19/12/08

Η συγκριτική ανατομική [43]

Οποιαδήποτε ανατομική, είτε αρχαία είτε μεσαιωνική κι αν πάρουμε στα χέρια μας ή κι αν ακόμα διαβάσουμε αποσπάσματα από το έργο του Φαλλόππιο, όπου ο μαθητής ελέγχει τον διδάσκαλό του Βεσάλιο, θα δούμε αμέσως ότι πηγή των ανατομικών γνώσεων για τον άνθρωπο ήταν το σώμα των ζώων. Ο Βεσάλιος μάλιστα, κατά τα γραφόμενα του μαθητή του, έπεσε σε σφάλματα «κατά την περιγραφή του λάρυγγα, της γλώσσας, του ματιού, που περιέγραψε εσφαλμένα, παρασυρμένος από τη μελέτη τέτοιων οργάνων στα βόδια ή σε άλλα ζώα, που συχνά ανέτεμνε και σχεδίαζε στη θέση ανθρωπίνων σωμάτων». Όταν λοιπόν ο ίδιος ο Βεσάλιος, που είχε ανοικτά καταγγείλει τη μέθοδο αυτή σαν πηγή των σφαλμάτων του Γαληνού, κατέφευγε στη βοήθειά της για να μεταφέρει τα συμπεράσματά του στον άνθρωπο, φανταστείτε τι γινόταν πριν από αυτόν!

Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Είναι γεγονός ότι ο Αριστοτέλης είχε εγκαινιάσει τη μελέτη της ανατομικής των ζώων ως ιδιαίτερο και αυθυπόστατο κλάδο των εν γένει ανατομικών σπουδών. Η διδασκαλία του όμως δεν βρήκε συνεχιστές. Οι Αλεξανδρινοί ανατόμοι, διαθέτοντας ανθρώπινα πτώματα, εγκατέλειψαν τελείως τις ανατομές επί ζώων. Όταν όμως ήρθες η παρακμή της αλεξανδρινής εποχής, τα πράγματα ξαναγύρισαν για την ανατομική εκεί που ήταν πριν από τη λαμπρή αυτή παρένθεση: ο ερευνητής δεν είχε και πάλι τη δυνατότητα να εργαστεί στο ανθρώπινο σώμα. Έτσι βλέπουμε τον Γαληνό να υποχρεώνεται στην ανατομική ζώων, ιδίως χοίρων και να μεταφέρει τις παρατηρήσεις του στην περιγραφή του ανθρώπινου σώματος.
Αυτό βέβαια θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει από πρώτη άποψη σαν συγκριτική ανατομική. Όμως, μια σύγκριση με ό,τι έκαναν οι επιστήμονες του 17ου αιώνα αποκαλύπτει τεράστιες διαφορές υπέρ των τελευταίων, που το έργο τους, ανατρέποντας την παράδοση, άνοιξε στην επιστήμη νέους δρόμους.

Ο ΝΕΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΣ
Η βασική από τις διαφορές αυτές είναι ότι οι αρχαίοι περιόριζαν τη σύγκριση στο να θεωρούν τα όργανα που ανακάλυπταν στο σώμα των ζώων, όμοια προς τα ομόλογα όργανα του ανθρωπίνου σώματος, λόγω μιας εξίσου βασικής δυσκολίας: της αδυναμίας τους να επιβεβαιώσουν τις ομοιότητες στο ανθρώπινο σώμα. Τον 17ο αιώνα συμβαίνει κάτι διαφορετικό: ο ερευνητής μελετά τόσο τα όργανα του ανθρώπου, όσο και αυτά των ζώων και στη συνέχεια προβαίνει στις συγκρίσεις του για να διαπιστώσει διαφορές, συγγένειες και ομοιότητες. Είναι σαν να λέμε ότι οι αρχαίοι έκαναν ένα είδος «αναλογικής» κι όχι «συγκριτικής» ανατομικής. Στον 17ο αιώνα έχομε πραγματική συγκριτική ανατομική, όπως θα μπορούσε να προέλθει από τις σελίδες του Αριστοτέλη για τη μελέτη των ζώων.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε μια αντίφαση. Ενώ δηλαδή από τη μια ο αιώνας που συζητάμε είχε κηρύξει έναν ανηλεή πόλεμο απέναντι σε κάθε τι που θύμιζε τον Αριστοτέλη, από την άλλη στήριζε ακριβώς έναν απ’ τους πιο ενδιαφέροντες νέους επιστημονικούς κλάδους (μετά τη μικροσκοπία), στην αριστοτελική μεγαλοφυΐα. Ένας νέος ιδιόμορφος αριστοτελισμός εγκαινιάζεται.
Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Ο πόλεμος της Αναγέννησης και κυρίως του 17ου αιώνα δε γίνεται τόσο κατά του Αριστοτέλη, όσο κατά των αριστοτελικών, κατά της νοοτροπίας του μεσαίωνα, που περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει πειθήνια, σαν θέσφατα και χρησμούς, τις γνώσεις των κλασσικών κειμένων, δίνοντάς τους μάλιστα την πιο στενόμυαλη ερμηνεία. Αλλά, ας διαβάσουμε για άλλη μια φορά τι γράφει ο Γαλιλαίος για τον πόλεμο κατά του Αριστοτέλη στους «Διαλόγους περί των δύο μεγίστων συστημάτων»: «Αμφιβάλλετε μήπως εσείς», λέει ο Σαλβιάτι στον Σιμπλίτσιο, τον εκπρόσωπο, ας πούμε, του επίσημου αριστοτελισμού, «ότι αν ο Αριστοτέλης έβλεπε τις νέες ανακαλύψεις στον ουρανό, θα άλλαζε γνώμη και θα διόρθωνε τα βιβλία του... αποκηρύσσοντας ο ίδιος τους πτωχούς στο πνεύμα, που τόσο μικρόψυχα δέχονται να υποστηρίζουν κάθε τι που είπε εκείνος, χωρίς να εννοούν ότι, αν ο Αριστοτέλης είχε υπάρξει τέτοιος που τον φαντάζονται, θα ήταν ένα μυαλό ανίκανο για μάθηση, μια διάνοια όλο πείσμα, μια ψυχή γεμάτη βαρβαρότητα, μια θέληση τυραννική, που θεωρώντας όλους τους άλλους ζώα, θα ήθελε τα θέσφατά του να έχουν προτεραιότητα απέναντι στις αισθήσεις, τις εμπειρίες, την ίδια τη φύση; Οι οπαδοί του είναι εκείνοι που έκαναν αυθεντία τον Αριστοτέλη κι όχι αυτός που την σφετερίστηκε ή την πήρε. Κι επειδή είναι πιο εύκολο να καλύπτεσαι πίσω από την ασπίδα ενός άλλου, παρά να παρουσιάζεσαι με ακάλυπτο πρόσωπο, φοβούνται και δεν τολμούν να απομακρυνθούν από αυτόν, έστω κι ένα βήμα. Και αντί να κάνουν αλλαγές στον ουρανό του Αριστοτέλη, προτιμούν με μεγάλο θράσος να αρνούνται εκείνους που βλέπουν τον ουρανό της φύσης».
Όπως φαίνεται λοιπόν από τόσο επίσημο χέρι, ο πόλεμος δεν ήταν εναντίον του Αριστοτέλη, αλλά εναντίον της στενοκέφαλης και δουλοπρεπούς νοοτροπίας των αριστοτελικών. Στον Αριστοτέλη αναγνωρίζουν τόση ευφυΐα και ορθοφροσύνη σχετικά με την έννοια της επιστήμης, που δε διστάζουν να ισχυρίζονται ότι εμπρός στις νέες εμπειρίες, πρώτος ο ίδιος θα έσπευδε να διορθώσει τις πλάνες του και να αποκηρύξει τους «πιστούς» αριστοτελικούς. Συνεπώς, ένα μέρος των σκέψεων και των απόψεων του Αριστοτέλη δεν έχανε καθόλου το κύρος του υπό το φως των νέων αναζητήσεων και της νέας τοποθέτησης της επιστήμης. Η επιστροφή λοιπόν σε δρόμους που εκείνος είχε ανοίξει και η συνέχισή τους είναι απόλυτα κατανοητή. Αυτή είναι η έννοια και η ανάλογη σημασία του νέου αριστοτελισμού που αποτελεί μια ιδιαίτερη όψη της επιστήμης του 17ου αιώνα.

Ο ΒΟΛΧΕΡ ΚΟΪΤΕΡ
Έχουμε κιόλας δει τις συγκριτικές μελέτες του Φαμπρίτσιο ντ’ Ακουαπεντέντε σε όργανα των ζώων και του ανθρώπου, ιδίως για προβλήματα της εμβρυολογίας, μελέτες που άνοιξαν το δρόμο στις κατακτήσεις του Μαρτσέλλο Μαλπίγγι.
Πάντως το πρώτο έργο με σαφή αναφορά στη συγκριτική μέθοδο είναι η σειρά των «Πινάκων των κυριότερων εξωτερικών και εσωτερικών τμημάτων του ανθρώπινου σώματος» του Βόλχερ Κόιτερ (Νυρεμβέργη, 1572).
Ο Κόιτερ γεννήθηκε στο Γκρόνινγκεν της Ολλανδίας το 1534, σπούδασε στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του καιρού του (Πίζα, Μπολόνια, Ρώμη, Μονπελλιέ) και υπήρξε μαθητής του μεγάλου Φαλλόππιο. Αφού δίδαξε για λίγο ανατομική στην Μπολόνια, τον κάλεσαν στην ομώνυμη έδρα του πανεπιστημίου της Νυρεμβέργης, όπου διορίστηκε και γιατρός του γερμανικού στρατού. Πέθανε στη Νυρεμβέργη το 1590, αφήνοντας φήμη μεγάλου ανατόμου: είχε περιγράψει για πρώτη φορά ένα μεγάλο αριθμό μυών, μεταξύ των οποίων τον λεγόμενο επισκύνιο μυ, που κάνει τα φρύδια να σμίγουν και παρουσίασε σε εικόνες ολόκληρο το σκελετό του εμβρύου («Ανατομική πραγματεία περί των οστών του εμβρύου», Γκαίτινγκεν, 1659).
Ο Κρόιτερ όμως μας ενδιαφέρει εδώ ειδικά για τις φωτισμένες του αντιλήψεις στο θέμα της συγκριτικής μεθόδου. Αυτές φαίνονται στο πλήθος των παρατηρήσεων και των περιγραφών που έκανε στα θηλαστικά και στα πτηνά που ανέτεμνε και που τις θέτει στους «Πίνακές» του, σαν όρους σύγκρισης προς την ανθρώπινη ανατομική. Δεν περιορίζεται όμως εδώ. Οι εμβρυολογικές του παρατηρήσεις ξεπερνούν και τις παρατηρήσεις των μεταγενέστερών του, τοποθετημένες πάντοτε στη γραμμή του συγκριτικού κριτηρίου.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ένα μέρος από τις μελέτες του έκανε ο Κρόιτερ από έμπνευση του Ουλίσσε Αλντροβάντι, για το ρόλο του οποίου στην αφύπνηση των φυσιογνωστικών σπουδών, τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα, έχουμε κιόλας μιλήσει.

Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΣΣΕΡΙΟ
Συνεχιστής κατά κάποιο τρόπο του έργου του Κόιτερ υπήρξε ο Κασσέριο, που γεννήθηκε στην Πλακεντία το 1552. Ήταν υπηρέτης του ντ’ Ακουαπεντέντε, αλλά χάρη στην ευφυΐα, την αγάπη του για μελέτη και τη γενναιόδωρη κατανόηση του κυρίου του, κατόρθωσε να πάρει πτυχίο ιατρικής και φιλοσοφίας. Στην αρχή έκανε ιδιωτικά μαθήματα ανατομικής, ήταν δε τέτοια η φήμη που απέκτησε, ώστε ο ίδιος ο διδάσκαλός του, προφανώς από φθόνο, ζήτησε την απαγόρευση των ιδιωτικών παραδόσεων, πράγμα που πέτυχε. Το γεγονός αυτό στάθηκε ευεργετικό για την έρευνα, στην οποία ο Κασσέριο αφοσιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δυο φορές να αρνηθεί διορισμούς σε πανεπιστημιακές έδρες: τη μια στο Τορίνο και την άλλη στην Πάδοβα. Αργότερα, μπόρεσε να επαναλάβει τις παραδόσεις του που συνέχισε μέχρι το 1616, έτους του θανάτου του.
Το έργο του Κασσέριο «Βιβλίο περί των πέντε αισθήσεων» περιέχει ακριβείς περιγραφές των αισθητηρίων οργάνων, καθώς κι άφθονες ευφυείς εφαρμογές της συγκριτικής μεθόδου τόσο στο ανατομικό - περιγραφικό, όσο και στο ερμηνευτικό - φυσιολογικό πεδίο. Αυτό φαίνεται ιδίως στα κεφάλαια που αφιερώνει στα φωνητικά και ακουστικά όργανα, που αποτέλεσαν ίσως το αντικείμενο που τράβηξε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του μεγαλοφυή και τόσο ταλαιπωρημένου ανατόμου. Υπήρξε ακόμα εκείνος που πρώτος κατεύθυνε την ανατομική έρευνα προς τα ασπόνδυλα, μελετώντας το ηχητικό όργανο του τζίτζικα, πράγμα που αποδεικνύει τις εξαιρετικές ανατομικές ικανότητες που ο Κασσέριο απέκτησε στα χρόνια που ήταν υπηρέτης του διδασκάλου του.
Το σπουδαιότερο ανατομικό του κατόρθωμα, οι «Ανατομικοί πίνακες», δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του (Βενετία, 1627): αποτελούν ένα πλουσιότατο ανατομικό άτλαντα που περιλαμβάνει ακόμα και την ανατομία του εμβρύου.

Ο ΚΑΡΛΟ ΡΟΥΪΝΙ (1530-1598)
Υπήρξε ο Βεσάλιος της ανατομικής των ζώων. Και κάτι που είναι εκπληκτικό: ήταν δικηγόρος. Το έργο του «Η ανατομική του ίππου, η αναπηρία και οι θεραπείες της» αποτελεί, από πλευράς περιεχομένου και εικονογράφησης, θεμελιώδες κείμενο των ζώων, πρότυπο για κάθε μεταγενέστερη ανάλογη μελέτη. Γι’ αυτό και το έργο αυτό χαρακτηρίστηκε για την ανατομική των ζώων παράλληλο με το έργο του Βεσάλιου «Κατασκευή του ανθρώπινου σώματος».
Το γεγονός ότι το έργο του Ρουΐνι γράφτηκε στην ιταλική γλώσσα και όχι στην καθιερωμένη λατινική, προδίδει τις προθέσεις του συγγραφέα: δεν απευθυνόταν στον επιστημονικό κόσμο, αλλά στον κύκλο των κτηνοτρόφων και των φιλίππων. Παρόλο, όμως, που είναι γραμμένο από δικηγόρο και απευθύνεται έξω από τον κόσμο των ειδικών, αποτελεί μια πλήρη και εξαντλητική μονογραφία ανατομικής, περιορισμένη σ’ ένα είδος ζώου. Το κείμενο του Ρουΐνι άσκησε αποφασιστική επίδραση σε κάθε μεταγενέστερη μελέτη, κατευθύνοντας και την ανατομική των ζώων στο δρόμο που οδήγησε την ανατομική του ανθρώπου το έργο του Βεσάλιου.Το έργο του Ρουΐνι δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του στην Μπολόνια (1598), που αποτελούσε τότε το επίκεντρο ενός ερευνητικού οργασμού, που άνοιγε το δρόμο της νέας επιστήμης.

18/12/08

Η νέα ανατομική [42]

Καθώς οι συνεχιστές του έργου του Βεσάλιου προχωρούν σε όλο και πιο ακριβείς ανατομικές μελέτες, δεν διορθώνουν απλώς τα σφάλματα των παλαιοτέρων, αλλά προχωρούν συνεχώς και σε νέες ανακαλύψεις, θεμελιώδους σημασίας. Έτσι, ενώ συμπληρώνεται η μορφή της νέας ανατομικής, τοποθετούνται ταυτόχρονα, όλο και πιο σταθερές, οι βάσεις για μια νέα φυσιολογία που εγκαινιάζεται με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος από τον Χάρβεϊ. Τα πρώτα όμως βήματα είναι δύσκολα. Λείπουν ακόμα αρκετά στοιχεία που, σε συνδυασμό με τη νέα έννοια της κυκλοφορίας, να είναι σε θέση να αποτελέσουν ένα πλήρες σύστημα με τόση οργανική ενότητα όση θα χρειαζόταν για να μπορέσει να αντιταχθεί στο σύστημα φυσιολογίας του Γαληνού, που παρά τα λάθη του ήταν οικοδομημένο κατά τρόπο άρτιο. Οι απόψεις του σοφού της αρχαιότητας, τόσο για την ανατομική όσο και για τη φυσιολογία, αποτελούσαν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο, όπου το κάθε τι κρατούσε τη σταθερή του θέση και τίποτα από τα γνωστά δεν παραλειπόταν. Δεν έφτανε λοιπόν μόνον η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος για να το κλονίσει. Έπρεπε να ανοικοδομηθεί πάνω στις νέες βάσεις ένα εξίσου άρτιο σύστημα, με όλα τα δεδομένα του συστήματος του Γαληνού, με πληρότητα, συνεκτικότητα και δύναμη. Όπως είπαμε όμως πιο πάνω, έλειπαν ακόμα πολλά στοιχεία.
Στην αναζήτηση των στοιχείων αυτών ακριβώς βλέπουμε να έχουν αφοσιωθεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι εκπρόσωποι της «νέας» ανατομικής. Ξεκινώντας από τη νέα ιδέα της «μηχανής», που αντικατάστησε την αντίληψη της «κατασκευής», αφενός συνεχίζουν τον παραδοσιακό δρόμο της ανατομικής του ανθρωπίνου σώματος κι αφετέρου στρέφονται προς τη ζωοτομία, την «έμψυχη ανατομική», σε αντίθεση προς τη «στατική ανατομική» που εκπροσωπούσαν ο Κανάνο, ο Βεσάλιος και οι συνεχιστές τους.
Ζωοτομίες, όπως ξέρουμε από τα προηγούμενα, είχαν γίνει (πιθανώς και σε κατάδικους) από την αρχαιότητα, από τους Αλεξανδρινούς (Ερασίστρατος, Ηρόφιλος) και τον ίδιο τον Γαληνό, ο οποίος είχε εκτελέσει πολύ σπουδαία πειράματα σε ζωντανά ζώα: είχε προβεί σε περίδεση των ουρητήρων, είχε κόψει αρτηρίες και εισαγάγει στο εσωτερικό τους σωληνίσκους κλπ. Παρά το γεγονός όμως ότι δεν πρόκειται για «στροφή», αλλά για «επιστροφή» στη ζωοτομία, οι μέθοδοι της εκτέλεσής της έχουν αλλάξει. Ο νέος ανατόμος όσο κι αν επιστρέφει σε μια παλιά μέθοδο, είναι σαν να κάνει κάτι καινούργιο, πολύ διαφορετικό από την αρχαία εμπειρία της ζωοτομίας. Ο νέος παράγοντας που έχει μεσολαβήσει για να γίνει δυνατή η μεταβολή αυτή είναι η ανακάλυψη του Χάρβεϊ.
Οι συνθήκες για την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος είχαν τόσο ωριμάσει, ώστε να βλέπουμε και πολλά άλλα ονόματα να την διαισθάνονται, να την αναζητούν, να την προβλέπουν. Έτσι, οι έρευνες παίρνουν ορισμένη κατεύθυνση, που αρκεί κανείς να την ακολουθήσει για να συλλάβει όλη την κατοπινή εξέλιξη σαν λογική συνέπεια του δρόμου που η επιστήμη ακολουθούσε. Εδώ όμως δεν πρόκειται πια για μεμονωμένες αναζητήσεις. Όλος ο επιστημονικός κόσμος ακολουθεί το νέο δρόμο που χάραξαν οι ανακαινιστές της ανατομικής και οι αντιλήψεις του Βάκωνα, του Γαλιλαίου και του Καρτέσιου.

Ο ΓΚΑΣΠΑΡΕ ΑΖΕΛΛΙ
Δεν είναι συνεπώς καθόλου παράξενο το ότι μερικές από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις έγιναν ακριβώς στο δρόμο που χάραξε τον προηγούμενο αιώνα ο Βεσάλιος. Μια από αυτές τιμά έναν ταπεινό άνθρωπο, αλλά και πολύ ικανό ανατόμο: τον Γκασπάρε Αζέλλι, που γεννήθηκε στην Κρεμόνα το 1581, σπούδασε στην Παβία (υπήρξε πιθανώς εκεί μαθητής του Λεόνε) και στα 60 του χρόνια είχε τη θέση του αρχιχειρουργού των ισπανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στην Ιταλία. Τη θέση αυτή κράτησε ως το 1624, όταν ανέλαβε την έδρα της ανατομικής στο πανεπιστήμιο που είχε σπουδάσει. Ένα μόλις χρόνο μετά το διορισμό του, το 1625, ήρθε ο θάνατος να διακόψει το διδακτικό του έργο, σε ηλικία 45 ετών.
Ο διορισμός του στην έδρα της ανατομικής στην Παβία ήταν ο καρπός της μεγάλης φήμης που απέκτησε με μια του ανακάλυψη, που πραγματοποιήθηκε μπροστά σε μερικούς από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους του ιατρικού και διπλωματικού κόσμου του Μιλάνου των χρόνων εκείνων. Όλοι αυτοί που ήταν οι φίλοι του, τον είχαν καλέσει να εκτελέσει αυτοπροσώπως μια σειρά πειραμάτων ζωοτομίας. Σ’ ένα από τα πειράματα αυτά, που γινόταν σ’ ένα σκύλο ζωντανό, και την ώρα που χαμήλωνε τη μάζα των εντέρων για να φανούν οι κινήσεις του διαφράγματος, πρόσεξε «πολυάριθμα... λεπτότατα και κατάλευκα κορδονάκια, θα έλεγε κανείς, που διακλαδώνονται σε όλο το μεσεντέριο και τα έντερα, με ατέλειωτες σχεδόν διακλαδώσεις». Πήρε ένα κοφτερό νυστέρι κι άνοιξε ένα από τα κορδονάκια αυτά, όταν είδε να τρέχει από μέσα του ένα λευκό υγρό «όμοιο με γάλα ή ανθόγαλα».
Και φωνάζοντας «εύρηκα» κάλεσε τους φίλους του να θαυμάσουν το καινούργιο εύρημα. Μόλις σε λίγο ο σκύλος πέθανε, τα αγγεία αυτά άδειασαν και εξαφανίστηκαν.
Την άλλη μέρα ο Αζέλλι επανέλαβε το πείραμα, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό: τα κατάλευκα κορδονάκια, που τόσο καλά φαίνονταν την προηγουμένη, δεν υπήρχαν πουθενά. Αναζητώντας μια εξήγηση του φαινομένου, ο Αζέλλι θυμήθηκε ότι ο σκύλος που είχε ανοίξει την προηγουμένη ήταν «καλοθρεμμένος και είχε φάει άφθονα», ενώ ο δεύτερος ήταν «αδύνατος και νηστικός». Υποπτευόμενος ότι η αιτία πρέπει να βρίσκεται στο τάισμα του ζώου, πήρε έναν τρίτο σκύλο, καλοθρεμμένο κι αυτόν, τον τάισε άφθονα κι όπως έγραφε ο ίδιος, περιγράφοντας τα πειράματά του: «η ελπίδα μου δεν προδόθηκε... τα λευκά κορδονάκια ήταν εκεί, φανερά, όπως την πρώτη φορά».
Τα κατοπινά πειράματα του Αζέλλι σε γάτες, πρόβατα, μοσχάρια, χοίρους, ακόμα και άλογα, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώνουν την ανακάλυψή του: σε όλα τα είδη αυτά των ζώων έβλεπε κανείς τα ίδια λευκά κορδονάκια, περισσότερο ή λιγότερο διογκωμένα και εμφανή, ανάλογα κυρίως με την ποσότητα λίπους που υπήρχε στο μεσεντέριο. Επρόκειτο για τα χυλοφόρα αγγεία.
Αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του Αζέλλι στη νέα ανατομική, συμβολή θεμελιακή, σε σημείο που κατά τη γνώμη μερικών, αν ο Χάρβεϊ γνώριζε την ανακάλυψη του Αζέλλι, θα διέθετε ένα έγκυρο στοιχείο υπέρ της θεωρίας του για την κυκλοφορία του αίματος.
Το έργο που περιείχε όλα τα στοιχεία για τη νέα ανακάλυψη, δημοσιεύτηκε από τους φίλους του Αζέλλι, που είχαν παρευρεθεί στο αξιομνημόνευτο εκείνο πείραμα, δυο χρόνια μετά το θάνατό του κι ένα χρόνο πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου του Χάρβεϊ «Περί της κινήσεως της καρδιάς». Στο έργο όμως αυτό αποκαλύπτεται και η αδυναμία του ερευνητή να δώσει τη σωστή ερμηνεία στο σημαντικό του εύρημα. Πιέζει την ανακάλυψή του μέσα στα πλαίσια του ανατομοφυσιολογικού συστήματος του Γαληνού και υποστηρίζει ότι τα αγγεία αυτά συρρέουν στο ήπαρ, κεντρικό όργανο για την παραδοσιακή ιατρική. Από το σύστημα αυτό, κι αν ακόμα ο Αζέλλι είχε το θάρρος, δεν είχε όμως τις δυνατότητες να απομακρυνθεί. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ότι το έργο του Χάρβεϊ, το μόνο ικανό να οδηγήσει τη σκέψη του προς νέες κατευθύνσεις, δημοσιεύθηκε 3 χρόνια μετά το θάνατό του. Και τι περιείχαν τα αγγεία αυτά κατά τον Αζέλλι; Γάλα, που από το ήπαρ περνούσε στη συνέχεια στους μαστούς!

Ο ΖΑΝ ΠΕΚΕ
Στο Γάλλο Ζαν Πεκέ (1622-1674) ανήκει η τιμή της ανακάλυψης ότι τα χυλοφόρα αγγεία δεν εκβάλλουν στο ήπαρ, αλλά σε ιδιαίτερο σχηματισμό, τη χυλοφόρα δεξαμενή, από όπου, διαμέσου του θωρακικού πόρου, το περιεχόμενό τους χύνεται στο αίμα. Ο Πεκέ όμως έχει μπραστά του το έργο του Χάρβεϊ «Περί της κινήσεως της καρδιάς», που είχε δημοσιευθεί πριν από 6 κιόλας χρόνια, άσχετα από το γεγονός ότι οι βίαιες πολεμικές, γύρω από τις αντιλήψεις του, ήταν ακόμα σε πλήρη ανάπτυξη.
Ο Ζαν Πεκέ δημοσίευσε τα «Ανατομικά πειράματά» του, στα οποία περιγράφει τις ανακαλύψεις του, το 1651 στο Άρντερβικ.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΛΕΜΦΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Ένα χρόνο αργότερα, ένας φοιτητής του πανεπιστημίου της Ουψάλα, ο Όλαφ Ρούντμπεκ, δημοσιεύει, σε ηλικία 22 μόλις ετών, μια μελέτη «Περί της κυκλοφορίας του αίματος» και τον επόμενο χρόνο άλλη μία με τον τίτλο «Νέα ανατομική άσκηση, που δείχνει τους υδατικούς ηπατικούς πόρους». Στα έργα του αυτά ανακοινώνει μια μεγάλη ανακάλυψη, που είχε πραγματοποιήσει το 1651: τη διάκριση ανάμεσα στα χυλοφόρα και στα λεμφικά αγγεία. Η ανακάλυψη αυτή έγινε αφορμή να του προσφερθεί η έδρα της ανατομικής στο πανεπιστήμιο που σπούδασε και που μέχρι τότε κατείχε την έδρα της βοτανικής. Ο Ρούντμπεκ πέθανε το 1702, συνεχίζοντας τη βίαιη αντιδικία του με έναν άλλο ερευνητή, το Δανό Τόμας Μπαρτολίν (1616-1680), γιο επίσης μεγάλου ανατόμου, για την προτεραιότητα της ανακάλυψης των λεμφικών αγγείων.
Ο Μπαρτολίν είχε σπουδάσει στο Λέιντεν, την Πάδοβα και τη Νάπολι. Σ’ αυτήν την τελευταία είχε δάσκαλο τον Μάρκο Αντόνιο Σεβερίνο, ευφυή νεωτεριστή και υπέρμαχο της μικροσκοπικής ανατομικής.
[1] Όταν γύρισε στην Κοπεγχάγη, όπου είχε γεννηθεί, ανέλαβε πρώτα την έδρα των μαθηματικών και στη συνέχεια της ανατομικής, που την κράτησε ως το 1661.
Οι σπουδαιότερες ανακαλύψεις του περιέχονται στο βιβλίο του «Αναμορφωθείσα Ανατομική» (Λέιντεν, 1919). Στο έργο αυτό δεν έχουμε μόνον την πρώτη πλήρη περιγραφή του λεμφικού συστήματος, αλλά (και αυτό είναι το σπουδαιότερο) την τέλεια σύλληψη των σχέσεών του με το αιμοφόρο σύστημα, για το οποίο παραδεχόταν τη θεωρία του Χάρβεϊ.
Η πολεμική μεταξύ Ρούντμπεκ και Μπαρτολίν δεν εκπλήσσει. Η ωρίμανση των συνθηκών εκείνων που προετοιμάζουν μια ανακάλυψη, έχει σαν αποτέλεσμα περισσότερα πνεύματα να φτάνουν συγχρόνως στο ποθητό τέρμα, οπότε το πρόβλημα της προτεραιότητας ανακύπτει μοιραία. Δυστυχώς, τέτοιου είδους πολεμικές ποτέ δεν οδήγησαν έστω και στη μικρότερη επιστημονική κατάκτηση.

Απομένει πάντως ένα γεγονός. Στο Οσπεντάλε ντε λα Κουσολατσιόνε της Ρώμης υπάρχει ένας πίνακας καμωμένος σύμφωνα με τις οδηγίες του Γκουλιέλμο Ρίβα (1627-1677), διδασκάλου της ανατομικής στην αιώνια πόλη. Ο πίνακας αυτός παριστάνει ολόκληρο το σύστημα των χυλοφόρων, λεμφικών και αιμοφόρων αγγείων. Είναι τόσο ακριβής, ώστε θα μπορούσε να έχει τη θέση του και σ’ ένα σύγχρονο βιβλίο. Από αυτό μπορούμε να καταλάβουμε ότι η μεγάλη ανακάλυψη του Χάρβεϊ δεν είναι πια ένα μεμονωμένο γεγονός. Έχει ενταχθεί σ’ ένα ευρύτερο σύστημα, ικανό να αποτελέσει τις βάσεις μιας νέας φυσιολογίας.

[1] Το μικροσκόπιο μπορεί να θεωρηθεί σαν έμβλημα της επιστήμης του 17ου αιώνα.