Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συστήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συστήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/3/09

Τα συστήματα - Γ' Μέρος [63]

Είδαμε στο κεφάλαιο αυτό τις ολέθριες συνέπειες του «συστήματος» του Brown. Το δρόμο του Brown ακολούθησε πρώτος ένας Ιταλός, για τον οποίον είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς τι πρόσφερε περισσότερο στην υπόθεση της ιατρικής: ενθουσιασμό ή θύματα. Πρόκειται για τον Τζιοβάνι Ραζόρι που γεννήθηκε στην Πάρμα το 1766 και σπουδάζοντας στο πανεπιστήμιο της Παβίας έγινε ενθουσιώδης, φανατικός θα έλεγε κανείς, υποστηρικτής του Brown.
Το 1792 μετέφρασε την ιταλική «Επιτομή» του John Brown. Στη συνέχεια (1793-1795) πήγε με επιχορήγηση της κυβέρνησης της Πάρμας στο Λονδίνο, όπου και γνώρισε καλύτερα το «σύστημα» του Σκωτσέζου γιατρού, το οποίο και ασπάστηκε απόλυτα. Γυρίζοντας στην Ιταλία εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο, όπου έγινε ένθερμος κήρυκας του συστήματος και της αρχής ότι «τα αντίθετα θεραπεύονται δια των αντιθέτων», αρχής που αποτελούσε το αποκορύφωμα της θεραπευτικής μεθόδου του Brown.
Εξαιρετικά φιλελεύθερος (κάτι που όφειλε στην παραμονή του στο Λονδίνο), όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τη Λομβαρδία και τη Βενετία, ο Ραζόρι υπήρξε ενθουσιώδης πολιτικός αρθρογράφος, ώσπου τέλος κατόρθωσε να καταλάβει την έδρα της παθολογίας στο πανεπιστήμιο της πόλης που είχε σπουδάσει. Την ημέρα του εναρκτήριου μαθήματός του, μέσα στο γενικό ενθουσιασμό που είχε ξεσηκώσει, εκλέχτηκε πρύτανης και φύτεψε στην αυλή του «Αθηναίου» το δέντρο της ελευθερίας, εκφωνώντας ένα φλογερό λόγο που τον έκανε ακόμα πιο δημοφιλή.
Το 1797 επέστρεψε στο Μιλάνο ως γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών της Εντεύθεν των Άλπεων Δημοκρατίας. Σ’ ένα χρόνο τον βρίσκουμε πάλι στην Παβία να εκφωνεί άλλον εναρκτήριο λόγο που ο τίτλος του είναι αρκετά εύγλωττος για τις αντιλήψεις του: «Ανάλυση της υποτιθέμενης μεγαλοφυΐας του Ιπποκράτη». Η έδρα που είχε καταλάβει τη φορά αυτή ήταν της κλινικής ιατρικής. Δεν την κράτησε όμως πολύ. Το επόμενο έτος την κατέλαβε ένας μανιώδης αντίπαλός του, ο Πιέτρο Μοσκάτι (1739-1824), που εγκαινίασε τη διδασκαλία του με έναν αυστηρότατο λόγο κατά των θεωριών του Ραζόρι και της ακαμψίας γενικά των συστημάτων. Ο τίτλος του εναρκτήριου μαθήματός του ήταν αρκετά σαφής: «Περί της χρήσης των συστημάτων στην πρακτική ιατρική».
Όταν επέστρεψαν οι Αυστριακοί στη Λομβαρδία, ο Μοσκάτι, ως ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της Διαφώτισης μεταξύ των Λομβαρδών ιατρών και η ιατρική του δραστηριότητα έφερε τη σφραγίδα των ιδεών της, δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από τα χέρια της ανελέητης αστυνομίας τους. Φυλακίστηκε, καταδικάστηκε κι εξορίστηκε. Ο Ραζόρι κατόρθωσε να φτάσει στη Γένουα με το στρατό του στρατηγού Μασσενά και βρέθηκε στην πολιορκία της πόλης, όταν θέριζε ο εξανθηματικός τύφος. Δίπλα του βρέθηκε ο μεγάλος Ελληνοϊταλός ποιητής Ούγος Φώσκολος, διψασμένος κι εκείνος για δικαιοσύνη κι ελευθερία.
Στη Γένουα ο Ραζόρι ρίχτηκε με όλες του τις δυνάμεις στην προσπάθεια της ανακούφισης των τραυματιών της πολιορκίας και των ασθενών της πολιορκημένης από τον εχθρό πόλης. Κάτω από τέτοιες συνθήκες συνέλαβε το ολέθριο «σύστημά» του.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΧΛΕΥΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Ο Ραζόρι θεράπευε τους ασθενείς που προσβάλλονταν από τον εξανθηματικό τύφο και τους τραυματίες, σύμφωνα με τις αρχές του «συστήματός» του Brown. Σύμφωνα με αυτές, ο εξανθηματικός πυρετός, όπως και οι περισσότερες ασθένειες, κατατασσόταν στην «ασθενική διάθεση» που θεραπευόταν με τα διεγερτικά, όπως το κρασί και το όπιο.
Τα αποτελέσματα της θεραπείας αυτής ήταν τόσο καταστρεπτικά, ώστε ο Ραζόρι συνέλαβε την ιδέα να αναστρέψει τη θεραπευτική μέθοδο, εφαρμόζοντας αντί των διεγερτικών τα εξασθενητικά. Συμπτωματικά η νέα μέθοδος παρουσίασε στην αρχή επιτυχίες, με αποτέλεσμα να τονωθεί η πεποίθησή του στη νέα θεραπευτική τακτική. Κι όχι μόνον αυτό: ο Ραζόρι αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός ώστε να επιχειρήσει την ανατροπή του συστήματος του Brown. Σύμφωνα με το νέο του «σύστημα», όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονταν από υπερβολή διεγέρσεων και συνεπώς έπρεπε να θεραπεύονται με ηρεμιστικά, όπως οι αφαιμάξεις και φάρμακα σαν το αντιμόνιο, τη δακτυλίτιδα κλπ.
Παρά τις αρχικές ελπίδες, οι συνέπειες υπήρξαν ολέθριες. Φανταστείτε έναν τραυματία, που είχε κιόλας χάσει αρκετό αίμα από τα τραύματά του, να υποβάλλεται σε νέα αφαίμαξη. Οι άνθρωποι, στο όνομα της υποτιθέμενης ορθότητας ενός «συστήματος», κυριολεκτικά σφάζονταν. Από τέτοιες, δυστυχώς, τραγικές σελίδες είναι γεμάτη η ιστορία της ιατρικής.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΞΕΓΕΙΡΕΤΑΙ
Οι θάνατοι που προκάλεσε η τακτική αυτή του Ραζόρι και των φανατικών οπαδών του, υπήρξαν ίσως περισσότεροι από αυτούς που είχε ο πόλεμος στα πεδία των μαχών γύρω από την πολιορκημένη Γένουα. Κάποια στιγμή ο κόσμος, μην αντέχοντας άλλο, εξεγέρθηκε κατηγορώντας τους για δηλητηριαστές και δολοφόνους.
Αυτός ήταν ένας από τους κυριότερους λόγους που ο Ραζόρι γυρίζοντας από τη Γένουα στο Μιλάνο, μετά το τέλος της πολιορκίας, δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε άλλο από το να ασκεί το επάγγελμα στα θεραπευτήρια των μαθητών του. Τέλος, το 1805 προσφέρθηκε να διδάσκει δωρεάν την κλινική ιατρική στους νέους γιατρούς της Σχολής της Παβίας, μεταβάλλοντας έτσι το Οσπεντάλε Ματζόρε σε σχολή μετεκπαίδευσης. Η προσφορά του έγινε πράγματι δεκτή και διορίστηκε καθηγητής άνευ αποδοχών από το 1806.

Η ΝΕΑ ΦΑΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΡΑΖΟΡΙΜια νέα φάση αρχίζει στο Οσπεντάλε Ματζόρε. Πεπεισμένος κάθε μέρα όλο και πιο πολύ για την ορθότητα του συστήματός (πόση δύναμη έχουν τέλος πάντων αυτές οι ιδέες!), σε πείσμα των θανάτων που ακολουθούσαν σχεδόν κάθε εφαρμογή του, και επιθυμώντας να προσκομίσει ακαταμάχητες αποδείξεις για την ορθότητά του, σκέφτηκε να μελετήσει στατικά τη σχέση θεραπείας και θεραπευτικού αποτελέσματος. Έτσι παρά τους θανάτους που σκόρπισε γύρω του το ολέθριο «σύστημά» του, υπήρξε ένας από τους σκαπανείς της ιατρικής στατιστικής που σήμερα συνδέεται αναπόσπαστα με κάθε είδους κλινικό πειραματισμό.
Εκτός από αυτή την προσφορά του μένουν ακόμα οι θυσίες του για την ελευθερία και την ενότητα του ιταλικού έθνους, που του στοίχισαν 4χρονη φυλάκιση. Αργότερα δημοσίευσε μια στατιστική με την οποία αποδείκνυε ότι η θνησιμότητα στην κλινική του, όπου εφαρμοζόταν μόνον η θεραπευτική του μέθοδος, ήταν τα έτη 1812-1814 κατώτερη από τη θνησιμότητα των άλλων κλινικών.
Η συνύπαρξη όμως αντιφατικών πλευρών, θετικών και αρνητικών, δεν αποτελεί για εκείνον που μελετά την ιστορία της ιατρικής κάτι το πρωτοφανές.

Ο ΓΚΕΟΡΓΚ ΕΡΝΣΤ ΣΤΑΛ
Ενώ το «σύστημα» του Ραζόρι δεν ήταν αρχικά παρά ανάπτυξη του συστήματος του Brown και στη συνέχεια αναστροφή του με τραγικά αποτελέσματα, το «σύστημα» του Σταλ παρουσιάζεται ως αντίθεση στο «σύστημα» του Χόφμαν.
Ο Σταλ, χαρακτήρας σκυθρωπός και φιλύποπτος, γεννήθηκε τον ίδιο χρόνο με τον Χόφμαν (1660) στο Άνσμπαχ. Σπούδασαν μαζί στην Jena και τους συνέδεε για κάμποσο καιρό ειλικρινής φιλία. Χάρη στη φιλία του αυτή ο Σταλ ανέλαβε την έδρα της θεωρητικής ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Χάλλε. Η αναποφασιστικότητα του Χόφμαν μπροστά ιδίως στο πρόβλημα ή να αρνηθεί την παρέμβαση της ψυχής στην εξέλιξη των φυσικών φαινομένων ή να την υποβιβάσει, κατά τη γνώμη του, θεωρώντας την κινητήρια αρχή της ζωντανής μηχανής, δεν μπορούσε να αρέσει σε άνθρωπο σαν τον Σταλ, με τον τραχύ κι ακατάλληλο για συμβιβασμούς χαρακτήρα του. Έτσι η φιλία με τον παλιό συμφοιτητή συνεχώς λιγόστευε για να σβήσει τελείως και να αντικατασταθεί με έχθρα, στη δημιουργία της οποίας έπαιξε ρόλο ασφαλώς η αντιζηλία που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έτσι ο Σταλ εγκατέλειψε τη Χάλλε για να γίνει γιατρός της Αυλής στο Βερολίνο, όπου και πέθανε το 1734, οκτώ χρόνια πριν από τον Χόφμαν.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΦΛΟΓΙΣΤΟΥ»
Το σύστημα του Σταλ δεν μπορεί να θεωρηθεί τελείως πρωτότυπο. Είναι μάλλον επέκταση των ιδεών του Γιόχαν Γιοαχίμ Μπέχερ (1635-1682), του οποίου την έννοια της «καιόμενης γαίας» μετονόμασε σε «φλογιστό».
Τι ήταν αυτό το φλογιστό; Ένα στοιχείο ρευστό που αναπτυσσόταν με την καύση και την ασβεστοποίηση των μετάλλων. Στη χημεία αυτού του φλογιστού θεμελίωσε ο Σταλ το σύστημά του, που ήταν όπως κι αυτός άκαμπτο κι ακατάλληλο για συμβιβασμούς.
Ο Σταλ αρνείται τη μηχανιστική αντίληψη και στη θέση της τοποθετεί ό,τι ονόμαζε «οργανισμό». Τα φαινόμενα της ζωής ρυθμίζονται από την ψυχή που διευθύνει όλες τις οργανικές λειτουργίες. Οι αρρώστιες δεν είναι τίποτε άλλο από ελλείψεις που εκδηλώνονται στην πορεία των λειτουργιών και ανάγονται στην ψυχή, στην κακή λειτουργία της οποίας πρέπει να αναφέρονται τα φάρμακα, τις πιο πολλές φορές διάφορες ζύμες.
Όπως είπαν, η ανιμιστική αντίληψη του Σταλ είναι ένα είδος επανάληψης των αριστοτελικών αντιλήψεων. Παρόλα αυτά, όταν ο Σταλ ισχυρίζεται ότι οι χημικές διεργασίες είναι τα φυσικά όργανα της ψυχής, απομακρύνεται σημαντικά από τον Αριστοτέλη.
Το «σύστημα» του Σταλ δε βρήκε οπαδούς ούτε καν ανάμεσα στους σύγχρονούς του. Παρόλο όμως που από ορισμένους νεώτερους επιστήμονες χαρακτηρίζεται ως ολέθριο, η φυσιογνωμία όμως του ιδρυτή του, παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον. Γιατί αποδεικνύει τη δύναμη που έχουν ορισμένες παλιές ιδέες να ξαναζούν σε μια εποχή που όλοι τις θεωρούν οριστικά ξεπερασμένες. Αυτή την έννοια έχει το έργο του Σταλ.

Τα συστήματα - Β' Μέρος [62]

Η εσωτερική αντίφαση που βασάνιζε τον Φρίντριχ Χόφμαν ήταν ότι ενώ πίστευε απόλυτα στη μηχανική βάση των φαινομένων της ζωής και ταυτόχρονα στην ύπαρξη αθάνατης ψυχής, δεν κατόρθωνε να συλλάβει ως αιτία των ζωτικών φαινομένων την ψυχή, αλλά ούτε και να αγνοήσει τελείως την επίδρασή της στη γένεσή τους. Για να συμβιβάσει τα πράγματα, ο Χόφμαν υποστήριζε ότι η ψυχή προσφέρει την ικανότητα της γνώσης και της δράσης, αλλά η κίνηση της ανθρώπινης μηχανής είναι έργο του «ζωικού πνεύματος» που υπάρχει στο αίμα, κατασκευάζεται δε στον εγκέφαλο με την επεξεργασία του αέρα που λεπτύνεται μέχρι που να πάρει τη σύσταση του «αιθέρα».
Όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, η άποψη του Χόφμαν είναι μέχρι ένα σημείο κάποια διέξοδος απέναντι στις δυσκολίες της ερμηνείας που ζητούσε για τα φαινόμενα της ζωής. Από την άλλη όμως είναι και μια μακρινή απήχηση της διδασκαλίας του Γαληνού για το «θαυμάσιο δίκτυο» και το «ζωικό πνεύμα» που παρασκευάζει, διοχετεύοντάς το σε όλο το σώμα μέσω των νεύρων.
Όπως και να έχει το πράγμα, πολλοί γιατροί της εποχής, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες με τον Χόφμαν, αλλά και εκτιμώντας θετικά τις απόψεις του, ακολούθησαν πιστά τα ίχνη του. Μεταξύ τους πρέπει να αναφέρουμε για την ιδιορρυθμία της μορφής και του έργου τους, τον Άλμπρεχτ φον Χάλλερ και τον Ουίλιαμ Κάλλεν.

ΑΛΜΠΡΕΧΤ ΦΟΝ ΧΑΛΛΕΡ
Γεννήθηκε στη Βέρνη το 1708 και υπήρξε δίπλευρο ταλέντο: εξαιρετικός ποιητής και οξυδερκής επιστήμονας.
Ο Χάλλερ σπούδασε στο Tübiggen, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος στο Λέιντεν και έκανε σοβαρές ανατομικές μελέτες στο Λονδίνο και το Παρίσι. Για ένα μικρό διάστημα ασχολήθηκε με τη σπουδή των μαθηματικών στη Βασιλεία και ύστερα γυρίζοντας στη Βέρνη διορίστηκε βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική της Βιβλιοθήκη. Η μικρή του απασχόληση εκεί, του άφηνε χρόνο για τις ανατομικές και βοτανικές του μελέτες.
Το 1736 κλήθηκε και ανέλαβε την έδρα της ανατομικής και χειρουργικής στο πανεπιστήμιο του Göttiggen, όπου απέκτησε μεγάλη φήμη και έφτασε να θεωρείται η κορυφή της μεγάλης εκείνης ιατρικής σχολής. Το 1753 εγκατέλειψε την έδρα του και επέστρεψε στη Βέρνη, όπου πέθανε το 1777.
Η φήμη του ως ποιητή οφείλεται πιο πολύ στο ποίημα «Οι Άλπεις», που εμπνεύστηκε σε κάποιο ταξίδι του στην περιοχή τους. Το ποίημα αυτό, μικρό προοίμιο του νατουραλισμού που στη συνέχεια κυριάρχησε σε όλη την Ευρώπη του 18ου αιώνα, στρεφόταν με θαυμασμό και ενθουσιασμό προς την άδολη ειλικρίνεια της ζωής των απλών ανθρώπων, που αποτελούσε μια κτυπητή αντίθεση προς τη διαφθορά της πολιτισμένης κοινωνίας.
Ως φυσιολόγος και ανατόμος, έχοντας στο παρελθόν μεγάλη πειραματική εμπειρία και διαθέτοντας οξύ και παρατηρητικό πνεύμα, κατόρθωσε ο Χάλλερ να αναπτύξει τα σπέρματα μερικών ιδεών από το έργο του Χόφμαν.
Έτσι στον τομέα της θεραπευτικής ο Χόφμαν, με βάση τις θεωρίες του περί συστολής και διαστολής των ινών, χρησιμοποιούσε φάρμακα όπως η κίνα, ο σίδηρος, ο αιθέρας κλπ., που ελάττωναν και απομάκρυναν, κατά τη γνώμη του, την πληθώρα του αίματος που αποτελούσε την αιτία κάθε νόσου. Ο Χάλλερ μελέτησε σε βάθος τη φυσιολογία των ενεργειών των φαρμάκων αυτών και συνέλαβε τη θεωρία της αισθητικότητας και της διεγερσιμότητας, που τις θεώρησε βασικές ιδιότητες των ιστών των ζωντανών ζωικών οργανισμών. Την πρώτη τη θεωρούσε χαρακτηριστικό των νεύρων και τη δεύτερη του μυϊκού συστήματος. Έτσι δεχόταν τις «βιταλιστικές» αρχές του Χόφμαν, αλλά μετά από την κατάλληλη πειραματική προετοιμασία, ώστε να θεωρείται ο πραγματικός ιδρυτής της πειραματικής φυσιολογίας.
Το ίδιο οξυδερκής στο βοτανικό πεδίο, ο Χάλλερ υπήρξε ακόμα μανιώδης συλλέκτης κλασικών και μη ιατρικών κειμένων, σε βαθμό που και σήμερα ακόμα, παρά τη διασπορά των βιβλίων του, η βιβλιοθήκη του να αποτελεί θησαυρό ανεκτίμητο.

Ο ΟΥΪΛΙΑΜ ΚΑΛΛΕΝ
Από τον Χόφμαν και πέρα, το νευρικό σύστημα αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επιστημόνων. Στην ερμηνεία των λειτουργιών του θα θεμελιωθούν μερικά από τα πολλά συστήματα του 18ου αιώνα, παράλληλα με το σύστημα του Κάλλεν που μερικοί, υπερβάλλοντας κάπως τα πράγματα, τον θεωρούν ως ιδρυτή της νεώτερης νευροπαθολογίας.
Ο Κάλλεν γεννήθηκε στο Χάμιλτον το 1712 και σπούδασε στη Γλασκώβη, όπου έκανε και διετή άσκηση στη χειρουργική. Έκανε το γιατρό σε διάφορα μέρη της Αγγλίας και της Σκωτίας και στη συνέχεια πήγε στο Εδιμβούργο για μετεκπαίδευση στη νέα σχολή που είχε τότε ιδρυθεί εκεί. Το 1740 πήρε τον τίτλο του διδάκτορα στη Γλασκώβη, όπου το 1755 κατέλαβε την έδρα της χημείας και το 1773 την έδρα της ιατρικής. Πέθανε το 1790 στο Εδιμβούργο, τιμώμενος εξαιρετικά για τη διδακτική του ιδίως ικανότητα που γέμιζε πάθος τους ακροατές του.
Την επιστημονική του εργασία ξεκίνησε με ένα έργο ταξινόμησης των νόσων, τη «Σύνοψη μεθοδικής μεθοδολογίας» (1769): οι νόσοι ταξινομούνται με βάση τα συμπτώματά τους σε κλάσεις, τάξεις, γένη και είδη. Ενθουσιώδης υποστηρικτής των απόψεων του Χάλλερ για την αισθητικότητα και τη διεγερσιμότητα, ο Κάλλεν δεν περιφρονούσε και πολλές από τις ιδέες του Χόφμαν, συνδυάζοντάς τις όμως με μερικές δικές του θέσεις που δεν διέφεραν πολύ από εκείνες του αντιπάλου του Χόφμαν, Γκέοργκ Ερνστ Σταλ.
Στο «σύστημα» του Κάλλεν η αρχή της ζωής τοποθετείται στο νευρικό σύστημα που είναι ο ρυθμιστής κάθε ζωικού φαινομένου. Οι ασθένειες ανάγονται όλες στο νευρικό σύστημα, που όταν είναι ισχυρό τους δίνει χαρακτήρα «σπαστικό» κι όταν είναι εξασθενημένο, χαρακτήρα «ατονικό». Η θεραπεία συνεπώς πρέπει να είναι κατευναστική στην πρώτη και διεγερτική στη δεύτερη περίπτωση.
Παρόλη τη φήμη που απολάμβανε όσο ζούσε, ο Κάλλεν πολύ γρήγορα μετά το θάνατό του ξεχάστηκε και το έργο του υποτιμήθηκε τόσο από τους μεταγενέστερους, ώστε τα βιβλία να μη θεωρούνται τίποτα περισσότερο από ιστορικά ντοκουμέντα. Παρόλα αυτά υπάρχει και η άποψη του Τζων Μπόστοκ, γιου του πιο αγαπητού μαθητή του Κάλλεν που γράφει ότι: «κανένας δεν άσκησε πιο έντονη και πιο μόνιμη επίδραση στην ιατρική, σε όλους της τους κλάδους, τόσο τους θεωρητικούς, όσο και τους πρακτικούς, από τον Κάλλεν». Πράγματι από τη δική του γραμμή προέκυψε το πιο περίφημο από τα «συστήματα» του 18ου αιώνα, εκείνο που συγχρόνως άσκησε την πιο αρνητική επίδραση πάνω στην ιατρική, το σύστημα του μαθητή και γραμματέα του Τζων Μπράουν.

Ο ΤΖΩΝ ΜΠΡΑΟΥΝ
Υπήρξε τελείως αντίθετος χαρακτήρας από το δάσκαλό του. Γεννημένος από φτωχούς γονείς στο Εδιμβούργο το 1735, μαθήτευσε στην αρχή σε υφαντήριο. Μετά κατόρθωσε να πάρει μαθήματα θεολογίας και ρητορικής. Τέλος, πηγαίνοντας στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου για να ακολουθήσει εκκλησιαστική σταδιοδρομία, άλλαξε γνώμη και προτίμησε να σπουδάσει ιατρική. Τα έξοδα των σπουδών του τα έβγαζε μεταφράζοντας τις εργασίες των συμφοιτητών και των καθηγητών του στα λατινικά και παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα λατινικής γλώσσας.
Η τύχη του χαμογέλασε όταν ο Κάλλεν, εκτιμώντας τη λατινομάθειά του, τον έκανε παιδαγωγό του γιου του. Αυτό του έκανε τη ζωή πιο άνετη και του επέτρεψε μεγαλύτερη αφοσίωση στις ιατρικές του μελέτες. Όμως η προηγούμενη σκληρή ζωή του επιδρώντας στον εκ φύσεως στρυφνό χαρακτήρα του, τον διαμόρφωσε τελείως εχθρικό προς κάθε διάλογο. Η πολεμική του στράφηκε πρώτα κατά του δασκάλου και προστάτη του Κάλλεν. Στα «Στοιχεία Ιατρικής» που δημοσίευσε το 1775, αντιπαρατάσσει στις θεωρίες εκείνου ένα νέο δικό «σύστημα», με την ανάπτυξη του οποίου άρχισε τη σταδιοδρομία του ως δάσκαλος της ιατρικής.
Έχοντας ο Μπράουν αξιόλογη κλασική μόρφωση, παρέλαβε τις θεωρίες του αρχαίου Έλληνα ιατρού Ασκληπιάδη και της σχολής των «μεθοδικών» και τους μεταφύτευσε στοιχεία από τη διδασκαλία του Χόφμαν, του Χάλλερ και του ίδιου του Κάλλεν.
Ο Μπράουν θεωρούσε τη νόσο ως αποτέλεσμα διαταραχής της ισορροπίας μεταξύ της διεγερσιμότητας του οργανισμού και των διεγέρσεων που ενεργούν πάνω της. Από τη διαταραχή αυτή προκύπτουν είτε «υπερασθένεια» λόγω αύξησης των διεγέρσεων μέσα σε ορισμένα όρια, είτε «ασθένεια» λόγω ελάττωσης των διεγέρσεων ή τόσο μεγάλης αύξησης ώστε να εξαντλείται η διεγερσιμότητα του οργανισμού. Η θεραπεία αποβλέπει στην αποκατάσταση της αρχικής ισορροπίας με βάση την αρχή «τα αντίθετα θεραπεύονται δια των αντιθέτων», δηλαδή μια νόσος αντιμετωπίζεται με φάρμακα που η ενέργειά τους είναι αντίθετη με την ενέργεια της αιτίας της νόσου. Επειδή όμως σχεδόν όλες οι ασθένειες κατατάσσονται στις «ασθενικές», τα ενδεδειγμένα φάρμακα είναι τα διεγερτικά: οινόπνευμα, καμφορά, αιθέρας κλπ., στα οποία ο Μπράουν πρόσθετε, κατά περίεργο τρόπο, και το όπιο. Και επειδή δεν μπορούσε παρά να εφαρμόζει και στον εαυτό του όσα υποστήριζε, έκανε τέτοια χρήση των ισχυρότερων διεγερτικών του, δηλαδή του οπίου, που έπαιρνε σαν λάβδανο και του οινοπνεύματος, που έπινε με τη μορφή του ουίσκι, ώστε να πεθάνει εξαιτίας τους στο Λονδίνο το 1788.
Ανάλογα ήταν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του συστήματός του και για όσους το ακολούθησαν, αλλά και για όσους το πολέμησαν.

9/3/09

Τα συστήματα - Α' Μέρος [61]

Σε άλλα κεφάλαια είχαμε τονίζει πού είχε οδηγήσει η εισαγωγή της πειραματικής μεθόδου στην ιατρική το 17ο αιώνα: ο γιατρός είχε απομακρυνθεί σιγά - σιγά από το προσκέφαλο του αρρώστου για να μεταβληθεί προοδευτικά σε καθαρό ερευνητή. Ο γιατρός αυτός βρισκόταν πια αρκετά μακριά από την παραδοσιακή μορφή που είχε σκιαγραφήσει ο μεγάλος Ιπποκράτης σε όλο το έργο του και ιδίως τον Όρκο του, που θα αποτελεί στους αιώνες ένα μνημείο υπέροχο του ελληνικού ανθρωπιστικού πνεύματος.
Στην εκτροπή αυτή του ιατρικού επαγγέλματος είχαν αντιταχθεί έντονα (άλλοι πιο πολύ με την αίσθηση του μέτρου που ο καθένας τους διέθετε) όσοι είχαν ακολουθήσει τον «Άγγλο Ιπποκράτη», τον Τόμας Σύντενχαμ.
Η αφιέρωση όμως του γιατρού στην πειραματική έρευνα, δεν έμεινε άκαρπη. Εκτός από την εμβάθυνση των γνώσεων στα πεδία της ανατομικής και της φυσιολογίας (Ιατρομηχανικοί και ιατροχημικοί), της οφείλεται και η απαρχή της διαμόρφωσης των λεγομένων «συστημάτων» (β' μισό του 17ου αιώνα), που άνθησαν στον αιώνα που ακολούθησε.

ΤΟ «ΠΩΣ» ΚΑΙ ΤΟ «ΓΙΑΤΙ»Για να συλλάβουμε το θέμα πρέπει να θυμηθούμε τα λόγια στα οποία ο Μαλπίγγι έκλεισε την πεμπτουσία της σκέψης του, που στη συνέχεια διαμόρφωσε τις ιδέες της πιο ζωντανής μερίδας των επιστημόνων του 17ου αιώνα: «μη γνωρίζοντας τον τρόπο της ενέργειας του αγγέλου (δηλαδή της δύναμης που κινούσε τη μηχανή του ζωντανού οργανισμού), αλλά την ακριβή κατασκευή του μύλου (δηλαδή της ζωντανής ύπαρξης), κατανοώ αυτήν την κίνηση και την ενέργεια και αν πάθαινε βλάβη ο μύλος, θα προσπαθούσα να επισκευάσω τους τροχούς ή τη χαλαρωμένη συναρμολόγησή τους και θα παραιτούμουν από την αναζήτηση του τρόπου της ενέργειας του αγγέλου που κινεί».
Τα λόγια αυτά δίνουν ακριβώς τα όρια της πειραματικής επιστήμης του 17ου αιώνα, που συμπίπτουν με τα όρια της επιστημονικής έρευνας κάθε εποχής. Ταυτόχρονα σκιαγραφούν το περιεχόμενο της επιστήμης γενικά, εκείνης που ερευνά την κατασκευή του αντικειμένου της ειδικότερα (αυτή αποτελούσε και το κέντρο των δικών του ενδιαφερόντων), ως τη γνώση της «ακριβούς κατασκευής του μύλου». Τι σημαίνει αυτό;
Σύμφωνα με την άποψη του Μαλπίγγι, η αληθινή επιστήμη οφείλει και μπορεί να γνωρίσει το «πώς» των φαινομένων, αλλά οφείλει να παραιτηθεί από την αναζήτηση του «γιατί». Η επιστήμη δηλαδή εγκαταλείπει το πανάρχαιο αίτημά της, της γνώσης της αιτίας των φαινομένων, για να περιοριστεί στη γνώση του τρόπου της εκδήλωσής τους.
Το ίδιο είχε δηλώσει ανοικτά και ο Γαλιλαίος. Ενώ στον «Πειραματιστή» του ορίζει την επιστήμη ως «ποσοτική μέτρηση των φαινομένων», στο έργο του «Περί των ηλιακών κηλίδων» γράφει: «ή, σκεφτόμενοι θεωρητικά, θα προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στην αληθινή και εσώτερη ουσία των πραγμάτων της φύσης, ή θα αρκεστούμε στη γνωριμία μερικών από τους τρόπους της ύπαρξης και της εκδήλωσής τους. Την προσπάθεια να διεισδύσουμε στην ουσία θεωρώ επιχείρηση όχι λιγότερο αδύνατη και κόπο όχι λιγότερο μάταιο τόσο ως προς τις κοντινότερες στοιχειώδεις ουσίες, όσο και ως προς τις μακρινότερες και ουράνιες. Μου φαίνεται δε ότι αγνοώ εξίσου την ουσία της γης και της σελήνης, των στοιχειωδών νεφών και των κηλίδων του ηλίου».
Με τα λόγια αυτά του Γαλιλαίου επιβεβαιώνεται η περιγραφική λύση της επιστήμης, που δε διαθέτει την ικανότητα της ερμηνείας του τελικού «γιατί» των γεγονότων. Βέβαια για ορισμένα φαινόμενα ήταν δυνατό από τα εμφανή αποτελέσματα να οδηγηθεί κανείς στις αφανείς άμεσες αιτίες. Αλλά η γνώση της «πρώτης αιτίας» έμενε οριστικά κλειστή για τις γνωστικές δυνατότητες του επιστήμονα. Κάτι ανάλογο διαισθανόταν και ο Φρακαστόρο όταν έγραφε ότι παραιτείτο από την αναζήτηση του «απώτερου και πρώτου αιτίου» για να περιοριστεί στην έρευνα του «εγγύτερου και δεύτερου αιτίου».
Ξαναγυρίζουμε στο Γαλιλαίο για να τον δούμε να υποστηρίζει στο ίδιο έργο του ότι η γνώση της ουσίας των φαινομένων είναι «η γνώση εκείνη που η απόκτησή της μας επιφυλάσσεται για την κατάσταση της μακαριότητας (δηλαδή για τη μέλλουσα ζωή) και όχι νωρίτερα». Όταν λοιπόν ο Μαλπίγγι παραιτείται από την έρευνα «του τρόπου της ενέργειας του αγγέλου που κινεί», φανερώνεται ότι είναι πιστός μαθητής του Γαλιλαίου.
Παρόλα αυτά, το «γιατί» των φυσικών φαινομένων δεν παύει να είναι επιτακτικό αίτημα της ανθρώπινης ψυχής. Η επιθυμία της γνωριμίας μαζί του βρίσκεται ουσιαστικά στη βάση κάθε πίστης, κάθε θρησκείας και τόσων στιγμών της επιστήμης. Η αναγνώριση των ορίων της πειραματικής μεθόδου δεν ανταποκρινόταν στο αίτημα αυτό, με αποτέλεσμα ο ανικανοποίητος πόθος της ανθρώπινης ψυχής να ξεπετιέται σε κάθε ευκαιρία πιο επιτακτικός. Από εδώ μπορεί να εξηγηθεί τόσο το κύμα του μυστικισμού που είχε κατακλύσει την Ευρώπη στο τέλος του 16ου, ολόκληρο το 17ο και στις αρχές του 18ου αιώνα, όσο και η εμφάνιση μερικών από τα σπουδαιότερα «συστήματα», ιδίως από το β' μισό του 17ου αιώνα.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ
Στη διαμόρφωση των «συστημάτων» αυτών δε συνέβαλε λίγο η επιστήμη του 17ου αιώνα με τις μεθόδους της.
Είδαμε κιόλας πολλούς από τους μεγαλύτερους επιστήμονες του αιώνα αυτού να προσπαθούν να αναγάγουν όλα τα φαινόμενα της ζωής σε μια μοναδική στοιχειώδη κατασκευή, που οι λειτουργίες της, καθώς εκδηλώνονταν διαφορετικά, ανάλογα με το όργανο, έδιναν μια ενιαία εξήγηση όλων των όψεων της ζωής. Η στοιχειώδη αυτή κατασκευή ήταν για τον Μαλπίγγι ο «αδένας», για τον Μπαλίβι οι «κινητές ίνες», για τον Ρούις τα «τριχοειδή αγγεία» κλπ. Επρόκειτο για τον κοινό και βαθύ πόθο όλων των ανθρώπων αυτών να οργανώσουν σ’ ένα τέλειο, απλό και σαφές σύστημα όλα τα φαινόμενα της ζωής, από την αρχή δε του 18ου αιώνα και ολόκληρο το συγκεντρωμένο φυσιογνωστικό υλικό.
Η αποφασιστική επίδραση του 17ου αιώνα εξηγεί τη διαμόρφωση των «συστημάτων» και κυρίως του πρώτου από αυτά που οφείλουμε στο Φρίντριχ Χόφμαν (1660-1742). Αυτός πλαισιώνοντας τα φυσικά φαινόμενα με μια «βιταλιστική» προοπτική, θέλησε να ξεπεράσει τα περιγραφικά όρια της πειραματικής επιστήμης, όσο και το αίτημα της συστηματικής και καθολικής ερμηνείας της φύσης.

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΟΥ ΧΟΦΜΑΝ
Γεννημένος στη Halle της Γερμανίας από πατέρα γιατρό, ο Χόφμαν αφοσιώθηκε στην αρχή στη μελέτη των μαθηματικών και της χημείας. Αργότερα άρχισε να σπουδάζει στην Jena ιατρική κι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Erfurt.
Για λίγο διάστημα άσκησε το ιατρικό επάγγελμα. Μετά ταξίδεψε στις Κάτω Χώρες, την Αγγλία και διάφορες περιοχές της Γερμανίας και το 1693 ονομάστηκε καθηγητής της ιατρικής στο πανεπιστήμιο της πατρίδας του. Την έδρα αυτή, εκτός από ένα τριετές διάστημα που ήταν αυλικός ιατρός του Φρειδερίκου Α' στο Βερολίνο, την κράτησε ως το θάνατό του (1742).
Ο Χόφμαν ήταν οπαδός του Μπούρχαβε, διέθετε δε τέτοιες διδακτικές ικανότητες και ερευνητική ιδιοφυΐα, ώστε να κατακτήσει την εκτίμηση ολόκληρης της Γερμανίας, πράγμα που συντέλεσε στην ευρύτερη διάδοση της θεωρίας του στην Ευρώπη.
Πιστεύοντας στη μηχανική ερμηνεία των ζωικών φαινομένων και στη δυνατότητα αναγωγής κάθε λειτουργίας της ζωής σε μια μαθηματική διατύπωση, αντιμετώπισε το πρόβλημα της «τελικής αιτίας», ξεπερνώντας τα όρια της πειραματικής επιστήμης και καταφεύγοντας σε υποθέσεις. Αν και δεν του διέφευγε η αδυναμία της ανθρώπινης γνώσης να συλλάβει την «αρχική αιτία», δεν κατόρθωσε να εγκαταλείψει την επιθυμία για την ανακάλυψή της, επιθυμία στην οποία έδωσε διέξοδο με τις υποθέσεις του.
Επηρεασμένος έντονα από τη θεωρία των «μονάδων» του Λάιμπνιτς, αντιλαμβανόταν την ύλη να εμψυχώνεται από μια «ζωτική δύναμη», που την έβλεπε να εκδηλώνεται με μηχανικές κινήσεις, ικανές να εκφραστούν από την ανθρώπινη διάνοια με μαθηματικούς όρους. Συνεπώς, η ζωή είναι κίνηση, ενέργεια της ζωτικής δύναμης και ο θάνατος διακοπή της ζωτικής δύναμης.
Η μηχανή του οργανισμού που κινείται από τη δύναμη αυτή, αποτελείται από ίνες ικανές να διαστέλλονται και να συστέλλονται με διάφορους τρόπους, με ρυθμιστή των κινήσεών τους το «νευρικό ρευστό», τον «νευρικό αιθέρα» κατά τον Χόφμαν, που από τον εγκέφαλο διοχετευόταν σε ολόκληρο το σώμα. Η υπερβολική ποσότητα αίματος σε μερικούς οργανισμούς επηρεάζει, μέσω του στομάχου και των εντέρων, την κυκλοφορία του «νευρικού αιθέρα» και γίνεται κύρια αιτία των ασθενειών. Η ιατρική εξέταση οφείλει να αρχίζει προσεκτικά ακριβώς από το στομάχι και το έντερο του αρρώστου.
Προσεκτικός και λεπτολόγος μελετητής της ενέργειας των φαρμάκων, κατασκεύαζε και ο ίδιος φάρμακα, από την πώληση των οποίων αποκόμιζε μεγάλα κέρδη. Τα συμπεράσματα των παρατηρήσεών του, μαζί με την ολοκληρωμένη διατύπωση της θεωρίας του, βρίσκει κανείς στο έργο του «Ορθολογική συστηματική ιατρική» (9 τόμοι, Halle, 1718-1740).
Τα βιβλία του γεμίζουν μόνα τους ολόκληρη βιβλιοθήκη: «Γενική ιδέα της μηχανικής ιατρικής» (Halle, 1693), «Περί των ειδικών φαρμάκων» (Halle, 1693), «Συμβουλευτική ιατρική» (12 τόμοι, Halle, 1721-1739), «Θεμέλια της ιατρικής» (Halle, 1703) είναι μερικά δείγματα της συγγραφικής του παραγωγής, στα οποία διατυπώνονται με σαφήνεια οι ιδέες του.
Παρά τις μηχανιστικές του αντιλήψεις, ο Χόφμαν πίστευε βαθιά στην ύπαρξη της ψυχής. Από την αντινομία αυτή των πεποιθήσεών του είναι σφραγισμένο το σύστημά του, το οποίο αποτελεί για οπαδούς και αντιπάλους κύρια πηγή ιατρικών και φυσιολογικών γνώσεων για το 18ο αιώνα, που οι απηχήσεις τους φτάνουν και μέχρι τον επόμενο.