Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεο-ατομισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεο-ατομισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18/9/08

Ο δρόμος προς τη μικροσκοπική ανατομική [33]

Από ό,τι γράφουμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, μπορούμε να τοποθετήσουμε τη γενέθλια χρονολογία της μικροσκοπικής ανατομικής στη χρονιά που ο Μαλπίγγι δημοσίευσε, με διαφορά δύο μηνών τη μία από την άλλη, τις δυο επιστολές του «Περί πνευμόνων», δηλαδή το 1661. Στις επιστολές αυτές περιέγραφε τις ανακαλύψεις που έκανε με τη βοήθεια της οπτικής μεγέθυνσης στους πνεύμονες του βατράχου: αφενός τις πνευμονικές κυψελίδες, βάση της λεπτής κατασκευής του πνεύμονα κι αφετέρου τα τριχοειδή τους αγγεία, με τα οποία αποδεικνυόταν αναμφισβήτητα η κυκλοφορία του αίματος.
Η χρονολογία αυτή έρχεται από πλευράς σημασίας για τη γέννηση της νέας επιστήμης πολύ κοντά σε μια άλλη, το 1610, που ο Γαλιλαίος δημοσίευσε τον «Αστρικό αγγελιοφόρο» του, ένα είδος ιδρυτικής πράξης της νέας αστρονομίας. Ό,τι συνέβη και στις δυο χρονολογίες είχε τις προεκτάσεις του στον τρόπο της τοποθέτησης και της λύσης των προβλημάτων από την επιστήμη γενικά, με βάση το έργο του Γαλιλαίου (από την ανατομική, τη φυσιολογία και την ιατρική ειδικότερα με βάση το έργο του Μαλπίγγι). Ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στις δυο χρονολογίες, περίπου μισός αιώνας, είναι αυτός που επέτρεψε να ωριμάσουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επανάσταση του Μαλπίγγι.
Έχουμε κιόλας παρατηρήσει ότι η εφαρμογή των μηχανιστικών αντιλήψεων στον ανόργανο κόσμο είχε να υπερνικήσει σημαντικά λιγότερες δυσκολίες από εκείνες που συνάντησε στα θέματα του οργανικού κόσμου, είτε επρόκειτο για την έρευνα της ανατομικής κατασκευής είτε για την ερμηνεία των φυσιολογικών φαινομένων. Αυτό είχε βέβαια το λόγο του. Ο οργανικός κόσμος συνδεόταν, για κάθε μελετητή, με κάτι μυστηριώδες. Κι αυτό ήταν η ζωή τού υπό παρατήρηση αντικειμένου, που φαινόταν δύσκολο να βρει ικανοποιητική εξήγηση στο χώρο των «μαθηματικών αποδείξεων».
Δεν ήταν όμως αυτό η μοναδική δυσκολία. Ήταν ακόμα το γεγονός ότι η εφαρμογή της νέας τεχνικής μεθόδου, της οπτικής μεγέθυνσης, στην έρευνα του απειροελάχιστου δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση, όσο η μελέτη του υπερμεγέθους. Με άλλα λόγια η έρευνα με το μικροσκόπιο δεν ήταν τόσο εύκολη, όσο η έρευνα με το τηλεσκόπιο. Το ουράνιο σώμα μπορούσε να παρατηρηθεί όπως ήταν στον ουρανό, άσχετα από λεπτομέρειες τόπου και χρόνου, θέμα βέβαια αρκετά πολύπλοκο, αλλά που δεν απαιτούσε καμιά προετοιμασία από τη μεριά του παρατηρητή. Για να παρατηρηθούν όμως οι απειροελάχιστοι σχηματισμοί του σώματος με το αντίστοιχο του τηλεσκοπίου όργανο, το μικροσκόπιο, απαιτείτο ειδική λεπτή προετοιμασία του αντικειμένου που καλείτο να αποκαλύψει τα μυστικά της κατασκευής του.

Ο ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ
Ο Γαλιλαίος, που πρώτος χρησιμοποίησε το τηλεσκόπιο για την έρευνα του απείρως μεγάλου κόσμου των άστρων, είναι εκείνος που εισήγαγε το μικροσκόπιο και στη μελέτη του απείρως μικρού. Το υιοθέτησε, όπως λέει ο βιογράφος του, για τη «λεπτολόγο παρατήρηση των ελάχιστων στοιχείων της ύλης και της θαυμαστής λεπτής υφής των τμημάτων και των μελών των εντόμων, στη σμικρότητα των οποίων μπορούσε να δει κανείς με θαυμασμό το μεγαλείο του Θεού και τα θαυμαστά έργα της φύσης».
Η μελέτη πρώτων των εντόμων, εκτός από την καλύτερη γνώση της θαυμαστής κατασκευής τους, καθόρισε τις πραγματικές δυνατότητες του νέου τρόπου της έρευνας και βοήθησε στη δημιουργία ενός ειδικού τρόπου σκέψης, χωρίς τον οποίο δε θα μπορούσε ποτέ η μικροσκοπική ανατομική να ωριμάσει τελείως.
Δεν ήταν μόνον οι μικρές κατασκευές του σώματος των εντόμων, αλλά και μια σειρά ζώων, που η ύπαρξή τους ήταν άγνωστη μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε το μικροσκόπιο. Σ’ ένα κομμάτι τυριού ανακάλυπτε, π.χ. ο παρατηρητής ένα πλήθος μικροσκοπικών σκουληκιών και σε μια σταγόνα ξυδιού ένα πλήθος πλασμάτων που θύμιζαν μικρά χέλια. Όλα αυτά οδηγούσαν βέβαια σε νέους, άγνωστους κόσμους. Συγχρόνως όμως ενώ απ’ τη μια υπόσχονταν πλήρη αναθεώρηση των παλιών αντιλήψεων, από την άλλη δημιουργούσαν πλήθος νέων προβλημάτων, τόσο στον επιστημονικό όσο και στον τεχνικό τομέα. Κυρίως όμως δημιουργούσαν νέες προοπτικές στην ενατένιση κάθε προβλήματος του οργανικού κόσμου, με το να κατευθύνουν τη σκέψη προς την ανακάλυψη του απειροελάχιστου. Εκεί ήταν η έδρα των λειτουργιών κάθε ζωντανού οργανισμού.

Ο ΝΕΟΑΤΟΜΙΣΜΟΣ
Από τη στιγμή που το μικροσκόπιο μπαίνει σαν όργανο στη διάθεση του ερευνητή, το μικροσκόπιο εγκαθίσταται στη διάνοιά του σαν ιδέα. Η ιδέα, καρπός του οργάνου, βρίσκει σ’ αυτόν τον ισχυρότερο σύμμαχο, αλλά και τον πιστότερο υπηρέτη. Εμπνευσμένη από αυτό, του καθόριζε με τη σειρά της τη χρήση και τις εφαρμογές. Δεν περιορίζεται τώρα πια κανείς να παρατηρεί θαυμάζοντας και να διασκεδάζει ικανοποιώντας την περιέργειά του. Ερευνά, δηλαδή κάνει επιστήμη. Μια επιστήμη τελείως νέα, όχι μόνο για τις μεθόδους της, αλλά και για τις αντιλήψεις και τις προοπτικές της, που δεν έχουν τίποτε το κοινό με εκείνες που τροφοδοτούσαν την επιστημονική έρευνα στους αιώνες που πέρασαν.
Κάτι σαν προφητεία, συγχρόνως και διακήρυξη για μια τέτοια επιστήμη, βρίσκουμε σε μια σελίδα του Βάκωνα, εκεί που αναφέρει τους καρπούς που μπορεί κανείς να προσδοκά από την εφαρμογή της οπτικής μεγέθυνσης. Λέει ο Βάκων ότι όσο περισσότερο ανακαλύπτουμε με το μικροσκόπιο τη τελειότητα των έργων της φύσης, τόσο περισσότερο βεβαιωνόμαστε για την ατέλεια των δικών μας έργων. Και καταλήγει λέγοντας πως: «αν ο Δημόκριτος είχε δει το μικροσκόπιο, θα είχε ίσως πηδήσει από χαρά και θα υποστήριζε ότι είχε βρει τον τρόπο να δει το άτομο, που διαβεβαίωνε πως ήταν τελείως αόρατο».
Έτσι βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια ατομική θεωρία, βασισμένη όχι πια στην ενόραση και τη θεωρία, αλλά στηριγμένη στη θετική καθημερινή προσφορά του μικροσκοπίου. Αν το όργανο αυτό επιτρέπει την ανακάλυψη σχηματισμών στο σώμα των πολύ ελάχιστων ζωυφίων, αν ακόμα επιτρέπει την ανακάλυψη αόρατων όντων, όπως το άκαρι του τυριού και το σκουλήκι του ξυδιού, που διαβάζουμε στις «Παρατηρήσεις» του Φοντάνα και τη «Μεγάλη τέχνη του φωτός και της σκιάς» του Κίρχερ (και τα δυο εκδόθηκαν το 1646), γιατί να μη προσφέρει άλλες τόσες ανακαλύψεις, εφαρμοζόμενο στην έρευνα της κατασκευής του σώματος των ζώων; Η αναζήτηση «μικρών μηχανών» τείνει να μεταφερθεί από το σώμα του εντόμου στα σπλάγχνα του ανθρώπου.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ
Στο σημείο όμως αυτό βλέπουμε να παρουσιάζονται τρομερές δυσκολίες. Η έρευνα των σπλάγχνων των ανώτερων ζώων, και φυσικά του ανθρώπου, με το μικροσκό-πιο επιβάλλει λεπτολόγο προετοιμασία, απαιτεί επιδεξιότητα και τεχνική τελειότητα κι ατέλειωτες προσπάθειες, δοκιμασίες κι απογοητεύσεις. Έπρεπε να γίνουν τεχνικές επινοήσεις ικανές να κάνουν εμφανείς τους μικρότερους σχηματισμούς, χωρίς να τους αλλοιώσουν, οδηγώντας τον ερευνητή σε εσφαλμένες ερμηνείες. Ακόμα δε περισσότερο τη στιγμή που ήξεραν κιόλας (ο Βάκων είχε προειδοποιήσει σχετικά) ότι τα οπτικά όργανα έδιναν συχνά αλλοιωμένες εικόνες.
Έτσι ήταν υποχρεωμένοι να επαναλάβουν στο πεδίο της μικροσκοπικής παρατήρησης ό,τι είχαν κάνει οι ανατόμοι του 16ου αιώνα στο πεδίο της μακροσκοπικής ανατομικής: ο Κανάνο, ο Βεσάλιος, οι συνεχιστές του έργου τους. Ο Μπερενγκάριο ντα Κάπρι κι ο Μπαρτολομέο Εουστάκι είχαν χρησιμοποιήσει την τεχνική των ενέσεων με έγχρωμα υγρά, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι την έγχυση λειωμένου κεριού στις κοιλίες του εγκεφάλου. Ήταν ανάγκη και τώρα να επινοηθούν μέθοδοι που να επιτρέπουν στον ερευνητή να διεισδύει στα μυστικά σχηματισμών απείρως λεπτότερων από εκείνους που ερευνούσε ο Μπερενγκάριο κι ο Εουστάκι.
Πρόκειται να διεισδύσουμε στο απειροελάχιστο, τονίζει ο Μάρκο Αουρέλιο Σεβερίνο στο έργο του «Δημοκρίτειος Ζωοτομία ή γενική ανατομική ολόκληρου του συγκροτήματος των ζώντων οργανισμών» (Νυρεμβέργη, 1645). Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ανατέμνοντας θα μπορέσουμε να φτάσουμε μέχρι τα τελευταία τεμαχίδια της ύλης, που δεν μπορούν να διαιρεθούν περισσότερο, και παρετυμολογώντας τον όρο «ανατομία» τον ερμηνεύει ως «αναγωγή στο άτομο». Τα άτομα αυτά είναι οι στοιχειώδεις μηχανές που απαρτίζουν τη μεγάλη μηχανή του ζωντανού σώματος.
Προφανώς, στις διαβεβαιώσεις αυτές δε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει ο Σεβερίνο, αν δεν είχε μεσολαβήσει η δυνατότητα της οπτικής μεγέθυνσης και δεν είχε προχωρήσει αρκετά η τεχνική των παρασκευασμάτων, μέσα που χάρη στην ύπαρξή τους έγινε δυνατή η μικροσκοπική ανατομική.

ΤΖΙΟΒΑΝΙ ΜΠΑΤΙΣΤΑ ΟΝΤΙΕΡΝΑ
Οι προβλέψεις του Σεβερίνο, που επαληθεύθηκαν από τον Μαλπίγγι, είχαν εν μέρει πραγματοποιηθεί στον κόσμο των εντόμων. Στο έργο αυτό συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό ο Σικελός Τζιοβάνι Μπατίστα Οντιέρνα (1597-1660), που προώθησε τη τεχνική των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων σε σημείο που να κάνει τέσσερις τομές στο μήκος του ματιού της μύγας και να περιγράψει τη λεπτή κατασκευή του στο έργο «Ο οφθαλμός της μύγας» (Παλέρμο, 1644).
Δεν έχει όμως ακόμα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της λεπτής κατασκευής των οργάνων στα ανώτερα ζώα. Προτού αυτή γίνει δυνατή με τη βοήθεια του μικροσκοπίου, μεσολαβεί ένα ακόμα βήμα: όταν η διερεύνηση ορισμένου οργάνου σε μερικά ζώα είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω των μικρών του διαστάσεων, ερευνάται το ομόλογο όργανο ενός άλλου ζώου, που τυχαίνει να διαθέτει μεγαλύτερο μέγεθος και από εκεί συνάγονται συμπεράσματα σχετικά με τα πρώτα. Κάτι τέτοιο ακριβώς είχε κάνει ο Στελλούτι για τη ψείρα, παρουσιάζοντας στο «Πέρσιό» του τη σιταρόψειρα, τόσο σε φυσικό μέγεθος όσο και υπό μεγέθυνση. Η σχολή της Πίζας είναι εκείνη που κατάφυγε πρώτη σ’ αυτή τη μέθοδο, που πολύ έξυπνα χαρακτηρίστηκε «μικροσκόπιο της φύσης».

Ο ΚΛΩΝΤ ΩΜΠΕΡΥ
Με το πνεύμα αυτό ο Κλωντ Ωμπερύ από τη Λορένη (Lorraine) δημοσίευσε την εικόνα όρχεως ενός κάπρου και ενός ανθρώπου, με την παρατήρηση ότι ο πρώτος αποτελούσε μια φυσική μεγέθυνση του ανθρώπινου. Η ανατομική αυτή έρευνα έγινε στο εργαστήριο του Μπορέλλι και μάλιστα μπροστά στον Μαλπίγγι.
Ο πίνακας του Ωμπερύ, συνοδευμένος από ένα φύλλο κειμένου, δημοσιεύτηκε το 1658 με τον τίτλο «Εξέταση του όρχεως». Η λιγόλογη εισαγωγή του τελείωνε με τις εξής χαρακτηριστικές φράσεις: «Από τη στιγμή λοιπόν που οι γνώμες των συγγραφέων, αντίθετες μεταξύ τους, με ωθούσαν προς τα εδώ και προς τα εκεί, θέλησα να βγω από κάθε αμφιβολία και πήρα να αναλύσω με μεγάλη ακρίβεια τον όρχι, να τον τεμαχίσω με απέραντη υπομονή και να τον ερευνήσω εσωτερικά με πολλή προσοχή. Και να εδώ, παρουσιαζόμενο σε δυο εικόνες, ό,τι κατόρθωσα να παρατηρήσω. Από αυτές η πρώτη παριστάνει τον ανθρώπινο όρχι, η δεύτερη τον όρχι του κάπρου, με το σκοπό να φανεί κάθε λεπτομέρεια πιο καθαρά στις μεγαλύτερες διαστάσεις του δεύτερου». Είναι σαν να διαβάζει κανείς τα λόγια με τα οποία ο Στελλούτι παρουσιάζει την εικόνα του με τη σιταρόψειρα, τόσο στις φυσικές διαστάσεις της όσο και στις διαστάσεις υπό τις οποίες παρουσιαζόταν στο μικροσκόπιο: «με το σκοπό να μπορέσει να φανεί καλύτερα κάθε της λεπτομέρεια».

Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
Ο Γκασπάρ Μποέν (1560-1624) επαναλαμβάνει τις απόψεις του Εουστάκι, μετά το θάνατό του, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με τον Τζιοβάνι Ριολάνο (1577-1657) που αμφισβητεί τις απόψεις του για τη σωληνωτή κατασκευή των νεφρών, επειδή δεν βασιζόταν σε παρατηρήσεις στο μικροσκόπιο, δηλαδή τη μοναδική πηγή κάθε πληροφορίας για τη λεπτή κατασκευή των οργάνων του σώματος.
Στην πορεία της όμως προς την επικράτηση, η μικροσκοπική ανατομική συναντά και δυσφημιστές: ο Γκλίσον (1597-1677) θεωρεί αμφίβολα τόσο τα αποτελέσματα που μπορούσαν να προκύψουν από την έγχυση ενός χρωματιστού υγρού στους ιστούς, όσο και τις πληροφορίες που προέρχονταν από την παρατήρηση στο μικροσκόπιο.Παρόλα αυτά η νέα επιστήμη προχωρεί με αποφασιστικά βήματα, έτσι που να συναντά κανείς στο έργο κιόλας του Μαρτσέλο Μαλπίγγι συνενωμένα την τεχνική πείρα, την ατομική θεωρία, το μικροσκόπιο σαν όργανο παράλληλα με το μικροσκόπιο της φύσης και το μικροσκόπιο σαν ιδέα. Η μικροσκοπική ανατομική υπήρξε ο καρπός του αρμονικού συνδυασμού όλων αυτών των παραγόντων, η βάση της σύγχρονης επιστήμης.

12/9/08

Το μικροσκόπιο και η «Νέα Επιστήμη» [31]

Όπως σημειώσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, το πρώτο πράγμα που επέσυρε την προσοχή των σκαπανέων της νέας γενιάς, που κατανόησαν τη σημασία της οπτικής μεγέθυνσης σαν μέσο επιστημονικής έρευνας, ήταν τα έντομα, στην παρατήρηση των οποίων στράφηκαν με γεμάτη πάθος περιέργεια.

ΤΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Να συνεννοούμεθα όμως! Τα μικροσκόπια, που οι άνθρωποι εκείνοι διέθεταν, δεν είχαν τίποτε το κοινό με τα σημερινά μικροσκόπια. Τις περισσότερες φορές ήταν απλοί μεγεθυντικοί φακοί συναρμολογημένοι κατά διαφόρους τρόπους. Πιο συνηθισμένος τύπος ήταν εκείνος που αποτελείτο από έναν κόλουρο κώνο με διαφανές τοίχωμα. Στη μικρή βάση, ήταν στερεωμένος ο φακός, ενώ με τη μεγάλη ακουμπούσε γύρω από το προς παρατήρηση αντικείμενο, κρατώντας έτσι τη σωστή εστιακή απόσταση.
Ούτε ο βαθμός της μεγέθυνσης ήταν βέβαια αξιόλογος. Το πάθος της παρατήρησης όμως ήταν τόσο μεγάλο, που οι άνθρωποι της εποχής εκείνης κατόρθωσαν να ανακαλύπτουν ένα πλήθος λεπτομέρειες στις μικρές, αλλά αξιοθαύμαστες «μηχανές» που αποτελούσαν τα σώματα των εντόμων: ο κοινός μεγεθυντικός φακός πήρε ονόματα όπως «φακός για ψύλλους», «φακός για μύγες» κλπ.
Μεταξύ όμως εκείνων που απλά ψυχαγωγούνταν, υπήρχαν κι οι άλλοι που ήξεραν να μεταθέτουν τη γεμάτη θαυμασμό έκπληξη στο χώρο του επιστημονικού προβληματισμού. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν αντιληφθεί την ωφέλεια που μπορούσε να προσφέρει το μικροσκόπιο σαν όργανο έρευνας. Πρόκειται ειδικότερα για τον Τσέζι και τον Στελλούτι, στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΑΤΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ
Παρόλο που τα έντομα κράτησαν για καιρό το πρώτο ενδιαφέρον, άλλα αντικείμενα έρχονται να πάρουν τη θέση τους στο χώρο των μικροσκοπικών παρατηρήσεων. Στις «Νέες Παρατηρήσεις» του Φραντζέσκο Φοντάνα, που δημοσιεύτηκαν το 1646 και στο κεφάλαιο «Μερικές παρατηρήσεις με το μικροσκόπιο», βλέπουμε πλάι στα απαραίτητα έντομα να περιγράφονται τα μαλλιά της κεφαλής του ανθρώπου κι «οι πόροι του δέρματος, απ' όπου βγαίνουν ο ιδρώτας κι οι τρίχες». Έτσι η παρατήρηση από τη μελέτη των εντόμων περνά σιγά – σιγά στη σπουδή της ανθρώπινης ανατομικής. Στο βιβλίο του Πιέρ Μπορέλ «Εκατό μικροσκοπικές παρατηρήσεις» (Παρίσι, 1656) παράλληλα με τις περιγραφές και τις εικονογραφήσεις των εντόμων που αναμφίβολα κρατούν τη μερίδα του λέοντος, υπάρχουν και παρατηρήσεις που αξίζει τον κόπο να διαβαστούν. Η πρώτη απ’ αυτές (αριθμ.75) περιλαμβάνει περιγραφές χυμών του ζωικού οργανισμού, τις πρώτες ίσως που έγιναν υπό οπτική μεγέθυνση: «Στο ανατομικό πεδίο μπορούν να παρατηρηθούν μέσω του μικροσκοπίου πολλά πράγματα, όπως π.χ. λευκά σωματίδια στον ορό του αίματος και τη λέμφο, σωματίδια που αντιθέτως δε βρίσκονται στα ούρα, οι βαλβίδες των πόρων, της ουροδόχου κύστης και των φλεβών κλπ., που μπορούν να συγκρατούν τα υγρά, όταν κρατούν τη θέση που τις δίδαξε η φύση. Έτσι που, αν αναστραφεί η ουροδόχος κύστη, δεν θα είναι πια σε θέση να συγκρατεί τα υγρά. Όσον αφορά πάλι τη διαφορά του ορού από τα ούρα, αυτή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ορός, άμα μπει στη φωτιά, εξατμίζεται και πήζει όπως το ασπράδι του αβγού».

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΟ ΠΑΡΕΓΧΥΜΑ
Στη δεύτερη παρατήρηση (αριθμ.76), που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, βρίσκουμε έναν υπαινιγμό σχετικά με κάποια έννοια που κατείχε ουσιαστική θέση τόσο στην ιστορία της παλαιότερης ιατρικής, όσο και στο πλαίσιο του αγώνα που κέρδισαν οι επιστήμονες της νέας γενιάς: την έννοια του παρεγχύματος. Καλύτερα, όμως, ας διαβάσουμε τα λόγια του Μπορέλ:
«Η καρδιά, οι νεφροί, οι όρχεις, το ήπαρ, οι πνεύμονες και τα άλλα παρεγχύματα του σώματος πρόσεξε ότι είναι συμπλέγματα μικρών οργάνων ή ηθμοί, μέσα απ' τους οποίους εκκρίνονται απ' τη φύση οι διάφορες ουσίες, ανάλογα με τη μορφή των πόρων, μέσα από τους οποίους αφήνονται να περάσουν μόνον ορισμένα άτομα που έχουν εκ φύσεως ορισμένη μορφή».

ΟΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΝ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΑΣΙΣΤΡΑΤΟΥ
Στο κείμενο αυτό υπάρχουν υπαινιγμοί για τα βασικά σημεία της νέας επιστήμης, αλλά και για τις θέσεις στις οποίες αντιστεκόταν ακόμα η παράδοση υπερασπίζοντας τον εαυτό της απέναντι στην πρόοδο των νέων ιδεών.
Πρώτα απ' όλα τα διάφορα όργανα χαρακτηρίζονται ως παρεγχύματα, έννοια που εισήχθηκε στην ανατομική και τη φυσιολογία από τον Αλεξανδρινό σοφό Ερασίστρατο: όλα τα σπλάγχνα ήταν καμωμένα από ένα πλέγμα, ένα δίκτυο αγγείων, απ' τα τοιχώματα των οποίων περνούσε αίμα, μέσα από πολύ μικρές οπές, που, πήζοντας ανάμεσα στα κενά του αγγειακού δικτύου, σχημάτιζε την άνυφη μάζα του παρεγχύματος. Οι λειτουργίες του ήταν πολλές: στήριζε το αγγειακό δίκτυο, διηθούσε τους διάφορους χυμούς, ασκώντας επάνω τους ένα είδος έλξης, σε συνεργασία με τα τοιχώματα των αγγείων, μέσα από τα οποία έρεαν οι χυμοί για ανάλογο λόγο. Με τη διήθηση που έκανε το παρέγχυμα στους χυμούς, ανάλογα με το αν ήταν περισσότερο ή λιγότερο πυκνοί, εξηγούσε ο Ερασίστρατος την έκκριση των ούρων, της χολής κι άλλων υγρών, που οι αρχαίοι είχαν παρατηρήσει.
Δεν είναι απόλυτα βέβαιο αν η θεωρία αυτή είναι πέρα για πέρα έργο του Ερασίστρατου ή αν στη τελική της μορφή υπήρξε καρπός συμπληρώσεων που προήλθαν από μεταγενέστερους, ιδίως το Γαληνό, που συμπεριέλαβε στο ανατομο-φυσιολογικό του σύστημα και την έννοια του παρεγχύματος. Το σύστημα αυτό κληρονομήθηκε απ' τη μεταγενέστερη ανατομο-φυσιολογική σκέψη, που το προσυπογράφουν και ανατόμοι του 16ου αιώνα. Βέβαια αυτοί διόρθωσαν σε μεγάλη έκταση τις περιγραφές του Γαληνού για την «κατασκευή» του ανθρωπίνου σώματος, χωρίς όμως και να απορρίψουν τίποτε από τις βιταλιστικές απόψεις του αρχαίου διδασκάλου, κατά τις οποίες σε κάθε όργανο (και στο παρέγχυμα), ενυπήρχε κάποια «δύναμη», χάρη στην οποία εκτελούνταν οι διάφορες λειτουργίες του οργανισμού. Η αντίληψη αυτή ανακαλύπτεται στη παρατήρηση (αριθμ.76) του Πιέρ Μπορέλ, επιζεί δηλαδή στο πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνα.

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ
Εκτός όμως απ’ τις επιβεβαιώσεις των παραδοσιακών αντιλήψεων, σ’ αυτήν διατυπώνονται, υποτυπωδώς, βασικές απόψεις της νέας επιστήμης. Πρώτα απ’ όλα η παρατήρηση των οργάνων γίνεται πια με το μικροσκόπιο, κάτι που θα ανέτρεπε στο μέλλον τη παλιά αντίληψη για το παρέγχυμα. Κατά δεύτερο λόγο, στην ίδια παρατήρηση διατυπώνεται, έστω και με στοιχειώδη τρόπο, η ατομική θεωρία που, δοσμένη για πρώτη φορά απ' τον Δημόκριτο, τον μεγάλο Αβδηρίτη φιλόσοφο (494-404 π.Χ.), ξαναζεί τον 17ο αιώνα. Ο Δημόκριτος είναι αυτός που τελειοποίησε τις ενοράσεις του δασκάλου του Λευκίππου, διδάσκοντας ότι η πραγματικότητα των φαινομένων είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης απείρως μικρών μορίων, που τα ονόμασε ά τ ο μ α, αδιαίρετα. Στην ιατρική η θεωρία αυτή εφαρμόστηκε από τον Ασκληπιάδη τον Προυσαέα (1ος αιών π.Χ.) και στη συνέχεια αναπτύχθηκε περισσότερο απ' το μαθητή του, Θεμίσωνα το Λαοδικέα, για να εγκαταλειφθεί τελικά για χάρη του γαληνικού συστήματος.


Ο ΝΕΟ-ΑΤΟΜΙΣΜΟΣ
Στα πλαίσια όμως της νέας μηχανιστικής ιατρικής, στην οποία από εδώ και εμπρός ενσωματώνονται σιγά – σιγά όλα τα επιστημονικά προβλήματα και οι προσπάθειες ερμηνείας του κόσμου των φαινομένων, βλέπουμε να αναβιώνει με τρόπο θριαμβευτικό η ατομική θεωρία. Οι επιστήμονες του 17ου αιώνα συλλαμβάνουν το φαινόμενο της έκκρισης σαν δίοδο πολύ μικρών μορίων των χυμών μέσω ελαχιστότατων πόρων, που βρίσκονται στους ιστούς των διαφόρων οργάνων. Η άποψη αυτή ήταν το πρώτο πλήγμα στα θεμέλια του θεωρητικού οικοδομήματος που αιώνες ιατρικής προσπάθειας είχαν αναγείρει. Δεν είναι τυχαίο πως οι πρώτοι εκπρόσωποι κι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής είναι ιατρομηχανικοί, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα ονόματα: του Μπορέλλι και του Μαλπίγγι.
Κατά τα άλλα, η υιοθέτηση τέτοιων απόψεων ήταν αναπόφευκτη: η χρήση του μικροσκοπίου στις ανατομικές παρατηρήσεις αποκάλυπτε όλο και πιο λεπτές κατασκευές, στο επίπεδο των οποίων εκτυλίσσονταν διάφορα φυσιολογικά φαινόμενα. Η ερμηνεία τους κατά την ιατρομηχανική προοπτική οδηγούσε μοιραίως στην ατομική αντίληψη.

ΜΑΡΤΣΕΛΛΟ ΜΑΛΠΙΓΓΙ
Ο Μαρτσέλο Μαλπίγγι γεννήθηκε κοντά στην Μπολόνια το 1628, τη χρονιά που ο Χάρβεϋ δημοσίευε την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος και τρία χρόνια μετά την εισαγωγή από τον Λίντσεϊ του μικροσκοπίου στην επιστημονική έρευνα.
Ο Μαλπίγγι, από τους μεγαλύτερους ερευνητές των αιώνων, είναι αφενός ο ιδρυτής της σύγχρονης μικροσκοπικής ανατομικής κι αφετέρου αυτός που έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της κυκλοφορίας του αίματος, δίνοντας στην ανακάλυψη του Χάρβεϋ την οριστική της απόδειξη. Άρχισε τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνια, τις διέκοψε για οικογενειακούς λόγους κι όταν, μετά από 6 χρόνια, τις επανέλαβε, ήταν στην ιατρική σχολή. Ύστερα από άλλα 5 χρόνια διαδέχθηκε στην πανεπιστημιακή έδρα τον διδάσκαλο και πεθερό του. Τον ίδιο χρόνο προσκλήθηκε από τον Φερδινάνδο Β΄, μεγάλο δούκα της Τοσκάνης, στην Πίζα, πρόσκληση που αποδέχθηκε με πολλή ευχαρίστηση, εντυπωσιασμένος προφανώς από τα μεγάλα ονόματα που εργάζονταν εκεί, ιδίως του Τζοβάνι Αλφόνσο Μπορέλλι. Η επίδραση του τελευταίου στον Μαλπίγγι, που ήταν κιόλας προσανατολισμένος στο πείραμα και τη μηχανιστική ερμηνεία, υπήρξε καταλυτική. Με τη σειρά του ο Μαλπίγγι, αν και ήταν 20 χρόνια μικρότερος, άσκησε τη δική του επιρροή στον Μπορέλλι, με την έννοια ότι τον παρακίνησε αποφασιστικά στη μελέτη της φυσιολογίας, που θα βρει το αποκορύφωμά της στο μνημειώδες έργο του «Περί της κινήσεως των ζώων». Ύστερα από 3 χρόνια ο Μαλπίγγι ξαναγυρίζει στη Μπολόνια και δημοσιεύει τις πρώτες επαναστατικές ανακαλύψεις τους και κυρίως όσες αφορούσαν τα τριχοειδή αγγεία του αίματος (1661). Σύντομα, η φήμη του θα ξεπερνούσε τα όρια της πατρίδας του: η νεοϊδρυμένη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου θα τον ανακηρύξει αντεπιστέλλον μέλος της και θα δημοσιεύσει πολλά από τα έργα του στα «Πρακτικά» της.
Ανάλογη όμως με τη φήμη που του χάρισαν οι ανακαλύψεις του ήταν και η πολεμική που αντιμετώπισε εξαιτίας τους, ειδικά στην Μπολόνια, κάτι που του έκανε τη ζωή δύσκολη. Μεταξύ των εκπροσώπων αυτών της παράδοσης και των βιταλιστικών αντιλήψεων του Γαληνού είναι ένας πρώην μαθητής του. Πρέπει αυτό να έπαιξε μεγάλο ρόλο στην απόφασή του να δεχθεί ευχαρίστως την έδρα της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Μεσσήνης (1662). Ξαναγύρισε στη Μπολόνια σε 7 χρόνια, όπου έλαβε την ανακοίνωση της ανακήρυξής του σε μέλος της Ιατρικής Εταιρείας του Λονδίνου. Η οργή όμως των φανατικών έφτασε ως τη βίλα όπου είχε αποσυρθεί, συνεχίζοντας τις μελέτες και τις έρευνές του. Η βίλα του καταστράφηκε εξ εφόδου. Μετά από πολλά χρόνια τον κάλεσε στην Ρώμη ο Ιννοκέντιος ΙΒ΄ και τον ονόμασε αρχίατρό του. Η διαμονή του στην παπική αυλή δεν κράτησε πολύ. Το 1694 πέθανε, αφήνοντας για τελευταία του παραγγελία να ταφή στην Μπολόνια. Το έργο, πάντως, που άφησε είναι τέτοιο, που να γεμίζει σεβασμό τον μελετητή και δέος τον αναγνώστη.