20/10/09

Σαρλ Ρισέ (Charles Robert Richet) [106]

Τα θορυβώδη χρόνια του 1914 στο Παρίσι, η μεγάλη ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ εμπιστευόταν στους φίλους της που πήγαιναν να την συγχαρούν στο καμαρίνι της: «Το θέατρο είναι πράγματι ένα μυστηριώδες φαινόμενο. Μου έτυχε να με σφυρίξουν με έργα αυθεντικών συγγραφέων. Ξέρετε ποιου είναι η κωμωδία που παίζω εδώ και 30 βραδιές σ’ ένα παραλήρημα επευφημιών; Είναι του μεγαλύτερου Γάλλου φυσιολόγου, του Σαρλ Ρισέ».
Στην ιστορία πάντως του θεάτρου, ούτε η τρίπρακτη «Κίρκη», η κωμωδία για την οποία μιλούσε η Σάρα Μπερνάρ, ούτε η «Ανάκριση» και ακόμα λιγότερο το δράμα του «Ο θάνατος του Σωκράτη» θα μείνουν, παρά την επιτυχία που είχαν όταν παίχτηκαν. Η πραγματική θέση του Ρισέ είναι στην ιστορία της ιατρικής.
Πολύ ζωηρό πνεύμα, με το πάθος του πειραματισμού,[1] ο Ρισέ θυμίζει τις πολυεδρικές και καθολικές εκείνες φυσιογνωμίες της Αναγέννησης.
Ο πατέρας του, Αλφρέντ Ρισέ (Alfred Richet) ήταν γιατρός, καθηγητής κλινικής χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Παρισιού, αλλά στους προγόνους του θα συναντήσουμε και φιλοσόφους και λόγιους. Ο Ρισέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850. Ο πατέρας του, που κρατάει αξιόλογη θέση στην ιστορία της γαλλικής χειρουργικής, τον ενθάρρυνε να σπουδάσει ιατρική.
Ήταν στα χρόνια των μεγάλων κατακτήσεων της ιατρικής, τα χρόνια του Παστέρ και του Κοχ, όταν ο Εμίλ Ζολά ομολογούσε ότι την αφηγηματική του τέχνη (βερισμός) την όφειλε σ’ ένα μεγάλο γιατρό, τον Κλωντ Μπερνάρ. Το έργο αυτού του τελευταίου, «Πειραματική ιατρική», ήταν που γοήτευσε και τον Ρισέ και τον έκανε να σπουδάσει, παράλληλα με την ιατρική, και φυσικές επιστήμες.
Από το 1877 ασχολείται με τη φυσιολογία στο πλευρό διασημοτήτων της εποχής: του Μάρεϊ, του Μπερτελό, του Βιλπιάν. Περισσότερο όμως από όλα τον γοήτευαν τα μαθήματα του Κλωντ Μπερνάρ. Πίστευε κι αυτός μαζί με το μεγάλο διδάσκαλο ότι απαιτείται μια νέα μέθοδος έρευνας, μια συνεργασία μεταξύ ιατρικής και βιολογίας.
Ο ενθουσιασμός του για τον Κλωντ Μπερνάρ φαίνεται από τον τίτλο της διδακτορικής του διατριβής, που απηχεί το πνεύμα εκείνου: «Περί των πειραματικών μελετών στην κλινική επί της ευαισθησίας».
Παίρνοντας τον διδακτορικό του τίτλο άρχισε να εργάζεται στο εργαστήριο του Μαρσελέν Μπερτελό (Pierre Eugène Marcellin Berthelot) (1827-1907). Εκεί ολοκληρώνει τις πρώτες πειραματικές του εργασίες για το γαστρικό υγρό.
Ο Ρισέ νοσήλευε ένα παιδάκι που είχε καταπιεί κατά λάθος καυστική σόδα. Το παιδάκι παρουσίασε τελικά στένωση του οισοφάγου και μετά τη χειρουργική επέμβαση γαστρικό συρίγγιο. Παρακολουθώντας τον μικρό του άρρωστο, ο Ρισέ απέδειξε πρώτος ότι η οξύτητα του γαστρικού υγρού οφείλεται στο υδροχλωρικό οξύ.
Ακολούθησαν και άλλες πειραματικές εργασίες. Με ένα νέο θερμιδόμετρο και μια συσκευή για τον προσδιορισμό των αερίων της αναπνοής, που χρησιμοποιείτο για πρώτη φορά, διαπίστωσε το μηχανισμό της θερμορύθμισης.
Εκθέτοντας σκύλους σε υψηλές θερμοκρασίες απέδειξε ότι τα ζώα ψύχονται, εξατμίζοντας νερό από την επιφάνεια των πνευμόνων τους. Είναι η λεγόμενη «θερμική πολύπνοια», που την ύπαρξή της ανακάλυψε ο Ρισέ. Όταν εξέθετε τους σκύλους σε χαμηλή θερμοκρασία διαπίστωσε ότι θερμαίνονταν θέτοντας σε ταυτόχρονη σύσπαση όλους τους μυς του στόματός τους. Είναι το φαινόμενο του «θερμικού ρίγους», που κι αυτό το περιέγραψε πρώτος και το ανέλυσε στο έργο του «Η ζωική θερμότητα».
Στο βιβλίο αυτό που εκδόθηκε αργότερα (1895), ο Ρισέ διαπιστώνει ένα βασικό νόμο της φυσιολογίας: «η παραγωγή της ζωικής θερμότητας είναι ανάλογη της επιφάνειας του δέρματος και όχι του βάρους του σώματος».
Το 1884 απέδειξε και πάλι πρώτος ότι τα θερμορυθμιστικά κέντρα εντοπίζονται στον εγκέφαλο.
Άλλο σημαντικό του έργο είναι «Η κυκλοφορία του αίματος», στο οποίο εκθέτει τα πρώτα ορολογικά του πειράματα που θα οδηγήσουν τελικά στις μεγάλες κατακτήσεις της οροθεραπείας.
Στον Ρισέ οφείλεται επίσης η βασική διαπίστωση ότι «το αίμα ζώου ανθεκτικού σε μια λοίμωξη,[2] όταν το χορηγήσουμε με ένεση σε ζώο ευαίσθητο σε λοίμωξη, μπορεί να παρέχει ανοσία, λίγο πολύ πλήρη» (παθητική ανοσοποίηση).
Τα ενδιαφέροντα όμως του Ρισέ εκτείνονται και στον ψυχοφυσιολογικό τομέα στα όρια του ομαλού ψυχικού βίου, μια περιοχή που τη μελέτη της ονόμασε «μεταψυχική», με ένα όρο που είχε μεγάλη τύχη. Στο 1885 τοποθετείται η μελέτη του «Πειραματική Ψυχολογία». Στο έργο αυτό εκθέτει μελέτες του για την υπνοβασία, τον υπνωτισμό, τα παραψυχολογικά φαινόμενα και τα πειράματα που είχε κάνει στο Μιλάνο μαζί με τον Ξάκοβ και τον Λομπρόζο επάνω σε ένα πολύ γνωστό μέντιουμ της εποχής.
Τα πειράματα αυτά έπεισαν τον Ρισέ ότι πολλά φαινόμενα που θέλει να αγνοεί η επίσημη επιστήμη πρέπει να περιληφθούν στο πλαίσιο της πειραματικής ψυχολογίας. Για το σκοπό αυτό θα ιδρύσει το 1891 μαζί με τον Νταριέ τα «Χρονικά των Ψυχικών Επιστημών», στα οποία περιγράφει τα ψυχικά φαινόμενα που θεωρεί οπωσδήποτε αυθεντικά: προαισθήσεις, ψευδαισθήσεις, τηλεπάθεια κλπ. Ο Ρισέ ακόμα υποστήριζε ότι ορισμένα άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες (μέντιουμ) διαθέτουν μια διεισδυτική ευαισθησία που την ονόμασε παραστατικά «έκτη αίσθηση».
Οι ιδέες του Ρισέ στον τομέα αυτόν συνοψίζονται στο έργο του «Πραγματεία Μεταψυχικής» (1922) και στην πρωτότυπη μελέτη του «Η έκτη μας αίσθηση» (1928).
Το 1887 ο Ρισέ ονομάστηκε καθηγητής της φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Παρισιού. Ασχολήθηκε μαζί με τον Ερικούρ με την οροθεραπεία της φυματίωσης, που με τέτοιο πάθος κυνηγούσε τότε ο Μπέρινγκ στη Γερμανία. Ο Ρισέ έκανε το 1890 την πρώτη ένεση ορού σε φυματικό στο Οτέλ Ντιέ του Παρισιού. Το πείραμα απέτυχε, αλλά ο Ρισέ δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του. Δοκίμασε μάλιστα και μια θεραπεία της φυματίωσης με ωμό κρέας που την ονόμασε «ζωμοθεραπεία».
Ο Ρισέ όμως δεν περιόρισε τους πειραματισμούς του σ’ ένα μόνον τομέα. Την προσοχή του κίνησαν και φαρμακολογικά θέματα. Εκτέλεσε ολόκληρη σειρά πειραμάτων σχετικά με την επίδραση των χλωριούχων αλάτων, των αλκαλικών μετάλλων στα ψάρια, στην καρδιά του βατράχου, στη γαλακτική ζύμωση. Ο Ρισέ απέδειξε ότι «για τις ουσίες που ενεργούν στα ίδια ανατομικά στοιχεία, οι δόσεις που έχουν τοξική ενέργεια δεν είναι ανάλογες προς τα απόλυτα βάρη των ουσιών αυτών, αλλά προς τα μοριακά τους βάρη». Αντίθετα, δηλαδή, με αυτό που υποστήριζαν μέχρι τότε, για να δηλητηριαστούν ζώα με το ίδιο βάρος, χρειαζόταν το ίδιο μοριακό βάρος από οποιουδήποτε αλκαλικό άλας και συνεπώς οι τοξικές ενέργειες των φαρμάκων είναι καθαρά χημικής φύσης. Στη συνέχεια ο Ρισέ μελετώντας τα φάρμακα που προκαλούν σπασμούς, απέδειξε στην περίπτωση της κοκαΐνης ότι η δόση που απαιτείται για την πρόκληση σπασμών είναι τόσο μικρότερη όσο ο εγκέφαλος ενός ζώου είναι μεγαλύτερος και ότι το ίδιο ίσχυε για τη θανατηφόρο δόση του φαρμάκου.
Εξάλλου, σε συνεργασία με τον Ανριό, ανακάλυψε τη χλωραζόλη, ένα υπνωτικό που αποδείχθηκε πολύ χρήσιμο στις ζωοτομικές έρευνες.
Οι μελέτες του για την επίδραση της εξωτερικής θερμοκρασίας στις φαρμακολογικές και τοξικές ενέργειες ορισμένων ουσιών, που έγιναν με τα πιο διαφορετικά φάρμακα σε πλήθος ζώων, από μικρόβια μέχρι θηλαστικά, απέδειξαν ότι οι φαρμακολογικές και τοξικές αντιδράσεις ενισχύονται με την άνοδο της θερμοκρασίας και εξασθενούν με την πτώση της και ότι η θανατηφόρος δόση ποικίλλει ανάλογα με τη θερμοκρασία.
Ο Ρισέ, χάρις στα πειράματά του, ανακάλυψε «ότι μερικές φορές, ποσότητες μεταλλικών αλάτων που φθάνουν μια δόση μόλις 10 εκατομμυριοστά του χιλιοστού του γραμμαρίου στο λίτρο (π.χ. τα άλατα του βαναδίου) δεν είναι χωρίς επίδραση στη γαλακτική ζύμωση. Η ζύμη της γαλακτικής ζύμωσης είναι σαφώς ευαίσθητη ακόμα και σε αυτή την εξαιρετική αραίωση». Μετά από την ανακάλυψή του αυτή, ο Ρισέ μιλάει για μια νέα ανακάλυψη: για τη «χημεία των αστάθμητων». Μια επιστήμη από δύο όρους που φαίνονται αντιφατικοί. Αλλά δεν είναι.
Η ανακάλυψη όμως που θα μείνει για πάντα στην ιστορία της ιατρικής είναι η ανακάλυψη της «αναφυλαξίας» που έγινε από τον Ρισέ το 1902. Στις «Αναμνήσεις ενός φυσιολόγου» περιγράφει το 1933 τη στιγμή εκείνη με αφοπλιστική απλότητα: «Ήταν τύχη περισσότερο παρά η δική μου επέμβαση, που ανακάλυψα την αναφυλαξία».
Τον όρο «αναφυλαξία» έπλασε ο Ρισέ για να δηλώσει την «έλλειψη φύλαξης» που αναπτύσσεται στους οργανισμούς ύστερα από την επανειλημμένη χορήγηση ορισμένων τοξικών ουσιών. Τα συμπεράσματά του ο Ρισέ συνόψισε σ’ ένα νόμο κατά τη διάρκεια μιας περιήγησής του στη Μεσόγειο: «Οι ετερογενείς κολλοειδείς ουσίες, που χορηγούνται με ένεση για δεύτερη φορά σ’ ένα ζώο, έχουν θανατηφόρο ενέργεια σε δόση αρκετά πιο μικρή από την πρώτη ελάχιστη θανατηφόρο δόση».
Με τη διατύπωση αυτή του Ρισέ μια νέα φυσιοπαθολογική πραγματικότητα παίρνει επιστημονική έκφραση. Μια τοξική ουσία, που χορηγείται σε δόση που είναι τελείως αβλαβής για ένα φυσιολογικό ζώο, μπορεί να προκαλέσει κεραυνοβόλο θάνατο σε άλλο ζώο, που πριν αρκετό καιρό είχε δεχθεί στον οργανισμό του την ίδια ουσία χωρίς συνέπειες. Το φαινόμενο αυτό της «αναφυλακτικής κρίσης» αποτελεί στοιχείο του ευρύτερου πεδίου των «αλλεργιών», καταστάσεων δυσανεξίας του οργανισμού απέναντι σ’ ένα αντιγόνο, άσχετα από τη φύση του. Χάρις στην ανακάλυψη του Ρισέ μια μεγάλη ποικιλία παθολογικών καταστάσεων από το βρογχικό άσθμα μέχρι την κνίδωση (ουρτικάρια), αντιμετωπίζονται σήμερα κάτω από το ίδιο ειδικό πρίσμα. Για την ανακάλυψή του αυτή πήρε ο Ρισέ το βραβείο Νομπέλ το 1913.
Εκτός από τα άλλα του ενδιαφέροντα, ο Ρισέ ήταν αδιόρθωτος ειρηνιστής, αφού αγωνιζόταν με φυλλάδια και βιβλία μέσα στο 1914 για να πείσει την ανθρωπότητα να αποφύγει την είσοδο στο τραγικό παιχνίδι του πολέμου, που ήταν πια αποφασισμένη.
Στην ίδια προσπάθεια τον βλέπουμε να επιδίδεται το 1930, τότε ακριβώς που πύκνωναν σιγά-σιγά τα σύννεφα για να δώσουν μέσα στην ίδια δεκαετία έναν πιο καταστρεπτικό Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.Από τις τελευταίες του σκέψεις, λίγο πριν από το θάνατό του, το 1935, είναι και οι εξής: «Όλα παρέρχονται. Οι αυταπάτες των ανθρώπων, ακόμα και οι πιο γενναιόφρονες, είναι προορισμένες στην παρακμή. Μόνον οι αλήθειες της επιστήμης μπορούν ίσως να διεκδικήσουν την αιωνιότητα».
[1] Είχε κατασκευάσει ακόμα και ένα αεροπλάνο λίγο πριν από τους αδελφούς Ράιτ.
[2] Λόγω φυσικής ή επίκτητης ανοσίας μετά από εμβολιασμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: