια του έργου δεν μας επιτρέπει να συλλάβουμε όλο τους το νόημα, αυτό που διαπιστώνεται είναι η προσπάθεια να προσαρμοστούν τα ευρήματα της ανατομικής τράπεζας με τις απόψεις τού Γαληνού. Παρ' όλα αυτά προβαίνει σε μερικές συμπληρώσεις και διορθώσεις του αρχαίου δασκάλου, πράγμα που δε δημιουργούσε ευνοϊκή ατμόσφαιρα γι’ αυτόν στο περιβάλλον του, περιβάλλον φανατικών αριστοτελικών και γαληνιστών, όπως η ρωμαϊκή κουρία (η παπική αυλή). Κατά τα άλλα οι πίνακές του, παρά ορισμένα λάθη τους, αποτελούν ένα αξιοθαύμαστο βήμα προς τα εμπρός σε σύγκριση με τους αντίστοιχους πίνακες των παραδοσιακών ανατομικών.

ΤΖΙΟΒΑΝΝΙ ΦΙΛΙΠΠΟ ΙΝΓΚΡΑΣΙΑ
Πολεμική, άλλου είδους, είχε ανοίξει ο Ευστάχιος και μ' έναν άλλο ανατόμο, δηλωμένο νεωτεριστή: το Τζιοβάνι Φιλίππο Ινγκράσια (Σικελία, 1510), καθηγητή τής ανατομικής στο Πανεπιστήμιο της Νεαπόλεως και αργότερα γενικό αρχίατρο στο Παλέρμο.
Ο Ινγκράσια επιδόθηκε ειδικά στη μελέτη της οστεολογίας. Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να αποδείξει πρώτος πως οι περιγραφές του ανθρωπίνου σκελετού απ' το Γαληνό βασίστηκαν στη παρατήρηση οστών πιθήκου και όχι ανθρώπου, γεγονός που οδήγησε σε πολλά και σημαντικά λάθη. Ένα απ' αυτά, το σημαντικότερο, κάτι που είχε ήδη καταγγείλει ο Βεσάλιος, ήταν ο ισχυρισμός ότι το οστούν της κάτω γνάθου αποτελείται από 2 μέρη που ενώνονται στο επίπεδο των γενιών, πράγμα που ισχύει για τα ζώα και όχι για τον άνθρωπο.
Μια από τις ανακαλύψεις τού Ινγκράσια είναι εκείνη που αφορά τον αναβολέα.
[2] Την ανακάλυψη αυτή διεκδικεί κι ο Ευστάχιος, η έρευνα όμως την απέδωσε στον Ινγκράσια, του οποίου η οξεία παρατηρητικότητα αποδεικνύεται από τη μελέτη του βιβλίου του (Δ’ τόμος, 20ο κεφάλαιο) «Σχόλια επί του Περί Οστών βιβλίου του Γαληνού» (Παλέρμο 1603). Στο βιβλίο αυτό ο Ινγκράσια περιγράφει ένα ενδιαφέρον περιστατικό: Προσκλήθηκε να θεραπεύσει κάποιον Δον Μπλάσκο, που από καιρό υποβαλλόταν από διάφορους ιατρούς σε θεραπείες χωρίς αποτέλεσμα, λόγω κατάγματος που έπαθε, πέφτοντας από το άλογο που έκανε ιππασία. Ο Ινγκράσια περιγράφει τη συμπτωματολογία του κατάγματος αυτού με απίθανη ακρίβεια και διηγείται πώς διέγνωσε κάταγμα του ελάσσονος τροχαντήρα,[3] και πώς το θεράπευσε με την ακινητοποίηση του μέλους στη σωστή θέση. Ο άρρωστος που είχε υποβληθεί σε ακατάλληλη μέχρι τότε θεραπεία έγινε καλά σ’ ένα μήνα. Οι ιατροί που προηγήθηκαν, δεν είχαν συλλάβει το μηχανισμό του κατάγματος, που είχε προέλθει απ' τη βίαιη προσαγωγή και την απότομη προς τα έσω στροφή του μηρού κατά την πτώση. Στο πρόσωπό τους ο Ινγκράσια σατιρίζει με καυστικότητα το πνεύμα του κομφορμισμού που επικρατούσε ακόμα στην εποχή του, αποκαλύπτοντας κριτική διάθεση, πηγαίο χιούμορ, ευφυία και επαναστατικότητα.
Οι μελέτες του Ινγκράσια επεκτείνονται και σε υγειονομικά θέματα. Η αφορμή δόθηκε από τη μεγάλη επιδημία πανώλης τού 1575-1576, που βύθισε στο πένθος τη Σικελία. Την εποχή εκείνη ο Ινγκράσια διέπρεψε ως γενικός αρχίατρος. Καρπός των μελετών τής περιόδου αυτής υπήρξε το βιβλίο του «Πληροφορίες περί της λοιμογόνου μολυσματικής νόσου…» (Παλέρμο, 1576). Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας απομακρύνεται οριστικά από τα παλαιά σχήματα κι εγκαινιάζει νέους δρόμους, πράγμα που επιχειρεί και στην ιατροδικαστική, της οποίας υπήρξε πραγματικός πρόδρομος με την έννοια που της αποδίδουμε σήμερα.

ΑΛΛΟΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΕΣ
Το έργο που άρχισε ο Βεσάλιος συνεχίστηκε όχι μόνο από τους μεγάλους, αλλά και από ονόματα λιγότερο γνωστά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ευφυία τους ήταν μικρότερη και η προσφορά τους λιγότερο σημαντική.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «ελάσσονες», μνημονεύουμε πρώτον τον Ιούλιο Καίσαρα Αράντζιο (Aranzio) (1530-1589). Το όνομά του φέρει το τελικό τμήμα της ομφαλικής φλέβας, που εξασφαλίζει στο έμβρυο την επικοινωνία ανάμεσα σ' αυτήν και τη κάτω κοίλη (Αραντίειος πόρος).
Αναφέρουμε επίσης τον Κοστάντζο Βαρόλιο (1543-1575). Παρά τη μικρή διάρκεια τής ζωής του, το όνομά του αποθανατίστηκε σ' ένα σπουδαίο τμήμα τού εγκεφάλου.
Με τον Βεσάλιο λοιπόν αρχίζει μια νέα εποχή για την ανατομική, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ονόματα μπορούμε να αναφέρουμε πολλά: Ο Χάρβεϋ, που το όνομά του συνδέεται με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος, ήταν μαθητής του Φαμπρίτσι στην Πάντοβα. Ο Ολλανδός Κόιτερ (1534-1576), ο Ελβετός Μποέν (1560-1624) κ.ά. που τα ονόματά τους έχουν συνδεθεί με την πρόοδο της ανατομικής, σπούδασαν στην Ιταλία. Επιστρέφοντας στις πατρίδες τους μετέφεραν το σπόρο της αναγέννησης των ιατρικών επιστημών. Με το έργο τους ετοίμαζαν την επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα.


[1] Οι σωλήνες που συνδέουν την κοιλότητα του μέσου ωτός με τον στοματοφάρυγγα.[2] 'Ενα από τα 3 μικροσκοπικά οστά του μέσου ωτός.[3] Προεξοχή του μηρού, στην οποία καταλήγει ο βασικός για τη βάδιση μυς, ο λαγονοψοΐτης.