1/11/08

Η ιατροχημική σχολή [37]

Η αλχημεία, παλιά απασχόληση του ανθρώπου, ιδίως το Μεσαίωνα, δεν έπαψε να ασκείται ούτε στην περίοδο του Ουμανισμού ούτε κατά την Αναγέννηση. Ο πόθος για την ανακάλυψη της φιλοσοφικής λίθου και του ελιξιρίου της μακροβιότητας, που δεν εγκατέλειψε στιγμή τον άνθρωπο, συνέβαλε (χωρίς οι αλχημιστές να έχουν συνείδηση του πράγματος) σε αξιόλογο βαθμό, στη διαμόρφωση της ιατροχημικής σχολής και της νεότερης χημείας.
Από τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι ερμήνευαν τα φαινόμενα της ζωής σαν ενέργειες απόκρυφων δυνάμεων με θείο ή δαιμονικό χαρακτήρα. Στο σχήμα που προέκυπτε με τον τρόπο αυτό είχε συμβάλει τόσο η εμπειρική παρατήρηση, χαρακτηριστικό των μεγάλων φιλοσόφων της αρχαιότητας, όσο και μια μυστική - μαγική θεώρηση της πραγματικότητας.
Γεγονότα, όπως ο φοβερός λοιμός που αποδεκάτισε τους Αθηναίους κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και παρατηρήσεις, όπως εκείνη για την πέτρα που ελκύει κοντά της κάθε τι σιδερένιο (μαγνήτης), δεν μπορούσαν να βρουν τη σωστή τους ερμηνεία μέσα στο πλαίσιο των επιστημονικών γνώσεων της εποχής. Έτσι οι άνθρωποι αναζητούσαν την εξήγησή τους στις συζυγίες των άστρων, σε απόκρυφες δυνάμεις και σε ανάλογου είδους αρχές, που αν και δεν διευκρίνιζαν τα γεγονότα, εν τούτοις ικανοποιούσαν ως ένα βαθμό και από ορισμένες απόψεις, τον άνθρωπο της εποχής εκείνης.
Ελάχιστοι μεγαλοφυείς άνδρες ξέκοβαν από την πεπατημένη και τολμούσαν να χαράξουν δικό τους δρόμο. Ο Ιπποκράτης είχε το θάρρος να αρνηθεί τον «ιερό» χαρακτήρα των νόσων με αφορμή την επιληψία. Ο Θουκυδίδης, χωρίς να είναι γιατρός ή φυσιοδίφης, γράφει για το λοιμό των Αθηνών, από τον οποίο και ο ίδιος ασθένησε αλλά επέζησε, τα εξής ανατρεπτικά για την εποχή του: «Και οι παρακλήσεις στους θεούς και στα μαντεία δεν ωφέλησαν σε τίποτε κι οι άνθρωποι, αποκαμωμένοι από τη λοιμική, τα παράτησαν κι αυτά». Και πιο κάτω προσθέτει με καθαρή ειρωνεία: «Μέσα στη συμφορά θυμήθηκαν μερικοί, όπως ήταν φυσικό, και άλλες προφητείες, αλλά και τον ακόλουθο χρησμό που, καθώς έλεγαν οι γεροντότεροι, τον έψελναν άλλοτε: ‘Θα έρθει πόλεμος δωρικός και μαζί του λοιμός’. Πολλές φιλονικίες έγιναν τότε, γιατί άλλοι έλεγαν ότι στον χρησμό δεν γινόταν λόγος για λοιμό (αρρώστια) αλλά για λιμό (πείνα), επικράτησε όμως η γνώμη ότι το σωστό ήταν λοιμός, επειδή οι άνθρωποι ερμήνευαν το χρησμό ανάλογα με τα παθήματά τους. Νομίζω ότι, αν ποτέ ξαναγίνει δωρικός πόλεμος και τύχει να έρθει μαζί λιμός, θα τον ερμηνεύσουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση».
Παρόλα αυτά, η βασιλεία των μυστηριωδών απόκρυφων δυνάμεων θα συνεχίσει για αιώνες ακόμα να κυριαρχεί σε κάθε απόπειρα ερμηνείας των φαινομένων του σύμπαντος. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό όταν πρόκειται για τα φαινόμενα της ζωής. Το ανατομο-φυσιολογικό σύστημα του Γαληνού, που θα εξακολουθήσει να αποτελεί τις βάσεις της ιατρικής σκέψης μέχρι και την Αναγέννηση, περιέχει αρκετά «πνεύματα» και «δυνάμεις», στοιχεία αποδεικτικά της ζωντανής παρουσίας των απόκρυφων δυνάμεων. Το ιπποκρατικό σύστημα με τους χυμούς και τις ποιότητές τους, την ισορροπία και τη ρήξη της μεταξύ τους ισορροπίας, πράγματα που καθορίζονται από τις επιδράσεις του μακρόκοσμου, του κοσμικού δηλαδή περιβάλλοντος, πάνω στον μικρόκοσμο, δηλαδή στο άτομο, ενώ δεν συμμερίζεται τις απόψεις των ιερέων - γιατρών, εν τούτοις χρησιμοποιεί τα δικά τους σχήματα για την ερμηνεία των φαινομένων της υγείας και της νόσου.

Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ
Κατά την περίοδο αυτή οι μυστικιστικές ερμηνείες των φαινομένων της φύσης μεσουρανούν. Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλές δυνάμεις: η κληρονομιά του παρελθόντος, η αραβική «καββάλα» (μυστικιστική διδασκαλία) και οι πολύπλοκες δαιμονολογικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των νεοπλατωνικών και των νεο-πυθαγορείων θεωριών. Οι νεοπλατωνικές θεωρίες μεσουρανούν στο δεύτερο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα με τον Αμμώνιο Σακκά και μέχρι το 529, όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε τη Σχολή των Αθηνών. Οι θεωρίες των νεο-πυθαγορείων, που ακμάζουν από το τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα μέχρι τη συγχώνευσή τους με το νεοπλατωνισμό κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ανατολική χριστιανική παράδοση και γενικότερα στη φιλοσοφική ανάπτυξη του βυζαντινού και του αραβικού κόσμου.
Από ένα τέτοιο σύμπλεγμα θεωριών γεννήθηκε από τη μια μεριά η μαγεία με τις διάφορες μορφές της, από τον πρωτόγονο μάγο - ιερέα και μάγο - γιατρό (οι ρόλοι εναλλάσσονταν στις προϊστορικές κοινωνίες) ως τη μορφή εκείνη που συναντάμε αργότερα εξαπλωμένη σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Από την άλλη όμως μεριά προήλθε ένας ιδιαίτερος κλάδος, ο οποίος σιγά - σιγά ανέπτυξε δικές του θεωρίες και αποκτώντας αυτονομία έφτασε να θεωρείται πραγματική επιστήμη. Πρόκειται για την Αλχημεία.

Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ
Η μορφή του αλχημιστή μέσα στο εργαστήριό του, γεμάτο βαλσαμωμένα ζώα, αποστακτήρες, κουδούνια, φυσερά και μαύρους γάτους είναι μια εικόνα γνωστή σε όλους. Είναι, θα έλεγε κανείς, μια χαρακτηριστική άποψη του Μεσαίωνα, μια εικόνα, πάντως, που οφείλουμε εν μέρει αφενός στη κληρονομιά του ρομαντισμού κι αφετέρου στη φήμη του «Φάουστ», του αριστουργήματος του Γκαίτε, στο οποίο φαίνεται να συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του πνεύματος της εποχής, εμπλουτισμένη με τη μεγαλοφυΐα του ποιητή. Κατά ένα άλλο μέρος όμως οφείλεται και στον πραγματικό χαρακτήρα του μεσαίωνα, μια από τις τυπικές όψεις του οποίου είναι η έννοια του μυστηρίου, των απόκρυφων δυνάμεων και της δαιμονικής ισχύος.
Ένα από τα βασικά προβλήματα που απασχόλησαν πολλές γενιές αλχημιστών, είναι η φ ι λ ο σ ο φ ι κ ή λ ί θ ο ς, ένα παρασκεύασμα δηλαδή ικανό να μετατρέπει τα αγενή μέταλλα σε ευγενή, σε χρυσό. Στην επιδίωξή τους να πετύχουν το σκοπό αυτόν, καθώς κι άλλους δευτερεύοντες, οι αλχημιστές εκτελούσαν πειράματα επί πειραμάτων. Τα πειράματα αυτά δεν ακολουθούσαν ορισμένη τάξη, ούτε διέπονταν από επιστημονικά κριτήρια. Είχαν την προέλευσή τους σε σκοτεινά και δυσνόητα έργα περί μαγείας, που το περιεχόμενό τους περιστρεφόταν γύρω από ουράνιες επιδράσεις, απόκρυφες δυνάμεις κι άλλα ανάλογα. Παρόλα αυτά, κατόρθωναν μερικές φορές, παρά την αδυναμία τους να ικανοποιήσουν τον πόθο της ανακάλυψης της φιλοσοφικής λίθου, να πετυχαίνουν αποτελέσματα σημαντικά για την ιατρική ή τη χημεία, της οποίας, χωρίς να έχουν συνείδηση του πράγματος, έθεταν τις μελλοντικές βάσεις. Αρκεί να θυμηθούμε μια μόνο από τις ανακαλύψεις αυτές: το απόσταγμα του οίνου, το κοινό μας ρακί.
[1] Αρκεί όμως να αναλογιστούμε τους λόγους για τους οποίους συνιστούσαν, όπως έκανε ο Μιχαήλ Σαβοναρόλα, τη χρήση του, για να έχουμε αμέσως σαφή την εικόνα των ιδεών που ενέπνεαν αλχημιστές και γιατρούς. Ένα δείγμα των ιδεών αυτών είναι το παρακάτω: Ορισμένες ασθένειες πλήττουν, αμέσως ή εμμέσως, την καρδιά. Αλλά η καρδιά είναι το όργανο του σώματος που προστατεύεται από τον ήλιο. Από την άλλη, το ρακί (λεγόταν και πεμπτουσία, πέμπτο στοιχείο της φύσης) καταγόταν κι αυτό από τον ήλιο, επειδή προερχόταν από την απόσταξη του προϊόντος της αμπέλου, κόρης του Ήλιου. Συνεπώς, ήταν το ενδεδειγμένο φάρμακο σε κάθε περίπτωση καρδιακής επιπλοκής. Δεδομένου δε ότι δεν υπάρχει νόσος που να μην πλήττει την καρδιά, εμφανώς ή αφανώς, αμέσως ή εμμέσως, το ρακί είναι το ευλογημένο από το Θεό φάρμακο για κάθε ασθένεια!
Και να σκεφτεί κανείς ότι οι συλλογισμοί αυτοί διατυπώνονταν με απόλυτη σοβαρότητα από άνθρωπο της Αναγέννησης της περιωπής του Σαβοναρόλα. Κι όμως αυτός ο ίδιος διεκήρυττε, σαν σύγχρονος άνθρωπος, την ανάγκη της ευρείας διάδοσης των ιατρικών γνώσεων, τουλάχιστον σε τομείς όπου δεν είναι πάντοτε απαραίτητη η παρουσία του γιατρού, όπως η μαιευτική και η διαιτητική.

ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΣ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΟΧΗΜΕΙΑΣ
Αποφασιστικό άλμα προς τα εμπρός κάνει η αλχημεία με τον Παράκελσο (1493-1541). Πρόκειται για μια περίεργη διάνοια, ένα παράξενο κράμα διαφωτισμού και σκοταδισμού, μεγαλοφυών συλλήψεων και παράλογων φαντασιώσεων μεσαιωνικού τύπου. Όλα αυτά κάνουν τον Παράκελσο μια πολυσυζητημένη, ακόμα και για την εποχή μας, φυσιογνωμία, η θέση της οποίας στο πλαίσιο της ιστορίας της Ιατρικής όλων των εποχών δημιουργεί για τον ερευνητή προβλήματα. Δεν θα επεκταθούμε εδώ στην ανοικτή ανταρσία κατά της παραδοσιακής Ιατρικής, που συνδέεται με το πρόσωπο του Παράκελσου. Θα περιοριστούμε στο ρόλο του ως ιδρυτή ή τουλάχιστον ως προδρόμου της ιατροχημείας. Δικές του ήταν οι θέσεις και οι επιτυχείς συλλήψεις, με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε τον επόμενο αιώνα η σχολή που διεκδίκησε, μερικές φορές με επιτυχία, την πρώτη θέση από την ιατρομηχανική, η οποία εμπνεόταν από τις ιδέες του Γαλιλαίου.
Ο Παράκελσος πράγματι υπήρξε ο πρώτος που διαισθάνθηκε τις δυνατότητες που πρόσφερε στην ιατρική και ιδιαίτερα στη φαρμακολογία η αλχημιστική έρευνα. Υπήρξε επίσης ο πρώτος που μελέτησε όχι μόνο εμπειρικά, αλλά και πειραματικά τη χρήση του οπίου, παρασκευασμένου με διάφορους τρόπους, και μια σειρά φαρμάκων, για εξωτερική κι εσωτερική χρήση, με βάση τον υδράργυρο. Παράλληλα συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη των γνώσεων γύρω από διάφορες ενώσεις με βάση το αρσενικό και το αντιμόνιο, όπως έκανε το ίδιο και για διάφορα ανόργανα οξέα και το οινόπνευμα.
Περισσότερο όμως από κάθε τι άλλο επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση της λεγόμενης ιατροχημικής σχολής με το πολύπλοκο φυσιολογικό και θεραπευτικό του σύστημα, εμπνέοντας και χαράζοντας το δρόμο που ακολούθησε ο πραγματικός της ιδρυτής, ο Γιαν Μπατίστ Βαν Χέλμοντ.

ΓΙΑΝ ΜΠΑΤΙΣΤ ΒΑΝ ΧΕΛΜΟΜΝΤ
Ο Φλαμανδός αυτός γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1579. Οι σπουδές του υπήρξαν ακατάστατες: ύστερα από την εγγραφή του στη φιλοσοφική σχολή, φοίτησε στη θεολογία υπό την καθοδήγηση των Ιησουιτών, τελικά όμως κατάληξε να σπουδάσει ιατρική, πράγμα που φαίνεται ότι ικανοποίησε επιτέλους το ανήσυχο πνεύμα του. Στην επιστήμη αυτή βρήκε τον πραγματικό του δρόμο έτσι που, παρά τα χρόνια που έχασε με τις προηγούμενες σπουδές του, κατόρθωσε να αναγορευτεί διδάκτωρ της ιατρικής σε ηλικία μόλις 22 ετών και να αρχίσει την άσκηση του επαγγέλματος στην πόλη που γεννήθηκε. Το 1609 έκανε έναν οικονομικά επιτυχημένο γάμο, πράγμα που του επέτρεψε να αποσυρθεί στο Βιλμπόρντε, όπου και πέθανε το 1644.
Ενθουσιώδης οπαδός των θεωριών του Παράκελσου, κατόρθωσε να τελειοποιήσει πολλές του απόψεις. Στο χαρακτήρα παρουσίαζε τις ίδιες χαρακτηριστικές αντιφάσεις που μετέβαλλαν τη φυσιογνωμία του δασκάλου του σε αντικείμενο αντιγνωμιών και συζητήσεων. Μυστικιστής κι ενθουσιώδης φιλάνθρωπος κι ανήσυχος ο Βαν Χέλμοντ δίνει την εντύπωση ανθρώπου με διπλή προσωπικότητα: από τη μια μεριά λεπτολόγος, προσεχτικός και συχνά μεγαλοφυής ερευνητής κι από την άλλη ενθουσιώδης, χωρίς να μπορεί να διακρίνει πού τελειώνει ο μυστικιστής και πού αρχίζει ο εξημμένος. Τα ίδια βλέπει κανείς και στο καθαυτό επαγγελματικό του έργο, όπου το ενθουσιώδες στοιχείο συγχέεται με την ίδια την απάτη. Αλλά κι αυτό το τελευταίο δεν μπορεί κανείς να το υποστηρίξει με κάποια θετικότητα. Όταν ο Βαν Χέλμοντ μιλάει για ορισμένα του πειράματα, όταν υποστηρίζει π.χ. ότι μπόρεσε να παρατηρήσει ο ίδιος την αυτόματη γένεση αρουραίων μέσα από ένα σωρό κουρέλια και πίτουρα, κλεισμένα σ’ ένα μικρό δοχείο, αυτό το κάνει με τέτοια σοβαρότητα και τόσο ενθουσιασμό, που θα ήταν πολύ να πιστέψει κανείς ότι αυτό γινόταν με επίγνωση της ανακρίβειας αυτών που υποστήριζε.
Άλλωστε, παράλληλα με τέτοιους ισχυρισμούς, υπάρχουν και πειράματα πιο σοβαρά, έστω κι αν η ακρίβειά τους είναι κάπως προβληματική. Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω: Ο Βαν Χέλμοντ, θέλοντας να αποδείξει ότι το νερό είναι το κύριο στοιχείο της θρέψης των ζωντανών οργανισμών, γέμισε ένα δοχείο με 200 λίτρες χώμα και φύτεψε μέσα του ένα δεντράκι που ζύγιζε 5 λίτρες. Ποτίζοντάς το μόνο, το μεγάλωσε μέχρι που έφτασε το βάρος των 164 λίτρων. Ζύγισε τότε το σώμα του δοχείου και διαπίστωσε ότι από τις αρχικές 200 λίτρες έλειπαν μόνο 3 ουγγιές. Άρα, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδινε, η ανάπτυξη του φυτού ελάχιστα προέρχεται από τροφές που υπάρχουν στο χώμα. Σχεδόν όλες οι θρεπτικές ουσίες με τις οποίες μεγαλώνει το φυτό, προέρχονται από το νερό!

Η ΙΑΤΡΟΧΗΜΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Εκτός από μερικούς παραλογισμούς σαν κι αυτούς για τους οποίους μιλήσαμε, και που τέλος πάντων εναλλάσσονται με σελίδες αξιόλογες, δοσμένες με σύγχρονο πνεύμα, ο Βαν Χέλμοντ κληρονόμησε τις θεωρίες του Παράκελσου στο ιατρικό πεδίο, που τις τελειοποίησε κι ερμήνευσε τα βιολογικά φαινόμενα με «βιταλιστικές» αντιλήψεις. Υποστήριξε δηλαδή ότι τα φαινόμενα της ζωής οφείλονται σε μια μυστηριώδη δύναμη, σε κάτι το πνευματικό, που το ονόμαζε α ρ χ ή, εντοπίζοντάς το στην περιοχή του στομάχου. Aυτή ενεργεί στο υπόλοιπο σώμα, μεταβιβάζοντας σ’ αυτό μια σειρά ιεραρχικά υποδεέστερων πνευμάτων, τα οποία προΐστανται στις διάφορες λειτουργίες του οργανισμού. Στις πνευματικές λειτουργίες εξάλλου παρεμβαίνει το ν ο η τ ι κ ό που διευθύνει το λ ο γ ι κ ό, το οποίο απέναντι στο νοητικό παίζει ρόλο υποτελούς και υπηρέτη. Η νευρική ζωή ρυθμίζεται τέλος από μια άλλη αρχή ή δύναμη, που ο Βαν Χέλμοντ την ονόμασε π ν ο ή.
Όταν στο σύμπλεγμα αρχών, νοητικού, λογικού και πνοής παρέμβει μια από τις τόσες ξένες δυνάμεις που υπάρχουν στο σύμπαν, παρουσιάζεται η νόσος. Συνεπώς, προκαλείται κι αυτή από «μια αόρατη αρχή που οι ποιότητές της διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση».
Σπουδαία υπήρξε η προσφορά του Βαν Χέλμοντ στην απόπειρα της χημικής ερμηνείας των φαινομένων της φύσης, όπου ακολούθησε την πιο μεγαλοφυή και πιο ζωντανή πλευρά της σκέψης του Παράκελσου. Στα φαινόμενα της φύσης, ο Βαν Χέλμοντ διέβλεπε σαν βασικό στοιχείο τη ζύμωση, οι επεξεργασίες της οποίας ρυθμίζονται από τις «αρχές», που συνεπώς κατευθύνουν δια μέσου των ζυμώσεων τη ζωή. Στα πειράματά του ο Βαν Χέλμοντ ανακάλυψε ότι κατά τη διάρκεια μιας ζύμωσης παράγεται αέριο, το οποίο είναι εντελώς όμοιο με το αέριο που παράγεται κατά τις καύσεις.
Ο Βαν Χέλμοντ χαρακτήριζε όλες τις φυσιολογικές διεργασίες, όπως την πέψη, την έκκριση των ούρων και του ιδρώτα, καθώς κι όλα τα φαινόμενα της ανταλλαγής της ύλης, σαν ζυμώσεις. Φυσικά οι ζυμώσεις διευκολύνονταν από το γεγονός ότι το βασικό στοιχείο από το οποίο αποτελούνται οι οργανισμοί είναι το νερό, πράγμα το οποίο είχε αποδείξει με το πείραμα του φυτού που αναφέραμε προηγουμένως.Η άποψη του Βαν Χέλμοντ δεν μπορούσε παρά να έρθει κάποια στιγμή σε σύγκρουση με την ιατρομηχανική θεωρία. Κι αυτό συνέβη όταν βρέθηκε ο άνθρωπος που συστηματοποίησε τις ιδέες του Βαν Χέλμοντ. Ο άνθρωπος, στον οποίον ανήκει η τιμή ότι κατόρθωσε να βάλει σε τάξη τις μεγαλοφυείς, αλλά ασυστηματοποίητες συλλήψεις του Παράκελσου και του Βαν Χέλμοντ έτσι που να αποτελέσουν μια πραγματική θεωρία απαλλαγμένη από κάθε ξένο στοιχείο από αυτά που βρίσκονται αναμεμιγμένα στη σκέψη των θεμελιωτών της, ήταν ο Φραγκίσκος ντε λα Μποέ.


[1] Για τη θέση που κατέλαβε στον τομέα της θεραπευτικής, μας έχει κιόλας δοθεί ευκαιρία να μιλήσουμε (χρήση σε περιπτώσεις ψύξης, γρίπης κλπ.).

13/10/08

Οι αντιθέσεις γύρω από το μικροσκόπιο [36]

Σε ένα μακροσκελές γράμμα του, την 1η Ιουνίου 1722, ο Φριντερίκ Ρούις έγραψε στο φίλο και συνάδελφό, συγχρόνως όμως στην προκειμένη περίπτωση, κι αντιπάλου του, Χέρμαν Μπούρχαβε (1668-1738), καθηγητή τότε της Ιατρικής και της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, τα εξής:
«Υποχρεώθηκα να αγωνιστώ μόνος εναντίον δύο μεγάλων αντρών: του Μαλπίγγι και σένα, που κατέχετε μια βαθύτατη γνώση της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος και που σχεδόν έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου. Εσύ πράγματι έχεις υπερασπιστεί την υπόθεση του Μαλπίγγι, σαν να ήταν δική σου υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει δεν μετανοώ, γιατί απαντώντας στην πολεμική σας, μπόρεσα να ανακοινώσω κάποια νέα καλή παρατήρηση. Ομολογώ εξάλλου ότι διαβάζοντας το γραπτό σου μπόρεσα να πάρω κάποιο μάθημα για το οποίο και σε ευχαριστώ».
Ποια όμως ήταν η υπόθεση για την οποία είχε υποχρεωθεί να αγωνιστεί ο Ρούις; Ήταν το θέμα της λεπτής κατασκευής των αδένων, στο οποίο ο Μπούρχαβε, ο περίφημος παρασκευαστής της εποχής, προτιμούσε την άποψη του Μαλπίγγι, έστω και με περιορισμούς κι εξαιρέσεις.
Η άποψη του Μαλπίγγι εκτίθεται με μεγάλη σαφήνεια στο γράμμα του Μπούρχαβε, στο οποίο ο Ρούις απαντά με μαχητικό ύφος. Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον μεγάλο ιατρό του Λέιντεν, που πριν περάσει σε μια βαθύτερη εξέταση του θέματος δεν διστάζει να πει:
«Γνωρίζω καλά, αγαπητέ μου, ότι στις έρευνες αυτές δεν ακολουθούμε άλλον, τόσο εγώ όσο κι εσύ, παρά μόνο την απλή αλήθεια και δεν στηριζόμαστε σε αυθεντίες, αλλά μάλλον προσπαθούμε να πιστέψουμε σε ό,τι είναι αληθινό και να απορρίψουμε ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως αληθινό, κάθε φορά που ο συλλογισμός οδηγεί σε δεύτερο χρόνο, σε πιο σωστά αποτελέσματα».
Οι λίγες αυτές σειρές είναι ένα είδος ομολογίας πίστης, στο οποίο συνοψίζεται η γραμμή της νέας επιστήμης, όπως διαμορφώθηκε μετά την επανάσταση που σήμαιναν για το ανθρώπινο πνεύμα οι ιδέες του Βάκωνα, του Καρτέσιου και του Γαλιλαίου: απόρριψη της αυθεντίας, αλλά και απόρριψη των πληροφοριών που μας δίνουν οι αισθήσεις, εφόσον δεν επικυρώνονται από τον συλλογισμό. Έτσι σε όλα όσα γράφει ο Μπούρχαβε δεν θα μπορούσε να δοθεί καλύτερη απάντηση από εκείνη που έδωσε ο Ρούις, ευχαριστώντας τον φίλο και αντίπαλό του, γιατί, παρ’ όλη την πολεμική του, του πρόσφερε ένα ευπρόσδεκτο μάθημα.

ΟΙ ΑΔΕΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΜΑΛΠΙΓΓΙ
Συνεχίζει λοιπόν ο Μπούρχαβε στην επιστολή προς τον Ρούις: «Τολμώ λοιπόν να δηλώσω ανοιχτά, αφού έκανα παρατηρήσεις για πολύ καιρό κι από κάθε πλευρά με τη βοήθεια ενός μικροσκοπίου, υπό μεγάλη μεγέθυνση, ότι εκείνα τα εξογκώματα
[1] είναι ακριβώς οι θύλακοι των πιο απλών αδένων του δέρματος, που παίρνουν την όψη εξογκωμάτων, επειδή η μέθοδός σας ωθεί την κηρώδη ύλη μέχρι τα πιο λεπτά αρτηριακά αγγεία που καταλήγουν στην επιφάνεια της μεμβράνης, που αποτελεί τον μικρό εκείνο δερματικό σάκο, ο οποίος είναι εσωτερικά κοίλος. Γι’ αυτό η μικρή εκείνη μεμβράνη, σαν να ήταν ένα κουβάρι λεπτών τυλιγμένων αγγείων, παρουσιάζεται ανασηκωμένη, παίρνοντας την όψη ενός σωματιδίου που προεξέχει. Κι επιβεβαιώνει αυτή μου την άποψη το γεγονός ότι τέτοια επάρματα δεν φαίνονται αν το κερί, που έχει χυθεί με επιτυχία, δεν έχει γεμίσει όλα τα μικρά αγγεία».
Τέτοιοι αδένες, καταλήγει ο Μπούρχαβε, έστω και ελάχιστοι σε μέγεθος, υπάρχουν κατά τον Μαλπίγγι παντού. Είναι μικρά κυστίδια και όχι κουβάρια από λεπτότατα αγγεία, όπως υποστηρίζει ο Ρούις, αντίθετα από τον Μαλπίγγι. Όχι πως δεν έβλεπε ο Ρούις τους σχηματισμούς που υποστήριζε. Κάθε άλλο! Μόνον ότι, κατά την άποψη του Μπούρχαβε, η τεχνική των εγχύσεων κατάστρεφε πιθανότατα τα κυστίδια και συνεπώς ο Ρούις ήταν αδύνατον να τα παρατηρήσει. Αλλά οι αδένες δεν είναι μόνον απλά κυστίδια, ένα είδος φιαλίδια, εφοδιασμένα με έναν πόρο για να αποβάλλουν το έκκριμά τους. Αυτό είναι το πρώτο είδος των αδένων κατά τον Μπούρχαβε, που συνεχίζει ως εξής:
«Εκτός από τον τύπο των αδένων που εκθέσαμε πιο πάνω, δηλαδή εκτός από αυτούς τους απλούστατους αδένες, βρίσκεται κι ένας άλλος τύπος που μοιάζει αρκετά σε απλότητα με τον πρώτο, καθόσον φαίνεται να αποτελείται από αδένες του τύπου που περιγράψαμε παραπάνω, σε τρόπο που να φαίνεται ότι έχει σχηματιστεί από μερικούς, λίγους πάντως, απλούστατους αδένες, ενωμένους μεταξύ τους σύμφωνα με ένα σταθερό σχήμα. Αν πράγματι φανταστούμε ότι οι αδένες που περιγράψαμε συνδέουν τους εκκριτικούς πόρους τους σε ένα μοναδικό και ότι αυτός συγκεντρώνει δια μέσου του πόρου του κάθε θυλάκου, τους χυμούς που εκκρίνονται μέσα σε απλά όργανα κάθε αδένος και κατόπιν τα παροχετεύει στους τόπους του προορισμού τους, τότε παίρνουμε μια πραγματική ιδέα του σχηματισμού αυτού. Αλλά για να μπορέσεις να τον φανταστείς με μεγαλύτερη σαφήνεια, επίτρεψέ μου να σου παρουσιάσω την εικόνα αυτή που δίνει ο Μαλπίγγι στα ‘Όπερα παστούμα’ του. Σ’ αυτήν τα a, a, a, a σημειώνουν τους θυλάκους των απλούστερων αδένων. Τα b, b, b, b τους απλούς εκφορητικούς πόρους του κάθε κυστιδίου. Αυτοί φέρουν στον κοινό εκφορητικό πόρο d, c, τους χυμούς τους, που έρχονται τελικά να απεκκριθούν δια μέσου του στομίου c αυτού του τελευταίου. Οι κοιλίες αυτών των τμημάτων a, a, a, a αποτελούνται από ένα σύστημα αρτηριακών και φλεβικών αγγείων και νεύρων, ίδιο με εκείνο που έχει περιγραφεί με την ευκαιρία του πρώτου είδους των αδένων. Από αυτό φαίνεται καθαρά ότι η φύση προχωρεί από ένα μόνο απλό και μικρό αδένα στη σύνθεση εκείνων που, αν και είναι λίγο πιο πολύπλοκοι, εν πάση περιπτώσει αποτελούνται μόνον από ένα άθροισμα απλούστατων αδένων».

ΟΙ ΑΔΕΝΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΡΟΥΙΣ
Δεν συμφωνούσε με τον Μαλπίγγι ο Ρούις. Έκανε έγχυση χρωματισμένου κεριού μέσα στα αγγεία με μια επιδεξιότητα καταπληκτική, που το έκανε να φτάνει μέχρι τους λεπτότατους κλάδους των τριχοειδών αγγείων και στη συνέχεια παρατηρούσε στο μικροσκόπιο. Αυτό όμως που έβλεπε ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που περιέγραψε ο Μαλπίγγι κι επαναλάμβανε μέχρι ενός σημείου ο Μπούρχαβε.
Τι παρατηρούσε ο Ρούις; Μπορεί να το συμπεράνει κανείς από την απάντηση του Μπούρχαβε: μια σειρά μικρά κουβάρια, σχηματισμένα από την περιέλιξη λεπτότατων αγγείων. Η απάντησή του στον Μπούρχαβε περιέχει κι έναν πίνακα με τον σχετικό υπότιτλο.
Ο πίνακας αυτός με τη λεπτότατη χάραξη είχε γίνει από έναν γιατρό, που διέθετε και το χάρισμα του δεξιοτέχνη σχεδιαστή, το είχε καλλιεργήσει με πάθος και το είχε αφιερώσει, όπως λέει ο Ρούις, στην υπηρεσία της επιστήμης. Ήταν ο Άρεντ Καντ, χωρίς τη βοήθεια του οποίου, όπως ομολογεί ο Ρούις, όλες οι προσπάθειές του, καθώς και οι προσπάθειες του καλύτερου συνεργάτη του, του Βάντελαρ, ποτέ δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν εκείνο που έβλεπαν στο μικροσκόπιο.
Ας δούμε πώς παρουσιάζει τον πίνακα αυτόν ο Ρούις. Πρόκειται, γράφει, για «ένα τμήμα του μεσεντερίου του ανθρώπου, γεμισμένο κατά τη μέθοδό μου, δια μέσου της μεσεντερίου αρτηρίας. Σ’ αυτό δεν απεικονίζεται τίποτε άλλο, εκτός από αρτηρίες, αδένες, αδενικά λοβία, με τέτοια προσήλωση στο πραγματικό, που κάθε γραμμή να παριστάνει και μια ιδιαίτερη αρτηρία. Το ογκώδες κεντρικό τμήμα σού δείχνει έναν μοναδικό μετακινούμενο αδένα του μεσεντερίου, του οποίου ο σχεδιασμός αποτέλεσε το δυσκολότερο έργο. Να ξέρεις, πράγματι, ότι εκτός από τα μικρά αγγεία που είναι εδώ σχεδιασμένα, το μικροσκόπιο ανακαλύπτει πολυάριθμα άλλα..., τόσο που αν ο σχεδιαστής είχε αποπειραθεί να τα αποδώσει στο σχέδιο, όλος ο πίνακας θα παρουσίαζε στο σημείο αυτό μια μόνο μαύρη κηλίδα».
Κάτω από τον πίνακα ο Ρούις τοποθετεί έναν υπότιτλο, στον οποίον αποσαφηνίζει τις σκέψεις του: πληροφορεί ότι οι λεπτομέρειες που σημειώνονται με τα γράμματα Α έως C παριστάνουν:
το Α: «μετακινούμενους αδένες του μεσεντερίου του ανθρώπου».
το Β: «λοβία που εμφανίζονται στους αδένες αυτούς ή σαρκώδη τελικά σημεία των αρτηριών».
τα C, C, C: «διακλαδώσεις των αρτηριών του μεσεντερίου».
Και όχι μόνον αυτά. Ο συγγραφέας πληροφορεί τον αναγνώστη ότι: «για να τα δεις όλα καλά, παρατήρησε τον πίνακα με τη βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού!».
Ποιες είναι λοιπόν οι σκέψεις του Ρούις; Οι αδένες δεν είναι τίποτε άλλο από κουβάρια, καμωμένα από την περιέλιξη ενός ατέλειωτου αριθμού μικρών αγγείων.

Η ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ»
Η αντιγνωμία δεν περιορίστηκε μόνον μεταξύ Ρούις και Μαλπίγγι. Περιέλαβε, όπως θα δούμε, και άλλους διακεκριμένους ερευνητές, όλους έτοιμους να χρησιμοποιήσουν το οπλοστάσιο της πείρας τους υπέρ της δικής τους κι εναντίον κάθε άλλης θεωρίας. Η πολεμική αφορά κυρίως τα «ελάχιστα τεμαχίδια» και την «τεχνική και λεπτολόγο ανατομική», που τα αποκαλύπτει με τη βοήθεια του μικροσκοπίου. Όλοι τους αναζητούσαν τις «απειροελάχιστες μηχανές» που αποτελούσαν την έδρα των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος. Δεν έχουμε ακόμα βέβαια φτάσει στην κυτταρική θεωρία, αλλά προσανατολιζόμαστε αποφασιστικά προς την κατεύθυνσή της. Με την ευκαιρία όμως της πολεμικής αυτής, ανακαλύπτουμε τον Ρούις να αντλεί όρους από το παρελθόν, για τους οποίους θα είχε κανείς την εντύπωση ότι είναι πια ξεπερασμένοι, εξαιτίας των νέων μηχανιστικών αντιλήψεων.
Είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια ότι ο όρος «κατασκευή» με το περιεχόμενό του είχε εγκαταλειφθεί από τους επιστήμονες του 17ου αιώνα και είχε υποκατασταθεί από τον νέο όρο «μηχανή». Να όμως που συλλαμβάνουμε τον Ρούις να επανέρχεται στην «κατασκευή», στο σημείο που λέει «βαθείς γνώστες της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος», επαναλαμβάνοντας με τα λόγια αυτά τον τίτλο του έργου του Βεσάλιου. Σημαίνει αυτό ότι επαναλαμβάνει και τις έννοιες που περιέχονται στο έργο εκείνο; Επάνω σε κάτι τέτοιο είχε προειδοποιήσει ο Καρντάνο τους αναγνώστες του: «Όταν λέγω ‘τίποτε ή όλα’, χρησιμοποιώ τα δύο αυτά επίθετα με την ιατρική κι όχι με τη γεωμετρική έννοια». Ο αφορισμός αυτός θα βοηθήσει και στην κατανόηση των λεγομένων του Ρούις: δεν μπορεί να απαιτήσεις κανείς από τα γραφόμενα ενός ιατρού την ακριβολογία που επιβάλλει ένα κείμενο με περιεχόμενο φυσικής ή μαθηματικών, που η ορολογία τους είναι άκαμπτη. Οι όροι του ιατρού θα ερμηνευτούν με περισσότερη ελαστικότητα. Κι εδώ είναι μια τυπική περίπτωση, στην οποία τα λόγια του Καρντάνο έχουν πλήρη την εφαρμογή τους: η «κατασκευή» του Μαλπίγγι, του Ρούις και των άλλων επιστημόνων του 17ου αιώνα, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την «κατασκευή» του Βεσάλιου.
Για τον Βεσάλιο η «κατασκευή» πρέπει να εννοείται με την κυριολεξία της λέξης. Η έρευνα του ανθρώπινου σώματος αποβλέπει στην εξακρίβωση του κατά πόσο η μορφή και η δομή των οργάνων του ανταποκρίνεται στην κλασική περιγραφή τους. Για τον Μαλπίγγι η έρευνα αυτή σημαίνει την αναζήτηση των στοιχείων κάθε απειροελάχιστης μηχανής που, μαζί με πλήθος άλλες όμοιές της, σχηματίζει τη μεγάλη «μηχανή», δηλαδή το σώμα κάθε ζωντανού οργανισμού. Κατά δεύτερο λόγο η έννοια της «κατασκευής», και μόνον ενσωματωμένη στο πλαίσιο των νέων προοπτικών, αντιστοιχεί και στην έννοια της «λεπτής υφής» της σύγχρονης επιστήμης. Στο σημείο αυτό βρίσκεται ακριβώς το κλειδί της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα, που αρχίζει με το έργο του Μαλπίγγι «Περί των πνευμόνων», που αποτέλεσε, όπως είδαμε, τη χαριστική βολή για την παλαιά αντίληψη του παρεγχύματος, που μέχρι τότε θεωρείτο μάζα χωρίς υφή, κύριο στοιχείο κάθε σπλάγχνου. Στη θέση της έννοιας αυτής μπαίνει η εικόνα του παρεγχύματος με υφή, που άνοιξε οριστικά το δρόμο στη σύγχρονη επιστήμη.Στο νέο αυτό δρόμο η επιστήμη προχωρεί, μάχεται, χάνει και κερδίζει, και όσο σφοδρότερες οι πολεμικές, τόσο ζωντανότερο παρουσιάζεται το ερευνητικό πνεύμα, διψασμένο για γνώση και πρόοδο. Οι αντιγνωμίες γύρω από τη μικροσκοπική «μηχανή», που η ύπαρξή της δεσπόζει στις νέες αντιλήψεις, αποτελούν την τρανότερη απόδειξη. Στο κέντρο της διαμάχης, 28 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατό του, βρίσκεται ο Μαλπίγγι με τη θεωρία του!


[1] Αναφέρεται σε μια περίπτωση του Ρούις: ένα πτώμα παιδιού που παρουσίαζε εξάνθημα.