10/9/08

Η επανάσταση του 16ου αιώνα σε εξέλιξη [29]

«Ξέρω καλά πως, με το να μην είμαι λογοτέχνης, κάποιος προπετής θα θεωρήσει λογικό να με κατηγορήσει που ανακατεύομαι, χωρίς να είμαι άνθρωπος των γραμμάτων (σε τέτοια πράγματα). Κουτός κόσμος! Δεν ξέρουν πως όσα γράφω προέρχονται περισσότερο από την εμπειρία, παρά από τα λόγια των άλλων. Αυτή υπήρξε ο διδάσκαλος όποιου έγραψε καλά, και έτσι την παίρνω και θα την μεταχειρίζομαι σε κάθε περίπτωση. Αν δεν ξέρω να χρησιμοποιήσω τους συγγραφείς όπως αυτοί, κάνω κάτι μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, διαβάζοντας την εμπειρία, που υπήρξε διδάσκαλος των διδασκάλων τους. Αυτοί έρχονται παραφουσκωμένοι και κομπάζοντας, ντυμένοι και στολισμένοι όχι με τους δικούς τους, αλλά με τους κόπους άλλων. Και τους δικούς μου κι εμένα δεν μας αναγνωρίζουν. Κι αν με περιφρονούν ως εφευρέτη, θα πρέπει να κατηγορήσουν πιο πολύ τους εαυτούς τους, που δεν είναι εφευρέτες, αλλά φερέφωνα και αφηγητές των έργων των άλλων».
Οι γραμμές αυτές, που ανήκουν στον Λεονάρντο ντα Βίντσι, διαγράφουν, έναν αιώνα πριν την πραγματοποίησή της, τους χαρακτήρες της επανάστασης, που ετοιμαζόταν σε ολόκληρο τον 16ο αιώνα ετοιμαζόταν, για να ωριμάσει στις αρχές του 17ου. Κάπου αλλού έγραφε πάλι ο ντα Βίντσι: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο πελώριο αυτό βιβλίο, που στέκει συνεχώς ανοικτό εμπρός στα μάτια μας: εγώ λέω στο Σύμπαν». Ό,τι δηλαδή γράφει κι ο Γαλιλαίος στον «Πειραματιστή» του, έναν αιώνα μετά, πράγμα που γεννά το ερώτημα: Γιατί άραγε η επανάσταση του Γαλιλαίου να μην εκδηλωθεί έναν αιώνα νωρίτερα, σαν επανάσταση του Λεονάρντο ντα Βίντσι;
Οι λόγοι είναι πολλοί. Ένας είναι η ίδια η φύση του ντα Βίντσι: το έργο του, δοσμένο ακατάστατα, δεν μπόρεσε ποτέ να συγκροτηθεί σ’ ένα ενιαίο σύστημα, να συγκεντρωθεί σ’ ένα έργο. Γι’ αυτό και έμεινε ουσιαστικά χωρίς επιδράσεις. Εξάλλου, ο κόσμος ποτέ δε μπορεί να ακολουθήσει αμέσως στο δρόμο της μια μεγαλοφυία που πάντα προτρέχει της εποχής της, ώστε να μη γίνονται κατανοητοί απ' τους συγχρόνους οι οραματισμοί της, που είναι στραμμένοι σ' ένα απώτερο μέλλον. Επίσης, η επανάσταση, που υπονοείται στα λόγια του Λεονάρντο ντα Βίντσι, φαινομενικά μόνο συμπίπτει με την επανάσταση του Γαλιλαίου, του Βάκωνα και του Καρτέσιου. Στην πραγματικότητα είναι μόνο «μεταρρύθμιση», ανάλογη με την ομώνυμή της στο θρησκευτικό πεδίο, που μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη μες στον 16ο αιώνα, με κύριους εκπροσώπους της τον Κανάνο, τον Βεσάλιο, τον Κολόμπο, τον Τσεζαλπίνο κι όλους τους αναμορφωτές του αιώνα εκείνου.
Κάτι που ξεχωρίζει τη μεταρρύθμιση του 16ου απ' την επανάσταση του 17ου αιώνα είναι η απουσία από την πρώτη της σαφούς κι αποφασιστικής αντίληψης ότι ο κόσμος με τα φαινόμενά του, κι άρα και ο άνθρωπος, είναι «μηχανές». Το ανθρώπινο σώμα εξακολουθεί να είναι μια «κατασκευή» αξιοθαύμαστη από μόνη της, που ζωογονείται απλώς απ' άγνωστες «ζωτικές δυνάμεις», με τις οποίες ερμηνεύονται όλες οι λειτουργίες της. Εξάλλου, η «εμπειρία» του 16ου αιώνα είναι καθαρά «εμπειρική παρατήρηση» και όχι «πείραμα».
Βέβαια για να φτάσουμε στις επαναστατικές αντιλήψεις του 17ου αιώνα, έπρεπε οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε απ' τις μεταρρυθμιστικές θέσεις του Λεονάρντο ντα Βίντσι, που επιτέλους έκανε και κάποιο πείραμα, όταν έχυνε στις κοιλίες του εγκεφάλου κερί, για να μελετήσει το ακριβές τους σχήμα. Αλλά αυτές πολύ απέχουν απ' τις αντιλήψεις του Γαλιλαίου, που τις βρίσκει κανείς τέλεια διατυπωμένες στο έργο του.

ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΑΛΙΛΑΙΟΥ
Εκείνο το ιδιαίτερο, που συναντάμε στον Γαλιλαίο, είναι η αντίληψη ότι η φύση είναι αποτέλεσμα του σιδηρού νόμου της αναγκαιότητας, έχει δηλαδή μηχανική συγκρότηση. Στο βιβλίο του «Διάλογος περί των δύο μεγίστων συστημάτων τού κόσμου» διαβάζουμε πράγματι: «Για να θεωρηθούν τα αποτελέσματα αυτά ως συνέπεια των κινήσεων, που λαμβάνουν φυσικά χώρα στη γη, είναι απαραίτητο όχι μόνο να μη βρίσκουν αντίσταση ή εμπόδιο, αλλά και να πραγματοποιούνται με ευκολία, κι όχι μόνο με ευκολία, αλλά και από αναγκαιότητα, ώστε να είναι αδύνατο να ακολουθήσουν άλλον τρόπο πραγματοποίησης. Αυτή ακριβώς είναι η ιδιότητα και η κατάσταση των φυσικών και των αληθινών πραγμάτων».
Η αναγκαία αυτή σχέση αιτίας και αποτελέσματος που βρίσκεται πίσω από κάθε φυσικό φαινόμενο, αντιστοιχεί στη λογική αναγκαιότητα τής σκέψης που ακολουθεί το δρόμο της μαθηματικής απόδειξης, που γι’ αυτό είναι η μόνη ικανή να προσφέρει ακριβή γνώση τής φύσης. Δεν αρκούν οι αισθήσεις και οι εμπειρίες, για να προσφέρουν πραγματική γνώση. Πρέπει να μεσολαβήσει η λογική. Αυτό το γνωρίζει ο Γαλιλαίος, όταν γράφει στον Λιντσέτο: «Εδώ δεν θα ήθελα να μου πουν πως επαναπαύομαι για την αλήθεια ενός γεγονότος σε όσα μου δείχνει να ακολουθήσω η εμπειρία, που θα μπορούσα να πω ότι με διαβεβαιώνει μεν για την ύπαρξη κάθε γεγονότος της φύσης, που θαυμάζω, αλλά δεν ωφελεί καθόλου στην ερμηνεία του τρόπου (με τον οποίον αυτό παράγεται)».
Η εμπειρία, δηλαδή, κατά τον Γαλιλαίο, μαρτυρεί το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό, αλλά δεν το ερμηνεύει. Αυτό είναι έργο της μαθηματικής απόδειξης, που είναι δυνατή, επειδή τα γεγονότα της πραγματικότητας χαρακτηρίζονται από ποσοτικές κι όχι ποιοτικές σχέσεις, συνυφασμένες με τη φύση τους και όχι με τη διάθεση του παρατηρητή. Αυτό το διαβάζουμε σε μια σελίδα του «Πειραματιστή» του: «Λέω πως αισθάνομαι να έλκομαι απ' την ανάγκη, αμέσως μόλις συλλάβω την ύπαρξη κάποιας ύλης ή ουσίας του σώματος, να αντιληφθώ ταυτόχρονα αν είναι ολοκληρωμένη και διαμορφωμένη υπό αυτήν ή εκείνη τη μορφή, αν, σε σύγκριση με άλλες, είναι η μεγάλη ή μικρή, αν βρίσκεται σ’ αυτόν ή εκείνο τον τόπο, σ’ αυτόν ή εκείνο το χρόνο, αν κινείται ή μένει ακίνητη, αν βρίσκεται ή όχι σε επαφή με άλλο σώμα, αν είναι μια ή πολλές, και για χάρη καμιάς φανταστικής επινόησης δε θα μπορούσα να τη ξεχωρίσω απ' τις καταστάσεις αυτές. Αλλά, αν μπορεί να είναι λευκή ή κόκκινη, πικρή ή γλυκιά, ηχηρή ή βουβή, με οσμή ευχάριστη ή δυσάρεστη, δεν αισθάνομαι πως πρέπει να κουράσω το μυαλό μου για να μπορέσω να γνωρίσω όλες αυτές τις καταστάσεις, που αναγκαστικά τη συνδέουν. Μάλιστα, αν οι αισθήσεις δεν μας καθοδηγούσαν, ίσως η λογική και η φαντασία να μην έφθαναν ποτέ εκεί μόνες τους».
Προφανώς, η επιστήμη θεμελιώνεται στους χαρακτήρες εκείνους της πραγματικότητας, που δεν εξαρτώνται από τον παρατηρητή, αλλά αποτελούν στοιχεία της ύπαρξής της. Γι’ αυτό, επιστήμη είναι η γνώση των μαθηματικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την πραγματικότητα, σχέσεων γεωμετρικών, χώρου, χρόνου κλπ. Αφού λοιπόν η πραγματικότητα στηρίζεται σε μαθηματικές σχέσεις, μπορεί να μετρηθεί και να γίνει νοητή με τη βοήθεια των μαθηματικών αποδείξεων.
Ο Γαλιλαίος είχε πλήρη επίγνωση των δυσχερειών που έπρεπε να υπερνικηθούν, για να πραγματοποιηθεί η επιστημονική επανάσταση. Επρόκειτο για την αντίδραση των ανθρώπων εκείνων, που ο Λεονάρντο ντα Βίντσι αποκαλούσε φερέφωνα και έπρεπε να πεισθούν ότι «εμείς δεν επιθυμούμε να προσαρμοστεί η φύση σε ό,τι μας φαίνεται καλύτερα τοποθετημένο, αλλά συμφέρει να προσαρμόσουμε το πνεύμα μας σ’ εκείνο που πράγματι υπάρχει, σίγουροι πως αυτό κι όχι άλλο είναι το καλύτερο».
[1] Γιατί, όπως βεβαιώνει ο Σαγρέδο στον «Διάλογο περί των δύο μέγιστων συστημάτων»: «η φύση έκανε πρώτα τα πράγματα με τον τρόπο της και μετά έγινε ο ανθρώπινος λόγος ικανός να δυνηθεί να εννοήσει μερικά απ' τα μυστικά της». Να πειστεί πως «ό,τι συμβαίνει στα συγκεκριμένα, συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο και στα αφηρημένα: και θα ήταν κάτι το πρωτοφανές αν οι υπολογισμοί και οι πράξεις, που γίνονται με αφηρημένους αριθμούς, δεν αντιστοιχούν στα χρυσά κι ασημένια νομίσματα και στο συγκεκριμένο εμπόριο». Ότι «τα σφάλματα δεν οφείλονται ούτε στο αφηρημένο ούτε στο συγκεκριμένο, ούτε στη γεωμετρία ούτε στη φυσική, αλλά σ’ εκείνον που κάνει τους υπολογισμούς, που δεν ξέρει να τους κάνει σωστούς».
Οι υπολογισμοί αυτοί είναι η ίδια η επιστήμη. Ο Γαλιλαίος ξέρει πολύ καλά ότι «η σκέψη εκείνου που θα πίστευε ότι εισάγει μια καινούργια επιστήμη, ασκώντας κριτική επί αυτού ή εκείνου του συγγραφέα, θα ήταν μάταιη: είναι πρώτα ανάγκη να μάθουμε να ξαναφτιάξουμε εγκεφάλους και να τους κάνουμε ικανούς να ξεχωρίζουν το σωστό από το εσφαλμένο».

ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ
Το γεγονός ότι ο Γαλιλαίος πρόσθεσε στη φράση που μόλις αναφέραμε, την απαισιόδοξη άποψη «πράγμα, που μόνον ο Θεός μπορεί να κάνει», δε σημαίνει αναγκαστικά ότι ήταν απελπισμένος για κάθε δυνατότητα ανανέωσης της επιστήμης. Απλώς αποκαλύπτει την απόλυτη επίγνωση που είχε σχετικά με τις δυσκολίες που θα συναντούσε το έργο του κι αυτό των επιγόνων του. Πάντως, τα πρώτα αξιοθαύμαστα αποτελέσματα της νέας νοοτροπίας έδειχναν πως μερικοί εγκέφαλοι είχαν κιόλας αναγεννηθεί και μάλιστα σε τομείς που δύσκολα μπορούσε να πεισθεί κανείς ότι το παν ανάγεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς και μαθηματικές αποδείξεις, δηλαδή στους τομείς της ιατρικής, της βιολογίας και της φυσιολογίας. Σ’ αυτούς τους τομείς, η «μηχανή» αντικαθιστούσε κιόλας την «κατασκευή» κι υφίστατο μετρήσεις. Το πρώτο, δηλαδή, ρήγμα στις παλιές αντιλήψεις είχε γίνει. Η κατεδάφιση του τείχους μπορεί να μην ήταν εύκολη υπόθεση, θα ακολουθούσε όμως αναπόφευκτα.

Ο ΣΑΝΤΟΡΙΟ ΣΑΝΤΟΡΙΟ
Φαίνεται βέβαιο ότι ο Γαλιλαίος περισυνέλεξε με ενθουσιασμό τις ιδέες και τα κείμενα του Σαντόριο, συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο τής Πάντοβας (Κάπο ντ’ Ίστρια, 1561 – Βενετία, 1636). Ο Σαντόριο αφού υπηρέτησε για ένα διάστημα στην Πολωνία ως ιατρός του βασιλιά Μαξιμιλιανού, ξαναγύρισε στην Πάντοβα σαν καθηγητής στο Πανεπιστήμιό της, για να ασκήσει τελικά στη Βενετία το ιατρικό επάγγελμα μέχρι το θάνατό του.
Ή ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε στον ιατρικό τομέα τις ιδέες του Γαλιλαίου, μεταφέροντας στην ιατρική την έννοια των μετρήσεων με το «σφυγμολόγιο» που ανακάλυψε: επρόκειτο για ένα εκκρεμές με το οποίο μετρούσε τους σφυγμούς. Καθιέρωσε και το θερμόμετρο που είχε ανακαλύψει ο Γαλιλαίος,
[2] για τη λήψη της «θερμοκρασίας» του ανθρωπίνου σώματος. Φυσικά δεν επρόκειτο για τη θερμοκρασία, όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά για τη μέτρηση της υποτιθέμενης «ζωτικής θερμότητας», που ήταν το αποτέλεσμα της ανάμιξης των χυμών του σώματος κι ανάλογων εννοιών της παραδοσιακής ιατρικής για τις οποίες μιλήσαμε ήδη.
Με τέτοιες προοπτικές ο Σαντόριο εκτέλεσε σπουδαία πειράματα επάνω στο ανθρώπινο σώμα, ζυγίζοντας το υπό ποικίλες τοπικές και χρονικές συνθήκες, με τη βοήθεια ειδικών συσκευών που είχε επινοήσει: του «στατήρα μετά έδρας» και της «τεχνικής κλίνης». Έτσι παρατήρησε ότι το βάρος των απεκκρίσεων του ανθρωπίνου σώματος, μετά τη λήψη ορισμένης ποσότητας τροφής, ήταν μικρότερο απ' τη συνολική απώλεια του βάρους, που είχε συνολικά το σώμα. Απ' αυτό συμπέρανε ότι μέρος της τροφής που καταναλώνει ο άνθρωπος αποβάλλεται, εκτός απ' τις ορατές οδούς (ούρα, ιδρώτας) μέσω της α δ ή λ ο υ δ ι α π ν ο ή ς. Έτσι ο Σαντόριο συνέλαβε πρώτος την έννοια του βασικού μεταβολισμού.
Οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του, όμως, δεν άσκησαν ιδιαίτερη επίδραση στην ιατρική του καιρού του και μάλλον πέρασαν απαρατήρητα. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι ότι ο Σαντόριο είχε επιχειρήσει να ερμηνεύσει δεδομένα του ανθρωπίνου οργανισμού σε μαθηματικές βάσεις. Έτσι το αίτημα του Γαλιλαίου γι' αναμόρφωση των εγκεφάλων, σαν προϋπόθεση ανανέωσης της επιστήμης φαίνεται να πραγματοποιείται, έστω κι εν μέρει.

Η ΙΑΤΡΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Θρίαμβος των ιδεών τού Γαλιλαίου αποτελεί η προοδευτική καθιέρωση στην ιατρική των αρχών της λεγομένης ιατρομηχανικής σχολής, που στο πρόσωπο του Τζιοβάνι Αλφόνσο Μπορέλλι βρήκε τον πιο αξιόλογο εκπρόσωπό της.
Ο Μπορέλλι (Νεάπολη, 1608 – Ρώμη, 1679) ήταν μαθηματικός. Χάρις στη φήμη που απέκτησε στο Πανεπιστήμιο της Μεσσήνης, προσκλήθηκε να αναλάβει την έδρα των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Τόσο, όμως, γοητεύθηκε απ' την ανατομία και τη φυσιολογία και απ' τα πειράματα του Μαρτσέλο Μαλπίγγι, που από τότε αφοσιώθηκε στη μελέτη τους, μεταφέροντας στο ιατρικό πεδίο τη μαθηματική του πείρα κι εργαζόμενος αδιάκοπα μέχρι το θάνατό του στη Ρώμη, όπου είχε καταφύγει λόγω της ανάμιξής του σε συνωμοσία κατά της Ισπανίας.
Το έργο του «Περί της κινήσεως των ζώων», ένα είδος σύνοψης των ιατρομηχανικών απόψεων, δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του. Στο βιβλίο αυτό ο Μπορέλλι χαρακτηρίζει τη φυσιολογία ως μέρος της φυσικής κι επιχειρεί να θεμελιώσει σε μαθηματικές βάσεις τη φυσιολογία των μυών σε όλες τις λειτουργικές εκδηλώσεις τους, από το πέταγμα των πουλιών, μέχρι τη στάση που παίρνει το ανθρώπινο σώμα για να κρατηθεί όρθιο, κι απ' τη κολύμβηση των ψαριών μέχρι τις κινήσεις των τετραπόδων.
Η παρακολούθηση των ιδεών του Μπορέλλι σελίδα - σελίδα θα ήταν αδύνατη. Άλλωστε, ένα μόνο ενδιαφέρει εδώ. Κι αυτό είναι το ότι η επανάσταση έχει ήδη συντελεστεί: οι εγκέφαλοι έχουν αλλάξει, η παράδοση καταρρέει και μια νέα φιλοσοφία κι επιστήμη οικοδομείται. Η «εκ βάθρων» ανακαίνιση, που ο Βάκων είχε προαναγγείλει, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και τα είδωλα, που για αιώνες δέσμευαν την ανθρώπινη σκέψη, γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο. Νέοι δρόμοι ανοίγονται για την ανθρώπινη σκέψη και μια καινούργια εποχή για την επιστήμη.


[1] Επιστολή προς το Λίντσεο Τσέζι, 1612.[2] Ο Γαλιλαίος είχε μελετήσει και τους νόμους του εκκρεμούς.

9/9/08

Ο Δέκατος Έβδομος Αιώνας [28]

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΑΛΙΛΑΙΟΥ
Ο Ντε Σάνκτις στην εισαγωγή του στην «Ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας», δίνει μια σύντομη, αλλά ανάγλυφη περιγραφή της μεταρρύθμισης του Γαλιλαίου, γράφοντας: «Η φιλοσοφία της φύσης νικούσε πλέον τις τελευταίες αντιστάσεις της κοινής γνώμης. Δεν επρόκειτο πια για υποθέσεις κι αφηρημένους συλλογισμούς: τα γεγονότα ήταν παρόντα και μιλούσαν πιο εύγλωττα από τους συλλογισμούς των θεολόγων και των σχολαστικών. Η ‘πραγματικότητα’ του Μακιαβέλι, το ‘φυσικό φως’ του Μπρούνο, η ‘πειραματική μέθοδος’ του Τελέζιο, η ‘γλυκιά ελευθερία της αλήθειας’ του Καμπανέλα, έσμιξαν στους ωραίους λόγους του Γαλιλαίου: ‘Παράδοξη ζωή των δουλοπρεπών πνευμάτων, να γίνεται κανείς με τη θέλησή του δούλος!’ Ο καλός Σιμπλίτσιο,
[1] ο αριστοτελικός σχολαστικός… ρωτούσε: ‘Μα όταν αφήσουμε τον Αριστοτέλη, ποιος θα είναι οδηγός μας στη φιλοσοφία;’ Κι ο Γαλιλαίος απαντούσε με ηρεμία: ‘…Μόνον οι τυφλοί έχουν ανάγκη οδηγού… Εκείνος όμως που έχει μάτια στο μέτωπο και στο μυαλό, γιατί να χρησιμοποιεί τυφλοσούρτες;’ Το υπερφυσικό φως, η απόκρυφη επιστήμη, το μυστήριο, το θαύμα, θα εξαφανιστούν μπρος στη λάμψη αυτού του φυσικού φωτός των ματιών και της διάνοιας: η μαγεία, η αστρολογία, η αλχημεία, η καββάλα, θα φανούν φτωχά πράγματα μπρος στα θαύματα του τηλεσκοπίου. Ο Γαλιλαίος κι ο Κολόμβος θα δώσουν νέα γη και νέους ουρανούς».
Στην περιγραφή αυτή ο ντε Σάνκτις διαβλέπει το θρίαμβο αυτών που λίγες σελίδες πριν αποκαλούσε «νέους ανθρώπους του Βάκωνα», «πρώτους αγίους του νέου κόσμου», έχοντας προφανώς κατά νου την τραγική μοίρα του Τζιορντάνο Μπρούνο.
Τι είχαν κάνει όμως οι άνθρωποι αυτοί; Απλούστατα είχαν δει πιο μπρος απ' τους συγχρόνους τους, είχαν επαναστατήσει κατά της παράδοσης στο όνομα μιας νέας τοποθέτησης απέναντι στη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Η νέα θέση, που οι ρίζες της υπάρχουν στη σκέψη του Κουζάνο και του Τελέζιο, έχει σαν κύριο συστατικό της την απόρριψη της απαγωγικής μεθόδου και την αντικατάστασή της με την επαγωγική: η αληθινή γνώση του κόσμου δεν πρέπει πια να οικοδομείται με αφετηρία γενικές αρχές, αλλά ξεκινώντας από την εμπειρία, μόνη ικανή να εγγυηθεί την αλήθεια κάθε επιστημονικής ή φιλοσοφικής διαβεβαίωσης. Η παράδοση, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν πρέπει πια να δεσμεύει τη σκέψη, που οφείλει να εξελίσσεται ελεύθερα, ακολουθώντας την εμπειρία, που όχι μόνο αποκάλυπτε έναν άγνωστο μέχρι τότε και θαυμαστό κόσμο, αλλά και τα τρομερά λάθη της παραδοσιακής φιλοσοφίας κι επιστήμης. Αυτό που ο Γαληνός αποκαλούσε «ουρανό του Αριστοτέλη», αποκαλύπτεται πως δεν αντιστοιχεί στον «φυσικό ουρανό». Και όμως σ’ αυτόν πίστευαν για αιώνες ολόκληρους κι όχι στον ουρανό της φύσης!
Γιατί όμως ο «ουρανός του Αριστοτέλη» να μην είναι αληθινός; Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ανταποκρινόταν σε όσα αποκάλυπτε η εμπειρία, δεν ήταν προϊόν δικό της, αλλά νοητικό κατασκεύασμα, μέσα στο οποίο η λογική στηρίζεται μόνο στον εαυτό της. Δεν καταδικάζει φυσικά κανείς με τα λόγια αυτά τη λογική, που αποτελεί το μοναδικό όργανο για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά μόνο την απαγωγική μέθοδο, στο όνομα της επαγωγικής. Η λογική δεν παύει να είναι το όργανο για την οικοδόμηση της αλήθειας, δεν μπορεί όμως να οικοδομήσει παρά μόνον αν στηρίζεται στην εμπειρία.
Αυτή ήταν η πρώτη πράξη της επανάστασης, που πρωτεργάτες της υπήρξαν οι μεγάλες φυσιογνωμίες της Αναγέννησης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τα λόγια που έγραψε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι: «Καμιά ανθρώπινη έρευνα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αληθινή επιστήμη, αν δεν υποστεί τη μαθηματική απόδειξη, κι αν πεις ότι οι επιστήμες που αρχίζουν και τελειώνουν μέσα στη διάνοια, είναι αληθινές, αυτό δε το παραδεχόμαστε, αλλά το απορρίπτουμε για πολλούς λόγους και πρώτα – πρώτα γιατί σε τέτοιες διανοητικές συζητήσεις λείπει η εμπειρία, χωρίς την οποία τίποτα δεν μπορεί από μόνο του να προσφέρει βεβαιότητα».
Τα λόγια αυτά αποτελούσαν την ιδρυτική πράξη της νέας επιστημονικής σκέψης που θεμελιωνόταν στην ε μ π ε ι ρ ί α και τη μ α θ η μ α τ ι κ ή α π ό δ ε ι ξ η.

Ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΒΑΚΩΝ
Όταν, το 1620, ο Φραγκίσκος Βάκων (1561-1626) δημοσίευσε το βιβλίο του «Νέο Όργανο», οι μεμονωμένες απόπειρες εξέγερσης κατά της κυριαρχίας του αριστοτελικού πνεύματος έπαιρναν οργανωμένη μορφή και μεταβάλλονταν σε μάχη με τακτική διάταξη και στρατηγικές επιδιώξεις. Ο τίτλος και μόνον αρκούσε για να εκφράσει το πνεύμα του έργου: «Όργανο» ήταν η συλλογή των κυριότερων έργων του Αριστοτέλη και «Νέο Όργανο» οι νέες φιλοσοφικές και επιστημονικές αντιλήψεις, που έρχονταν να αντιπαραταχθούν στις παλιές. Στα ίδια περίπου χρόνια ο Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650), γνωστός περισσότερο με το εκλατινισμένο όνομα Καρτέσιος, συλλάμβανε την ιδέα της νέας επιστήμης και πραγματοποιούσε, συγχρόνως με τον Γαλιλαίο, τη δική του επανάσταση.

ΓΚΑΛΙΛΕΟ ΓΚΑΛΙΛΕΪ
Ο Γαλιλαίος γεννήθηκε στην Πίζα το 1564 και πέθανε φυλακισμένος στη Βίλλα ντ’ Αρτσέτρι το 1642.
Στον λίγο χώρο που διαθέτουμε, κάθε προσπάθεια για βιογραφία του Γαλιλαίου θα αποτελούσε προσβολή, τόσο για τη μεγαλοφυία του, όσο και την ευφυία του αναγνώστη. Άλλωστε εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι πιο πολύ η σκέψη του Γαλιλαίου και οι επιδράσεις που άσκησε σχεδόν σε κάθε κλάδο της ιατρικής.
Για καιρό είχε εγκολπωθεί τη θεωρία του Κοπέρνικού κι είχε μάλιστα το θάρρος, γράφοντας το 1613 από την Πίζα στο μαθητή του Αντόνιο Καστέλλι,
[2] λέκτορα των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, να διατυπώσει τις ακόλουθες, εκπληκτικές για τη νοοτροπία της εποχής του, σκέψεις: «Δεδομένου ότι… η Γρα-φή σε πολλά χωρία δεν είναι μόνη ικανή, αλλά έχει απαραιτήτως ανάγκη διατυπώσεων, διαφορετικών απ' τη φαινομενική σημασία των λεγομένων, έχω τη γνώμη ότι στα ζητήματα που αφορούν τη φύση, θα έπρεπε να τοποθετείται στην τελευταία θέση: γιατί μπορούμε να εξομοιώσουμε το Λόγο του Θεού με την Αγία Γραφή και τη φύση, εκείνη ως υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος κι αυτή σαν πειθήνιο εκτελεστή των εντολών του Θεού, και γιατί, επιπλέον, συνέφερε στις Γραφές, για να προσαρμοσθούν στην αντίληψη των πολλών, να λέγουν πολλά πράγματα διαφορετικά, στη μορφή και τη σημασία των λόγων, απ' την απόλυτη αλήθεια. Αντιθέτως, με το να είναι η φύση αδυσώπητη και αμετάβλητη και να μην ενδιαφέρεται παρά μόνον για τους κρυφούς σκοπούς της και τρόπους ενεργείας, είτε είναι προσιτοί είτε δεν είναι στις ικανότητες των ανθρώπων, γι’ αυτό και δε παραβαίνει ποτέ τους όρους των νόμων που της έχουν επιβληθεί. Φαίνεται ότι τα φυσικά γεγονότα, που ή η εμπειρία των αισθήσεων θέτει εμπρός στα μάτια μας ή προκύπτουν από αναγκαίες αποδείξεις, δεν πρέπει για κανένα λόγο να αμφισβητούνται λόγω χωρίων της Γραφής, επειδή έχουν οι λόγοι της διαφορετική μορφή…». Και πιο κάτω θέτει την επαναστατική ερώτηση: «Ποιος μπορεί να θέσει όρια στις ανθρώπινες διάνοιες; Ποιος μπορεί να υποστηρίξει πως είναι κιόλας γνωστό κάθε τι που έχει ενδιαφέρον μέσα στον κόσμο;»
Στις γραμμές αυτές, διακρίνεται όλο το νόημα κι η αξία της επανάστασης του Γαλιλαίου: η εμπειρία και η λογική τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο, αναφορικά με την οικοδόμηση της επιστήμης, συνδεδεμένες αποφασιστικά, σε αντιπαράταξη προς κάθε δογματική τοποθέτηση στο τομέα τής γνώσης. Η φύση γίνεται αντιληπτή σαν μηχανικά αναγκαία διαδοχή γεγονότων. Στην ανθρώπινη διάνοια αποδίδονται απεριόριστες δυνατότητες. Έτσι φτάνουμε σε μια πιο ακριβή διατύπωση των νέων αρχών. Μετά το ξεκαθάρισμα των σχέσεων μεταξύ αλήθειας της πίστης και αλήθειας της επιστήμης, στις οποίες ο Γαλιλαίος αναγνωρίζει ισοτιμία, αλλά σε διαφορετικά πεδία, έτσι που να μη μπορεί η πίστη να θέτει φραγμούς κι όρια στις αλήθειες της επιστήμης, ο Γαλιλαίος προχωράει ακόμη πιο πολύ. Στον ΣΤ΄ τόμο (σελ.232), της εθνικής έκδοσης των Απάντων του Γαλιλαίου («Πειραματιστής», 1623) αναφέρεται: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο τεράστιο αυτό βιβλίο, που βρίσκεται συνεχώς ανοικτό εμπρός στα μάτια όλων, αλλά δε μπορεί να γίνει αντιληπτή, αν δε μάθει κανείς να εννοεί προηγουμένως τη γλώσσα και να αναγνωρίζει τους χαρακτήρες, με τους οποίους είναι γραμμένη. Είναι γραμμένη σε μια γλώσσα μαθηματική κι οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, μέσα χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατο να εννοήσει κανείς έστω και μια λέξη. Χωρίς αυτά είναι σαν να περιστρέφεται κανείς μάταια σ’ ένα σκοτεινό λαβύρινθο».
Να λοιπόν η ορολογία των νέων αντιλήψεων: ο κόσμος και ό,τι βρίσκεται μέσα του, από τα μικρότερα μέχρι τα μεγαλύτερα φαινόμενα, είναι ένας θαυμάσιος μηχανισμός, που ρυθμίζεται με μαθηματικούς νόμους και, συνεπώς, είναι απόλυτα κατανοητός απ' την ανθρώπινη λογική, με την προϋπόθεση ότι θα γνωρίζει κανείς τη γλώσσα του και τη γραφή του, δηλαδή τα μαθηματικά.
Απ' εδώ προκύπτουν όσα διαβάζουμε στον Ζ΄ τόμο των Απάντων (σελ.545) του Γαλιλαίου: «Σας παραχωρώ στη θεολογία τόσα, όσα παραχωρώ στον τομέα τής γλυπτικής στο Μεγάλο Δούκα. Εν πάση περιπτώσει, έχω ένα μόνο μικρό πολύτιμο λίθο, ωραιότερο απ' όλους τους λίθους του Μεγάλου Δούκα… να γνωρίζω τι συμφέρει να θεσπιστεί σχετικά με τη γνώμη του Κοπέρνικου, πιστεύω, εξάλλου, πως υπερτερώ από κάποιον πολύ μεγάλο γνώστη των Γραφών». Προς αυτούς, τους δήθεν γνώστες των Γραφών, απευθυνόταν ο Γαλιλαίος όταν, στον ίδιο τόμο (σελ.541), λέει: «Προσέξτε, θεολόγοι, που, θέλοντας να κάνετε αντικείμενο πίστης τις υποθέσεις που αναφέρονται στην κίνηση και την ακινησία τού ήλιου και της γης, εκτίθεστε στον κίνδυνο να πρέπει με τον καιρό να καταδικάσετε για αίρεση εκείνους που θα υποστηρίζουν ότι η γη είναι ακίνητη και ότι κινείται από τη θέση του ο ήλιος. Λέω με τον καιρό, όταν θα έχει αποδειχθεί καθαρά και κατ’ ανάγκη ότι η γη κινείται κι ο ήλιος μένει ακίνητος».

Ο ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ
Είναι φανερό ότι σκοπός των γραμμάτων αυτών δεν είναι η έκθεση όλων των σκέψεων και του έργου του Γαλιλαίου. Αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι να εκθέσουμε τη σημασία της επανάστασης των «νέων ανθρώπων» για την ιατρική. Το 1638 δημοσίευσε το βιβλίο του «Λόγοι και μαθηματικές αποδείξεις περί δύο νέων επιστημών, που αφορούν τη μηχανική και τις εν τόπω κινήσεις». Το βιβλίο αυτό, με το όνομα του Σαλβιάτι, θέτει στον Σαγρέδο το πρόβλημα πώς είναι δυνατόν μια σφαίρα από κερί, που μόνη της δεν βυθίζεται, να αποκτήσει με τη προσθήκη κόκκων άμμου βάρος ίσο μ' εκείνο του νερού, έτσι που να αιωρείται στο κέντρο του. Στη δυσκολία του Σαγρέδο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, ο Σαλβιάτι απαντά ως εξής: «Συμβαίνει κι εδώ, όπως σε χιλιάδες άλλες πράξεις, να είναι πολλά ζώα πολύ πιο ευφυή απ' ό,τι είμαστε εμείς οι άλλοι. Και στην περίπτωσή σας, θα μπορούσαν τα ψάρια να προσφέρουν κάποια απόδειξη, με το να είναι στην άσκηση αυτή έτσι εκπαιδευμένα, ώστε να ισορροπούν κατά βούληση όχι μόνο στο νερό, αλλά και σε διάφορα διαλύματα… με τα οποία έχουν αρκετά μεγάλη διαφορά. Ισορροπούν, λέγω, τέλεια, ώστε, χωρίς να κινούνται καθόλου, μένουν οπουδήποτε εν ηρεμία. Κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, το πετυχαίνουν χρησιμοποιώντας το όργανο με το οποίο τα έχει εφοδιάσει η φύση προς αυτό το σκοπό, δηλαδή εκείνο το κυστίδιο που έχουν στο σώμα τους κι ανοίγεται στο στόμα τους δια μέσου ενός στενού πόρου, δια του οποίου είτε εκσφενδονίζουν προς τα έξω ένα μέρος του αέρα, που περιέχεται στο εν λόγω κυστίδιο, ή, ερχόμενα κολυμπώντας στην επιφάνεια, τραβούν μέσα τους αέρα και γίνονται έτσι περισσότερο ή λιγότερο βαριά από το νερό και ισορροπούν κατά βούληση».
Ο διαθέσιμος χώρος δεν επιτρέπει, βέβαια, να σχολιάσουμε την ακρίβεια της περιγραφής του κυστιδίου αυτού και της επικοινωνίας του με το στόμα του ψαριού, όπως τη δίνει ο Γαλιλαίος, ούτε και αν αυτή ισχύει για κάθε είδος ψαριού. Εκείνο που έχει ουσιαστική σημασία εδώ είναι άλλο: είναι η διαπίστωση ότι τα ψάρια διαθέτουν ένα φυσικό μηχανισμό, με συγκεκριμένο σκοπό την εκτέλεση κάποιας λειτουργίας, που πραγματοποιείται μηχανικά, δηλαδή με βάση μαθηματικούς νόμους.

Ο ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ
Το 1632 ο Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος) έγραψε την «Πραγματεία περί του ανθρώπου». Αντικείμενο του έργου αυτού φαίνεται ότι ήταν η μελέτη της κατασκευής του ανθρώπου: φανταζόταν το ανθρώπινο σώμα σαν μια σύνθετη μηχανή, που αποτελείται από μικρότερες μηχανές, που στο σύνολό τους λειτουργούσαν τέλεια, με βάση ορισμένους λογικούς και μαθηματικούς νόμους.
Έφθανε ακόμα στη περίφημη παρομοίωση του νευρικού συστήματος του ανθρώπου με το εκκλησιαστικό όργανο, του οποίου ο αέρας, που περιέχεται στο φυσερό, ξαποστέλλεται στους διάφορους σωλήνες του οργάνου, με την ενέργεια των δακτύλων του οργανίστα. Γιατί ο Καρτέσιος έμενε πιστός στη γαληνική ανατομική και φυσιολογία: τα νεύρα ήταν σωλήνες, στους οποίους κινιόταν το ζωικό πνεύμα, που παράγεται στο «θαυμάσιο δίκτυο».
Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό δημοσιεύθηκε 30 χρόνια μετά τη συγγραφή του, το 1662.

Η ΜΗΧΑΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ο Καρτέσιος και ο Γαλιλαίος, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, φθάνουν σχεδόν ταυτόχρονα στα ίδια συμπεράσματα, έστω κι αν βλέπουν τον κόσμο από διαφορετική γωνία: ότι μπορεί να γίνει κατανοητός χάρις στο γεγονός ότι κυβερνάται από νόμους μηχανικούς. Είναι, με άλλα λόγια, μια απέραντη και θαυμάσια μηχανή, όπως ακριβώς και κάθε ζωντανό πλάσμα. Μόνο υπό την επίδραση των νέων αυτών αντιλήψεων και χάρις στις οξυδερκείς παρατηρήσεις των ανατόμων του 16ου αιώνα, μπόρεσε να ωριμάσει τελικά η ανακάλυψη εκείνη που ανέτρεψε εκ θεμελίων την ανατόμο-φυσιολογία του Γαληνού κι άνοιξε νέους δρόμους στην ιατρική. Πρόκειται για την ανακάλυψη της κυκλοφορίας τού αίματος.
Τώρα η καρδιά δεν είναι ο χώρος όπου γίνεται η μετατροπή του «ζωικού» σε «ζωτικό πνεύμα», υπό την επίδραση μυστηριωδών δυνάμεων. Είναι, όπως ολόκληρος ο οργανισμός, μια αντλία που εκσφενδονίζει αίμα στις αρτηρίες. Από αυτές το αίμα περνά στις φλέβες, επικοινωνώντας μαζί τους με τα τριχοειδή, που πρώτος θα παρατηρήσει ο Μαλπίγγι. Μέσα στις φλέβες, οι βαλβίδες δεν είναι και αυτές τίποτε άλλο από μικρές μηχανές, που εμποδίζουν τη παλινδρόμηση του αίματος, ενώ ταυτόχρονα το υποχρεώνουν να επιστρέψει στην καρδιά, για να προχωρήσει από εκεί στους πνεύμονες και πάλι στην καρδιά, όπου θα αρχίσει έναν καινούργιο κύκλο.
Οι ανακαλύψεις των μεγάλων ανατόμων του προηγούμενου αιώνα βρίσκουν την ακριβή ερμηνεία τους και ενσωματώνονται σ' ένα τέλειο λογικό σύστημα, που βασίζεται σε αναλλοίωτες μαθηματικές αλήθειες. Το 1610, ο Γαλιλαίος δημοσιεύει τον «Αστρικό Αγγελιαφόρο», όπου ανακοινώνει στον επιστημονικό κόσμο τις ανακαλύψεις τού τηλεσκοπίου του. Και το 1623, δημοσιεύει τον «Πειραματιστή».
Το «Νέο Όργανο» του Βάκωνα δημοσιεύεται το 1620, και το 1628 τυπώνεται η «Ανατομική άσκηση επί της κινήσεως της καρδιάς και του αίματος εις τα ζώα», τού Ουίλλιαμ Χάρβεϋ.
Αυτοί οι άνδρες κι αυτά τα έργα άλλαξαν την όψη της επιστήμης κι άνοιξαν το δρόμο της σύγχρονης εποχής.
[1] Ένα από τα πρόσωπα του γαλιλαιιανού διαλόγου.[2] Που όταν έγινε Βενεδικτίνος πήρε το μοναχικό όνομα Βενέδικτος.