6/1/09

Το πρόβλημα της αυτόματης γένεσης [45]

Παρόλα τα πειράματα του Ρέντι, που το καθένα τους ήταν και μια επιβεβαίωση της ορθότητας της υπόθεσής του, αυτή δεν κατόρθωσε να επιβληθεί σαν επιστημονική αλήθεια, ούτε τα συμπεράσματά του να γίνουν δεκτά από όλους τους συγχρόνους του. Ακόμα και ο ίδιος φαίνεται να διατηρεί τις αμφιβολίες του, με τη σύνεση και την επιφυλακτικότητα που χαρακτηρίζει στο μεγαλύτερο μέρος της, την επιστήμη του 17ου αιώνα.
«Δεν ήμουν, όμως, ικανοποιημένος», γράφει ο Ρέντι, «από τα πειράματα και μόνο γι’ αυτό και έκανα άπειρα άλλα από αυτά σε διάφορες εποχές και σε διάφορα αγγεία και για να μην αφήσω τίποτα αδοκίμαστο, έδωσα, τέλος, εντολή, πάνω από μια φορά, να χώσουν μέσα στη γη μερικά τεμάχια κρέας και να τα σκεπάσουν καλά με το ίδιο χώμα. Και παρόλο που έμειναν έτσι θαμμένα πολλές εβδομάδες, δεν γέννησαν ποτέ σκουλήκια, όπως γινόταν με όλους τους άλλους τρόπους από τα κρέατα, πάνω στα οποία είχαν καθίσει οι μύγες: και δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι από τον Ιούλιο είχα τοποθετήσει σε μια γυάλινη φιάλη, με αρκετά μακρύ κι ανοικτό λαιμό, τα εντόσθια 3 καπονιών, που εκεί μέσα σκουλήκιασαν. Και καθώς εκείνα τα σκουλήκια δεν μπορούσαν, επειδή ο λαιμός ήταν υπερβολικά ψηλός, να ξεφύγουν, έπεφταν πάλι στον πυθμένα της φιάλης και ψοφώντας εκεί, χρησίμευαν σαν τροφή και φωλιά για τις μύγες, που συνέχιζαν να δημιουργούν σκουλήκια, όχι μόνο όλο το καλοκαίρι, αλλά ακόμα και ως τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου».

Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ
Το κεφάλαιο αυτό έχει ενδιαφέρον για δυο λόγους: Πρώτον, γιατί δείχνει τον Ρέντι να συμμορφώνεται απόλυτα με τις υποδείξεις του Βάκωνα και του Καρτέσιου, που ζητούσαν εξαντλητική διερεύνηση κάθε πειραματικής λεπτομέρειας. Δεύτερον, γιατί εδώ αντιμετωπίζεται ένα φλέγον θέμα της εποχής: η πολεμική εναντίον ενός από τους πιο διάσημους φιλοσόφους της εποχής του Ρέντι, του Αθανάσιου Κίρχερ.
Ο μεγάλος αυτός επιστήμονας γεννήθηκε στη μικρή πόλη Γκάιζα της Γερμανίας και δίδαξε διαδοχικά στο Βύρτσμπουργκ, την Αβινιόν και τη Ρώμη. Εδώ κατέλαβε την έδρα των μαθηματικών στο Ρωμαϊκό Κολέγιο των Ιησουιτών, στο τάγμα των οποίων ανήκε. Το έργο του θα μας απασχολήσει σε άλλο κεφάλαιο. Προς το παρόν μάς ενδιαφέρει η θέση του απέναντι στις απόψεις του Ρέντι. Με εγκυκλοπαιδική μόρφωση, προικισμένος μαθηματικός, φυσικός, θεολόγος, φιλόσοφος, φιλόλογος κι αστρονόμος, ο Κίρχερ επιδόθηκε εντατικά και στην έρευνα της φύσης. Σ’ αυτήν αφιερώνει ένα από τα βιβλία του με τίτλο «Ο υπόγειος κόσμος», δημοσιευμένο το 1662, όταν ο Ρέντι δημοσίευε τα «Πειράματα γύρω από τη γένεση των εντόμων».
Στο έργο του αυτό ο Κίρχερ υποστηρίζει με πάθος την αυτόματη γένεση, επικαλούμενος παραδείγματα που προέρχονταν από προσωπικές του παρατηρήσεις και πρώτα από όλα τη γέννηση μυγών από τα πτώματα άλλων μυγών. Ας διαβάσουμε, όμως, τι γράφει σχετικά ο Ρέντι:
«...θα μπορούσα ίσως να συμπεράνω (με βάση τα πειράματα που αναφέραμε πιο πάνω), ότι ο σοφότατος πατήρ Αθανάσιος Κίρχερ, άνθρωπος άξιος του μεγαλύτερου επαίνου, πλανιέται, δεν ξέρω πώς, στο 12ο βιβλίο του ‘Υπογείου κόσμου’, όταν εκθέτει το πείραμα της γένεσης μυγών από τα πτώματά τους. Βρέχουμε, λέει ο καλός αυτός αριστοτέχνης, τα πτώματα των μυγών και τα διαποτίζουμε με νερόμελο. Στη συνέχεια τα εκθέτουμε πάνω σε μια σχάρα χάλκινη στη χλιαρή θερμότητα της στάχτης, οπότε βλέπουμε να γεννιούνται από αυτά ανεπαίσθητα μερικά λεπτότατα σκουληκάκια, ορατά μόνον με το μικροσκόπιο, που σιγά - σιγά βγάζουν τα φτερά στη ράχη, αποκτούν το σχήμα πάρα πολύ μικρών μυγών... και λίγο - λίγο αυξάνονται και γίνονται μύγες μεγάλες και με τέλεια μορφή».
Στους ισχυρισμούς αυτούς, που περιβάλλονται με το κύρος ενός αξιοσέβαστου ερευνητή, ο Ρέντι απαντά με αποφασιστικότητα που γίνεται ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη μετά το σεβασμό με τον οποίον παρουσίασε στους αναγνώστες του το «πείραμα» του αντιπάλου του. Ένα σεβασμό που στο φως των λόγων που ακολουθούν, παίρνει μια πολύ λεπτή απόχρωση ειρωνείας: «Αλλά, εγώ πιστεύω ότι εκείνο το νερόμελο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ελκύει πιο εύκολα τις ζωντανές μύγες, να τρέφονται από αυτά τα πτώματα και να αφήνουν επάνω τους τα σπέρματά τους. Και μικρή, αν όχι καμιά σημασία, αποδίδω στο να γίνεται το πείραμα σε χάλκινο δοχείο και στη χλιαρή θερμότητα της στάχτης, επειδή πάντοτε και σε οποιοδήποτε μέρος, από αυτά τα πτώματα θα γεννηθούν τα σκουλήκια και από τα σκουλήκια οι μύγες, αρκεί από τις ίδιες τις μύγες να έχουν γεννηθεί πάνω τους τα σκουλήκια ή τα σπέρματα των σκουληκιών».
Τα λόγια αυτά προδίδουν ότι ο Ρέντι έχει πια εγκαταλείψει κάθε του επιφύλαξη: οι μύγες γεννιόνται μόνον από τα αυγά που αφήνουν άλλες μύγες. Κάθε νεώτερο πείραμα, προορισμένο να αποδείξει εσφαλμένες θέσεις, όσο κι αν εκτελείται από πρόσωπο της ολκής του Κίρχερ, είναι χαμένος χρόνος.
Υπήρχαν όμως και άλλα στοιχεία στους ισχυρισμούς του Κίρχερ που άφηναν τον Ρέντι, ακριβολόγο παρατηρητή, έκπληκτο: οι μύγες, κατά τον Κίρχερ, γεννιόνται σε μικρογραφία, για να αναπτυχθούν προοδευτικά σε τέλειο έντομο. Ο Ρέντι ποτέ δεν είχε παρατηρήσει κάτι τέτοιο. Ανάλογη προς την προηγούμενη είναι και εδώ η απάντησή του:
«Δεν καταλαβαίνω κιόλας, πώς αυτά τα λεπτότατα σκουλήκια, που περιγράφει ο Κίρχερ, μεταμορφώνονται σε μικρές μύγες, χωρίς πριν να μεταβληθούν για διάστημα μερικών ημερών σε αυγά.
[1] Και δεν καταλαβαίνω ακόμα, ομολογώντας ειλικρινά την άγνοιά μου, πώς οι μύγες εκείνες μπορούν να γεννιόνται τόσο μικρές και ύστερα να μεγαλώνουν. Γιατί όλες οι μύγες, οι μυγούλες, τα κουνούπια και οι πεταλούδες, όπως χίλιες φορές είδα, βγαίνουν από το αυγό τους με το ίδιο μέγεθος, που θα κρατήσουν σε όλο το διάστημα της ζωής τους».
Όπως βλέπουμε, ο Ρέντι, ενώ αφενός ομολογεί άγνοια, επικαλείται αφετέρου με απόλυτη βεβαιότητα το αποτέλεσμα χιλιάδων πειραμάτων. Αυτό είναι πια μια ανοιχτή καταγγελία κατά των ισχυρισμών του Κίρχερ: το πείραμά του είναι εσφαλμένο και τα αποτελέσματά του φανταστικά και ας είναι αυτός ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο.

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΖΩΩΝ
Όπως είδαμε ήδη, η αριστοτελική παράδοση δεν περιορίζει την αυτόματη γένεση στα έντομα. Την επεκτείνει σε πολλά φυτά, στα χέλια και μερικά από τα ανώτερα ζώα. Έτσι, η οριστική απάντηση στο πρόβλημα απαιτούσε «φυσικές εμπειρίες» και από τις άλλες κατηγορίες των ζωντανών πλασμάτων. Πώς το αντιμετώπισε ο Ρέντι; Προφανώς ο άνθρωπος που μιλάει για χιλιάδες πειράματα με κάθε δυνατό τρόπο και σε όλες τις εποχές, για να ελέγξει τη γένεση των εντόμων, δεν ήταν δυνατόν να υποχωρήσει, για τα άλλα ζώα. Να τι γράφει, για παράδειγμα, σχετικά με τα φίδια: «Τα φίδια, όπως πιστεύω, δεν γεννιούνται παρά μόνον με το ζευγάρωμα, και όλοι οι άλλοι τρόποι της γέννησής τους, είτε με τη σήψη ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναφέρουν οι συγγραφείς, είναι παραμύθια και πολύ απέχουν από το να γίνουν πιστευτά. Συνεπώς, δεν μπορώ να καταλάβω πώς ο πατήρ Αθανάσιος Κίρχερ, θέλει να αποδείξει κάτι πλαστό και, όπως ο ίδιος αναφέρει, που πέτυχε αυτός πειραματιζόμενος». Τι ήταν αυτό το πείραμα του Κίρχερ; Έπαιρνε φίδια, τα έψηνε, τα τεμάχιζε και τα έσπερνε σε έδαφος που το έβλεπε ο ανοιξιάτικος ήλιος και που δεχόταν το νερό της βροχής. Τα φιδάκια έβγαιναν από τη γη (!) σε 8 μέρες. Τα έτρεφε με νερωμένο γάλα και σύντομα έφταναν τις αναλογίες του ενήλικου φιδιού. Τα φίδια αυτά μπορούσαν πια να πολλαπλασιάζονται επ’ άπειρον ζευγαρώνοντας.
Εδώ ο Κίρχερ επεκτείνει στα φίδια ό,τι έγραφε ο Αριστοτέλης για τις μύγες, ότι δηλαδή γεννιούνται με την αυτόματη γένεση, αλλά μπορούν και να ζευγαρώνουν. Με μια μόνον διαφορά: Κατά τον Αριστοτέλη, οι μύγες που γεννιούνται από άλλες μύγες ήταν ανίκανες για αναπαραγωγή, ενώ κατά τον Κίρχερ, όλες οι γενιές των φιδιών που ακολουθούσαν εκείνη που προήλθε από την αυτόματη γένεση, μπορούσαν να αναπαράγονται ζευγαρώνοντας.
Τι ήταν όμως αυτό το παράλογο για μας πείραμα του Κίρχερ; Θα το παρακολουθήσουμε στη θαυμάσια μετάφραση του κειμένου του από τον Ρέντι: «Όλη αυτή την υπόθεση μου δίδαξε για πρώτη φορά το πτώμα ενός φιδιού, που βρήκα στην εξοχή. Ήταν όλο γεμάτο και τριγυρισμένο από σκουλήκια, μερικά από τα οποία ήταν λεπτότατα, άλλα πιο μεγάλα και άλλα, τέλος, είχαν πάρει ολοφάνερα τη μορφή του φιδιού». Και συνεχίζει ο Ρέντι: «Παρακινούμενος από την επίσημη μαρτυρία του σοφότατου αυτού συγγραφέα, έκανα πολλές φορές το πείραμα, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να δω τη γέννηση αυτών των ευλογημένων χειροποίητων φιδιών». Η ειρωνεία είναι εδώ διάχυτη, ίσως κι ένας βαθμός μνησικακίας απέναντι σ’ εκείνον που τον ανάγκασε να χάνει τον καιρό του, γυρεύοντας να επιβεβαιώσει εσφαλμένες αντιλήψεις.
Τα πράγματα εξηγούνται κατά τον Ρέντι, αρκετά απλά: «... αν ο πατήρ Κίρχερ είδε στην εξοχή το πτώμα εκείνου του φιδιού τριγυρισμένο από σκουλήκια, τα σκουλήκια αυτά τα είχαν αφήσει μύγες. και αν ήταν διαφορετικών μεγεθών, αυτό συνέβαινε γιατί δεν είχαν όλα γεννηθεί στον ίδιο χρόνο. και αν ανάμεσα στα σκουλήκια αυτά περιφέρονταν μύγες, το έκαναν αυτό είτε για να φάνε από το αποσυντεθειμένο πτώμα είτε ήταν μύγες που μόλις θα είχαν γεννηθεί από τα ίδια εκείνα σκουλήκια: το ότι όμως φαίνονταν για μικρά φιδάκια γεννημένα στη σαπισμένη εκείνη βρωμιά, ω!, αυτό δεν μπορώ να το πιστέψω».
Στην αναφώνηση με την οποία κλείνει την παράγραφο αυτή ο Ρέντι, βρίσκεται όλη η νέα νοοτροπία σχετικά με την αντιμετώπιση των επιστημονικών προβλημάτων. «Δεν εννοώ να το πιστέψω», αναφωνεί ο Ρέντι και υπονοεί: δεν πιστεύω στα κείμενα, δεν πιστεύω στις αυθεντίες των σοφών και των πιο επιφανών, πιστεύω μόνον στην ορθολογιστικά υπολογισμένη εμπειρία. Μια άβυσσος έχει κιόλας ανοιχθεί ανάμεσα στο 17ο και στους περασμένους αιώνες.
Με αφέλεια προσθέτει ο Ρέντι: «Ο Πλίνιος ίσως ευχαρίστως να το είχε πιστέψει», για να αναφέρει στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους ο μεγάλος Ρωμαίος φυσιοδίφης θα προσυπέγραφε την αφήγηση του Κίρχερ. Στο πρόσωπο του Πλινίου ο Ρέντι βλέπει την εκπροσώπηση της νοοτροπίας των αιώνων που πέρασαν και της αντιτάσσει την καρποφόρα απιστία της νέας εποχής.
Είδαμε την πολεμική κατά των υποστηρικτών της αυτόματης γένεσης και ιδίως του Ιησουίτη σοφού Αθανάσιου Κίρχερ να επεκτείνεται από τα έντομα μέχρι τα ερπετά και τα αμφίβια. Στην επίθεση του Ρέντι, οι αντίπαλοί του είχαν να αντιπαρατάξουν όχι μόνον τον Κίρχερ, αλλά ακόμα κι ένα περίεργο επιστήμονα, φίλο και αντίπαλο μαζί του Γαλιλαίου: τον Φορτούνιο Λιτσέτο (1577-1657). Αυτός, μαζί με το Σεβερίνο, για τη θετική προσφορά του οποίου έχουμε γράψει, υποστήριζε ότι από την αποσύνθεση των ανθρώπινων πτωμάτων γεννιόνται φίδια.
Αυτό που κάνει εδώ εντύπωση, δεν είναι τόσο ο ισχυρισμός του Λιτσέτο και η πίστη του στην αυτόματη γένεση, όσο η συνηγορία ενός τόσο θαρραλέα νεωτεριστικού πνεύματος, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος Σεβερίνο. Πρόκειται για τον σοφό που μπόρεσε, καλύτερα από κάθε άλλον, να διαβλέψει τις τεράστιες δυνατότητας μιας «τεχνικής και λεπτολόγου ανατομικής» σε συνδυασμό με το μικροσκόπιο, πράγμα που τον τοποθετεί ανάμεσα στους πιο σπουδαίους ανανεωτές της επιστήμης το 17ο αιώνα.
Αντίθετα, η στάση του Λιτσέτο δεν εκπλήσσει. Ο Λιτσέτο υποστήριζε φανατικά το σύστημα του Πτολεμαίου, αντιτάσσοντάς το στην επαναστατική ανακάλυψη του Κοπέρνικου, καθώς και την ανατόμο-φυσιολογική θεωρία του Γαληνού εναντίον της κυκλοφορίας του αίματος, κατά της οποίας χρησιμοποιούσε πραγματικά και φανταστικά επιχειρήματα και γενικά κάθε αντίληψη του παρελθόντος κατά των νέων ανακαλύψεων. Από έναν τέτοιο άνθρωπο είναι φυσικό να περιμένει κανείς και μια ένθερμη υποστήριξη προς τη θεωρία της αυτόματης γένεσης και μάλιστα της παραγωγής ζωής από τη διαδικασία της αποσύνθεσης του ανθρώπινου πτώματος.

ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Στο σημείο αυτό η πολεμική επεκτάθηκε πέρα από τους φυσιοδίφες με τις θεωρίες τους, για να περιλάβει ως πηγή επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων και την Αγία Γραφή. Τι ίδιο άλλωστε είχε συμβεί και στην περίπτωση του Γαλιλαίου, ο οποίος στα έργα του ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίζει τις μεγάλες δυσκολίες που του παρουσίαζε η θεολογική παράδοση, τόσο στο θέμα της ανακάλυψης του Κοπέρνικου, όσο και γενικότερα στη νέα αντίληψη για την επιστήμη.
Όπως ακριβώς ο Γαλιλαίος, έτσι και ο Ρέντι προσπαθεί στα έργα του επιδέξια να εναρμονίσει τις ανακαλύψεις του με το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής. Ενώ όμως ο πρώτος δεν επιφυλάσσεται από το να διακηρύξει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ουσιαστική αντίθεση μεταξύ Γραφής και επιστήμης, επειδή η επιστήμη ερμηνεύει το γραμμένο, όπως και η Γραφή, από τον Θεό «μεγάλο βιβλίο της φύσης», ο Ρέντι ακολουθεί άλλο δρόμο. Καταφεύγει σε μια ερμηνεία της Αγίας Γραφής τέτοια, που ενώ από τη ναι αποκαλύπτει την οξύτητα του πνεύματός του και στον τομέα της ερμηνείας των Γραφών, από την άλλη τονίζει ακόμα περισσότερο τη βαθιά του πίστη και την ακλόνητη εμπιστοσύνη στη νέα επιστήμη.
Γράφει λοιπόν ο Ρέντι: «Τολμηρή υπερβολή θα φανεί αυτή η τελευταία πρόταση (ότι δηλαδή δεν γεννιούνται από το ανθρώπινο πτώμα σκουλήκια), αφού τα ιερά βιβλία για να ταπεινώσουν την υπεροψία του ανθρώπου, έρχονται συχνά να μας θυμίσουν ότι η σάρκα μας θα γίνει στο τέλος τροφή σκουληκιών». Εδώ αναφέρει χωρία από τον Εκκλησιαστή, τον Ησαΐα και τον Ιώβ. Συνεχίζει όμως ότι: «όλα είναι αληθινά, το ιερό κείμενο όμως μιλάει γενικά και δε λέει αν τα σκουλήκια εκείνα γεννιούνται αυτόματα και χωρίς πατρικό σπέρμα από τις σάρκες μας ή αν απλώς έρχονται από αλλού για να τις καταβροχθίσουν ή αν γεννιούνται μέσα τους από σπέρμα που φέρνουν άλλα ζώα». Και καταλήγει στο συμπέρασμα: «πράγμα που είναι το πιο πιθανό και το πιο σωστό και όποιος ωστόσο, θέλει να πιστεύει το αντίθετο, πρέπει να πιστεύει ακόμα ότι όχι μόνο γεννιούνται τα σκουλήκια αυτόματα από τα ανθρώπινα πτώματα, αλλά ότι έτσι γεννιούνται ακόμα ο σκώρος, τα φίδια και όλα τα άλλα είδη των ζώων». Σαν απόδειξη παραθέτει άλλα χωρία της Γραφής που μπορούν μεν να ερμηνευτούν με την αυτόματη γένεση, μπορούν όμως να βρουν την εξήγησή τους και υπό το φως των νέων ανακαλύψεων.
Με τον τρόπο αυτόν ο Ρέντι γεφυρώνει το χώρο ανάμεσα στην πυρά που έκαψε τον Τζιορντάνο Μπρούνο ή τη φυλακή που δέχτηκε το Θωμά Καμπανέλα και το Γαλιλαίο και στο δρόμο που οδηγούσε τον άνθρωπο σε νέους ορίζοντες, φωτισμένους από το φως της νέας επιστήμης.

Η ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΕΝΕΣΗ ΣΕ ΧΕΛΩΝΕΣ ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ
Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο εύκολα. Έπρεπε, μέσα στο διάστημα που διαρκεί η ζωή ενός ανθρώπου, να τεθεί κάτω από το κριτικό φως του πειράματος ό,τι επί γενιές και αιώνες είχε ειπωθεί για τη γένεση της ζωής από σοφούς και άσοφους, πραγματικούς επιστήμονες και ψευτο-επιστήμονες.
Ο Ρέντι συνέχισε το έργο του με τέτοια τόλμη, που προδίδει ότι δεν πέρασαν από τη σκέψη του διόλου όλες αυτές οι δυσκολίες. Έτσι τον βρίσκουμε να υποστηρίζει αποφασιστικά ότι «οι χελώνες της ξηράς κάνουν κι αυτές τα αυγά τους και τα κρύβουν στο χώμα. Το ίδιο κι εκείνες που ζουν στα γλυκά νερά και στη θάλασσα κατεβαίνουν στη φωλιά να τα γεννήσουν και τα σκεπάζουν με την άμμο κι εκεί κάτω γεννιούνται, αφού εκκολαφθούν από τη θερμότητα του ήλιου». Τη γνώμη εκείνου που «... μπορεί ίσως να πιστεύει ότι εκείνες οι μικρές χελώνες, που τις βλέπουν συχνά να βγαίνουν από τα σπλάγχνα της γης, γεννιούνται από αυτήν» τη θεωρεί πλάνη που οφείλεται στη συνήθεια της χελώνας να θάβει τα αυγά της. Πλάνη στην οποία υπέπεσε ακόμα και ένας «σοφότατος λόγιος με λαμπρή και επινοητική σκέψη για τα έργα της φύσης», όπως ήταν κατά την κρίση του Ρέντι ο Αθανάσιος Κίρχερ, που πέρα από κάθε λογική ισχυριζόταν τα αντίθετα. Πήρε λάσπη από το βυθό ενός τέλματος, την ξέρανε στον ήλιο, ύστερα τη ζύμωσε με νερό της βροχής και την εξέθεσε στην επίδραση της θερμότητας του καλοκαιρινού ήλιου. Τότε είδε να αναπτύσσονται πρώτα φυσαλίδες και ύστερα να ξεπετάγονται από μέσα τους πλήθος λευκά βατραχάκια με δύο μόνο μπροστινά πόδια. Αργότερα η ουρά τους χώρισε στα δύο, δίνοντας τα δύο πίσω πόδια τους, με αποτέλεσμα να προκύψουν «τέλεια διαμορφωμένοι βάτραχοι». Με πολλή φαινομενική αφέλεια ο Ρέντι αναφέρει ότι «το πείραμα αυτό φαίνεται ότι πιθανότατα πρέπει να πετυχαίνει, όμως εγώ ποτέ δεν είχα την τιμή αυτή, παρόλο που το δοκίμασα πολλές φορές». Και παρόλο που ο Ρέντι αποδίδει την αποτυχία του πειράματος στην «αδεξιότητά του», που εξαιτίας της δεν μάζεψε λάσπη από το κατάλληλο μέρος, όμως, δεν αποσιωπά το αληθινό «γιατί», που το παρουσιάζει, χλευάζοντας όσο παίρνει, τους παραδοσιακούς μύθους και τα απίθανα πειράματα του Ιησουίτη σοφού.
«Εγώ», βεβαιώνει ο Ρέντι, «όμως, παρατήρησα ότι όταν γεννιούνται οι βάτραχοι ή οι φρύνοι, γεννιούνται σε λάκκους ή έλη, γεννιούνται έχοντας τη μορφή ψαριού, όχι μόνο με τα μπροστινά τους πόδια, αλλά χωρίς κανένα πόδι, με μακριά ουρά, επίπεδη και θα έλεγε κανείς κοφτερή. Και με τη μορφή αυτή κολυμπούν, τρώνε και μεγαλώνουν για πολλές μέρες: τότε ξεπετιούνται τα δυο μπροστινά τους πόδια και ύστερα από μερικές άλλες ημέρες, κάτω από το δέρμα που ντύνει όλο τους το σώμα, ξεπετιούνται τα δυο τους άλλα άκρα και αφού περάσει ορισμένος καιρός, χάνουν την ουρά. Αυτή δεν διαιρείται στα δύο για να σχηματίσει τα πόδια, όπως πίστευαν ο Πλίνιος, ο Ροντελέ και τόσοι άλλοι συγγραφείς». Για την αλήθεια αυτή μπορεί να βεβαιωθεί κάποιος που θα ήθελε να εξετάσει με το ανατομικό νυστέρι ένα από εκείνα τα βατραχάκια, λίγες μέρες αφού γεννηθούν.
Είναι φανερό ότι, όταν ο Ρέντι επικαλείται την αδεξιότητά του για να δικαιολογήσει την αποτυχία του πειράματος του Αθανασίου Κίρχερ, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καταγγείλει, κάτω από ένα ευγενικό πρόσχημα, την αδυναμία της εκτέλεσής του και το φανταστικό των ισχυρισμών του «εντιμότατου», όπως τον αποκαλεί, αντιπάλου του. Και τέτοιον πράγματι θεωρεί τον Κίρχερ, ο Ρέντι, όπως φαίνεται λίγες γραμμές πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο: «Ας μου επιτραπεί να γράψω ελεύθερα την αμφιβολία μου (για το δυνατόν της αυτόματης γένεσης βατράχων από τα κλαδάκια σαπισμένης περικοκλάδας), γιατί ξέρω πολύ καλά πόσο ειλικρινά αγαπά την αλήθεια ο πατήρ Αθανάσιος και ότι για να την βρει δεν λυπήθηκε κόπους τόσο πνευματικούς όσο και σωματικούς. Κι εγώ με τον ίδιο σκοπό θα γράψω ελεύθερα τη γνώμη μου». Νομίζει δηλαδή κανείς ότι διαβάζει τα λόγια με τα οποία ο Ρούις απευθυνόταν στον Μπούρχαβε ή ο Μαλπίγγι σε φίλους και αντίπαλους.
Η αγάπη προς την αλήθεια είναι το ιδανικό που εμψυχώνει όλους αυτούς τους εκπροσώπους της νέας επιστήμης να τοποθετούνται αντιμέτωποι στις κάθε είδους φαντασιώσεις της θεωρίας της αυτόματης γένεσης, αποδεικνύοντας ότι τα έμβια όντα που παρουσιάζονταν από τον Κίρχερ και τους ομοϊδεάτες του να γεννιούνται από τα σήψη, προέρχονταν κι αυτά από το ζευγάρωμα δύο όμοιών τους. Με το ίδιο θάρρος και μεγαλύτερη ίσως αυστηρότητα αντιμετώπιζαν και τα δικά τους σφάλματα. Ας δούμε την πολεμική που ανοίγει ο Ρέντι κατά του ίδιου του εαυτού του:
«Και ο ίδιος φόβος (μήπως η λίγη αγάπη του προς την αλήθεια του στερήσει τη φήμη των επιγόνων), που συνοδεύεται από μια πολύ φλογερή αγάπη προς την αλήθεια, είναι η αιτία που ειλικρινά σας εξομολογούμαι ότι ακόμα κι εγώ, σε παλαιότερη εποχή, ζαλισμένος από την απειρία μου, πίστευα κάποτε πράγματα που συχνά τα θυμάμαι και ντρέπομαι για λογαριασμό μου». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να αναγνωρίσει ότι «παραλογιζόταν», όταν υποστήριζε ότι η καρδιά της οχιάς ήταν τετράχωρη, ενώ η πείρα απέδειξε ότι αυτή έχει ένα μόνο κόλπο και μια μόνη κοιλία.
Ακριβώς το γεγονός αυτό, το να μεταπείθεσαι δηλαδή αμέσως μόλις διαπιστώσεις το λάθος της γνώμης σου, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας νέας για τον άνθρωπο εποχής.
Τα πειράματα που εκτέλεσε ο Ρέντι υπήρξαν χιλιάδες. ‘Άλλες τόσες όμως ήταν και οι δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεραστούν και οι αντιρρήσεις των υποστηρικτών της αυτόματης γένεσης.
Το πρώτο τους επιχείρημα ήταν η ικανότητα του αέρα να γεννάει ζωντανά όντα. Η σημασία του στην ανθρώπινη ζωή είχε τονιστεί με ιδιαίτερη έμφαση από τον μεγάλο Ιπποκράτη. Αυτός, στα πλαίσια της θεωρίας του για τους 4 χυμούς του ανθρώπινου οργανισμού, τοποθετούσε σε πρώτη γραμμή τον αέρα, που όταν είναι «φθαρμένος» μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους αρρώστιες και ειδικότερα επιδημίες. Αρκεί να θυμηθούμε σχετικά ένα από τα έργα του μεγάλου διδασκάλου, που αποδίδει πιο πιστά από κάθε άλλο τις ιδέες του, το «Περί αέρων, υδάτων, τόπων». Στο μικρό αυτό βιβλίο, ο Ιπποκράτης εκθέτει με σαφήνεια τις αντιλήψεις του για τις επιδράσεις του κλίματος και των ατμοσφαιρικών μεταβολών πάνω στην υγεία του ατόμου και κατ’ επέκταση στη ψυχοσωματική κατάσταση των ανθρώπινων πληθυσμών.
Το ρόλο του αέρα στην αυτόματη γένεση, τον είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, μιλώντας για τις σχετικές απόψεις του Δημόκριτου και του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτές, η αυτόματη γένεση έχει μεν σαν βάση τα φαινόμενα της σήψης και της ζύμωσης, απαιτεί όμως και την παρέμβαση του ατμοσφαιρικού παράγοντα με τη μορφή της θερμοκρασίας και της υγρασίας του αέρα και της περιεκτικότητάς του σε «ζωτικό πνεύμα». Αυτό ήταν το βασικό στοιχείο για το σχηματισμό των «φυσαλίδων», από τις οποίες ξεπετάγονταν οι βάτραχοι του Αθανάσιου Κίρχερ.
Έτσι ο Ρέντι υποχρεώνεται σε μια άλλη σειρά πειραμάτων, για να διερευνήσει το ρόλο του αέρα, σε συνδυασμό με τη σήψη, στην αυτόματη γένεση ζωντανών οργανισμών: «... παρόλο που μου φαίνεται αρκετό το ότι είδα με τα μάτια μου ότι από τις σάρκες των νεκρών ζώων δεν γεννιούνται τα σκουλήκια, αν δεν μεταφερθούν πρώτα πάνω τους τα σπέρματα από άλλα ζωντανά ζώα, ωστόσο, για να απομακρύνω κάθε αμφιβολία και κάθε αντίρρηση, που θα μπορούσε να διατυπωθεί για το λόγο ότι τα πειράματα έγιναν σε κλειστά δοχεία, μέσα στα οποία δεν μπορούσε ο γύρω αέρας να μπαίνει και να βγαίνει ελεύθερα και να ανανεώνεται, θέλησα να επιχειρήσω και νέα πειράματα, βάζοντας τα κρέατα και τα ψάρια σ’ ένα πολύ μεγάλο δοχείο, κλεισμένο με λεπτότατο τούλι της Νεάπολης, για να μπορεί να εισχωρεί ο αέρας και σφαλισμένο σ’ ένα κιβώτιο όπως το φανάρι που βάζουμε τα τρόφιμα, τυλιγμένο με το ίδιο τούλι».
Ύστερα από τα μέτρα αυτά του Ρέντι, που απέκλειαν την είσοδο και στη μικρότερη μυγούλα, ποιο ήταν το αποτέλεσμα; «... Ποτέ δεν μπόρεσε να φανεί σ’ εκείνο το κρέας κι εκείνα τα ψάρια, ούτε το πιο μικρό σκουλήκι!» Το δεύτερο αυτό είδος του πειράματος, μάλιστα, επιβεβαίωνε το πρώτο: «Φάνηκαν (σκουλήκια) ωστόσο, αρκετές φορές, να τριγυρίζουν απέξω, πάνω στο τούλι του φαναριού, όπου τραβηγμένα από τη μυρωδιά των κρεάτων, κατάφερναν μερικές φορές να εισχωρήσουν από τις λεπτότατες οπές που είχε το τούλι. Κι αν δεν τα είχα διώξει γρήγορα, ίσως να έφταναν ακόμα να μπουν μέσα στο δοχείο, τόσο μελετημένες και επίμονες προσπάθειες έκαναν... και ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς ότι ενώ έβλεπε τις μύγες να τριγυρίζουν εκεί βουίζοντας, κάθε τόσο κάθονταν στο πρώτο τούλι και γεννούσαν τα σκουληκάκια. Επίσης πρόσεξα ότι μερικές άφηναν 6 ή 7 κάθε φορά και μερικές τα γεννούσαν στον αέρα, προτού φτάσουν στο τούλι».
Συμπέρασμα: Ούτε ο αέρας, σε συνδυασμό με τη σήψη, μπορούσε, να προκαλέσει την αυτόματη γένεση κάποιου είδους μύγας. Και κάτι άλλο, που επιβεβαιώνει τα προηγούμενα πειράματα: οι μύγες ήταν αυτές που γεννούσαν πάντα τα σκουληκάκια, τραβηγμένες από τη μυρωδιά του αποσυντιθέμενου κρέατος.

ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ
Όσο προχωρούσαν τα πειράματα του Ρέντι, και είδαμε μέχρι ποιο σημείο τα είχε προχωρήσει, τόσο και καινούργια προβλήματα προέκυπταν, που έφτασαν τελικά να αποτελούν εμπόδια ανυπέρβλητα. Ένα από αυτά ήταν ο σχηματισμός της κάμπιας στα φρούτα και στα μανιτάρια.
Ο τρόπος με τον οποίον ο Ρέντι αντιμετώπισε και τις περιπτώσεις αυτές ήταν και πάλι νεωτεριστικός. Δεν παρασύρθηκε στην αναζήτηση του «καθολικού και πρώτου αιτίου», προς την οποία στρέφονταν για αιώνες οι προσπάθειες των αριστοτελικών, θεωρώντας την άχρηστη, αν όχι και παράλογη. Στράφηκε πάντα στην αναζήτηση του «άμεσου» αιτίου, στο οποίο οφειλόταν το συγκεκριμένο φαινόμενο. Έτσι ο επιστήμονας του 17ου αιώνα συνεχίζει θαρραλέα ένα δρόμο που στον καιρό της είχε χαράξει μια άλλη μεγάλη φυσιογνωμία, ο Φρακαστόρο, που τον θυμόμαστε από τη θαυμάσια περιγραφή της νέας νόσου, της σύφιλης. Ο σοφός αυτός του 16ου αιώνα ήταν ο πρώτος που, χωρίς να εγκαταλείψει ορισμένες βασικές γραμμές του αριστοτελισμού, στράφηκε στην αναζήτηση όχι του «καθολικού και πρώτου», αλλά του «ειδικού και άμεσου αιτίου». Αν η γραμμή αυτή δεν είχε χαραχτεί από τον 16ο αιώνα και δεν είχε κατευθύνει τόσα μεγάλα ονόματα, όπως το Βεσάλιο, τον Κανάνο, τον Εουστάκι, τον Κολόμπο και τον Τσεζαλπίνο, ποτέ δε θα είχαμε φτάσει στα επιτεύγματα του 17ου αιώνα!
Α; ακούσουμε όμως για άλλη μια φορά τον ίδιο το Ρέντι: «Όποιο κι αν είναι το άμεσο γενεσιουργό αίτιο που γεννά τα σκουληκάκια αυτά μέσα στα ζωντανά μανιτάρια, όσο για μέσα πιστεύω ότι είναι το ίδιο εκείνο που τα γεννά στα ζωντανά φυτά και στους επίσης ζωντανούς καρπούς τους. Σχετικά με αυτό, οι γνώμες των φιλοσόφων κι όσων που ερευνούν τις ιδιότητες των φυτών ή αυτή τη φύση τους, διαφέρουν». Από τις γνώμες αυτές αναφέρει δύο: του Φορτούνιο Λιτσέτο και του Πιέτρο Γκασσέντι (1592-1655), δύο κατ’ εξοχή εκπροσώπων της παραδοσιακής επιστήμης και συγχρόνως του Ρέντι.
Ο πρώτος είναι υποστηρικτής σε κάθε περίπτωση της αυτόματης γένεσης: το φυτό, απορροφώντας με τις ρίζες του από το χώμα την τροφή του, δεν παίρνει μόνο θρεπτικές ουσίες, αλλά κι ένα μέρος της «αισθητικής ψυχής» που έχει το χώμα τραβήξει από την εκπνοή των ζωντανών ζώων ή τη σήψη των πτωμάτων τους. Μόρια όμως αυτής της «αισθητικής ψυχής» υπάρχουν και στον αέρα, από τον οποίον και παρασυρόμενα έρχονται να καθίσουν πάνω στις ρωγμές του φλοιού των φυτών, στα υγρά από τη δροσιά φύλλα τους και στη φλούδα των καρπών τους, προκαλώντας τη γέννηση των σκουληκιών.
Η γνώμη του Γκασσέντι είναι πιο ευφυής: «Είμαι της γνώμης ότι στη σάρκα των καρπών γεννιούνται τα σκουληκάκια, γιατί οι μύγες, οι μέλισσες, τα κουνούπια και άλλα όμοια έντομα, αφού καθίσουν πάνω στα λουλούδια, αφήνουν εκεί τα σπέρματά τους που στη συνέχεια κλεισμένα και περιορισμένα μέσα στους καρπούς, γίνονται με τη βοήθεια της θερμότητας της ωρίμανσης, σκουλήκια». Βλέπει, δηλαδή, κανείς ότι η γνώμη του Γκασσέντι βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια, έστω κι αν δεν την επιβεβαιώνει με το πείραμα.

Η ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΕΝΕΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ
Στην περίπτωση αυτή ο Ρέντι δεν μπορούσε να πειραματιστεί με όση ακρίβεια είχε κάνει κάτι τέτοιο για τις μύγες και τα βατράχια. Έτσι η θέση που παίρνει αποκαλύπτει το μέγεθος των εμποδίων που είχε ακόμα να υπερνικήσει η νέα επιστήμη. «Αν ήταν να εκφράσω τα αισθήματά μου», γράφει, «θα έλεγα ότι τα φρούτα, τα λαχανικά, τα δέντρα και τα φύλλα σκουληκιάζουν με δύο τρόπους: Ο ένας, με το να έρχονται τα σκουλήκια απέξω και ζητώντας τροφή, ανοίγουν με το ροκάνισμα το δρόμο και φτάνουν μέσα στη ψίχα των καρπών και του ξύλου. Ο άλλος τρόπος, που όσο για μένα δεν θεωρώ απρεπές να τον παραδέχομαι, είναι ότι η ψυχή ή η ενέργεια που γεννά τα άνθη και τους καρπούς στα ζωντανά δέντρα, είναι η ίδια που γεννά και τα σκουλήκια των φυτών αυτών».
Ο Ρέντι λοιπόν αναγκάζεται να παραδεχτεί, έστω και εν μέρει, την αυτόματη γένεση, ειδικά, όπως θα δούμε πιο κάτω, στα έντομα που κάνουν τις «κηκίδες». Στα λόγια του Ρέντι επιβιώνει η τελολογική αντίληψη του Αριστοτέλη: «το παν στη φύση αποβλέπει σε κάποιο τελικό σκοπό», αρχή που διαποτίζει ένα μεγάλο μέρος του αρχαίου στοχασμού και την κατοπινή επιστήμη, μέχρι τον επαναστατικό 17ο αιώνα. Το κείμενό του, είδος εξομολόγησης, αποδεικνύει τη δύναμη μιας παράδοσης, που είχε τις ρίζες της σε μια φιλοσοφία κι επιστήμη αιώνων. «Και ποιος ξέρει», αναρωτιέται ο Ρέντι, «αν πολλοί καρποί των δέντρων δεν παράγονται για κανένα πρώτο και κύριο σκοπό, αλλά για κάποια δευτερεύουσα και βοηθητική υπηρεσία, προορισμένοι για τη γέννηση των σκουληκιών εκείνων, χρησιμεύοντάς τους σαν μήτρα, μέσα στην οποία κοιμούνται για ένα προκαθορισμένο και συγκεκριμένο χρόνο, που όταν φτάσει, βγαίνουν έξω να χαρούν τον ήλιο». Λόγια που εμπνέονται από την κλασική παράδοση, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, για τους οποίους η γέννηση έρχεται στον προκαθορισμένο από τη μοίρα χρόνο και ταυτίζεται με την έξοδο στο φως του ήλιου.
Έπρεπε να εκτελεστούν ακόμα χιλιάδες χιλιάδων πειράματα για να φτάσει ο άνθρωπος στην αλήθεια, αφού θα είχε ανακαλυφθεί προηγουμένως ο τρόπος της γένεσης των φυτών, των λουλουδιών και των καρπών, που εξακολουθούσε να θαμπώνει τα εκστατικά μάτια του φυσιοδίφη.
Στο ίδιο όμως απόσπασμα του Ρέντι αναγνωρίζουμε ακόμα δύο γεγονότα: Το ένα είναι οι αντιφάσεις που, όπως επανειλημμένα είδαμε, χαρακτηρίζουν τις επαναστατικές εποχές στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Το άλλο είναι ιδιαίτερα παρήγορο για το πνεύμα του ανθρώπου: η μηχανική ερμηνεία της ζωής, που η εισαγωγή της τον 17ο αιώνα απέδωσε τόσο γόνιμους καρπούς, δεν κυριάρχησε ολοκληρωτικά στην ανθρώπινη σκέψη. Δε μάρανε τις δυνατότητες της διαισθητικής σύλληψης της πραγματικότητας, δε δέσμευσε την ανθρώπινη φαντασία και συνεπώς δε μετέβαλε τον άνθρωπο σε αυτόματο.
Τα εμπόδια πάντως που φάνηκαν στη φάση αυτή ανυπέρβλητα, δεν θα έμεναν τέτοια για πολύ. Το δρόμο του Ρέντι θα συνέχιζαν με επιτυχία οι συνεργάτες του και οι διάδοχοί του.


[1] Όπως βλέπουμε, ο Ρέντι θεωρεί τις νύμφες αυγά, παρόλο που έχει συλλάβει το φαινόμενο της μεταμόρφωσης.

26/12/08

Το πρόβλημα της γένεσης της ζωής [44]

«Όταν ήμουν λοιπόν νέος, Κέβη, ένοιωθα μια βαθειά επιθυμία να αποκτήσω τη σοφία εκείνη που, όπως ξέρουμε, την ονομάζουμε ιστορία της φύσης. Γιατί τη θεωρούσα λαμπρή τη γνώση αυτή, αφού έτσι γνωρίζει κανείς τις αιτίες κάθε πράγματος, δηλαδή γιατί γεννιέται, γιατί χάνεται και γιατί υπάρχει κάθε πράγμα. Κι όχι σπάνια αναστάτωνα τον εαυτό μου εξετάζοντας τα παρακάτω ζητήματα: τάχα το θερμό και το ψυχρό, όπως υποστηρίχθηκε, είναι εκείνα που όταν επιδράσουν επάνω σε σάπια ύλη, δημιουργούν ευνοϊκούς όρους για τη γέννηση και ανάπτυξη των ζώων;»
Τα λόγια αυτά βάζει ο Πλάτωνας στο στόμα του Σωκράτη, καθώς περίμενε στη φυλακή να του φέρουν το ποτήρι με το κώνειο. Τα λόγια του μεγάλου σοφού εκφράζουν τις απόψεις του διδασκάλου του, Αρχελάου (5ος αιώνας π.Χ.), που υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι η ζωή παράγεται από την επίδραση του ψυχρού και του θερμού επάνω στην οργανική ύλη που αποσυντίθεται.
Ανάλογες απόψεις εξέφραζε ένας άλλος μεγάλος, ο Δημόκριτος, όπως μαρτυρεί ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1ος αιώνας π.Χ.): «Η γη, όλο λάσπη και εξαιρετικά μαλακή... σε μια πρώτη φάση στερεοποιήθηκε υπό την επίδραση της θερμότητας του ηλίου. Ύστερα, με το να έχουν προκληθεί επάνω στην επιφάνειά της ζυμωτικές επεξεργασίες υπό την επίδραση της θερμότητας, άρχισαν να σχηματίζονται εδώ κι εκεί φυσαλίδες υγρασίας, γύρω από τις οποίες προκλήθηκαν σήψεις, μέσα σε λεπτές μεμβράνες, όπως και σήμερα ακόμα μπορούμε να δούμε να παρουσιάζονται στα τέλματα και σε ελώδη μέρη, όταν σε μια πρώτη φάση η ζώνη αυτή ψύχεται και μετά ξαναθερμαίνεται απρόοπτα και λίγο-λίγο. Και μια και τα υγρά αυτά μόρια, με την επίδραση, όπως είπαμε, της θερμότητας, παρήγαγαν έμβρυα, η νυχτερινή ομίχλη, θερμαίνοντας την ατμόσφαιρα, τα έτρεφε, ενώ η θερμότητα του ηλίου τα δυνάμωνε. Στο τέλος, όταν σιγά-σιγά τα έμβρυα αυτά είχαν φτάσει στο τέρμα της ανάπτυξής τους, οι μεμβράνες σχίζονταν και έβγαιναν στο φως τα διάφορα είδη ζώων. Τα πιο θερμά από αυτά υψώνονταν στον αέρα και γίνονταν πουλιά. Εκείνα πάλι που αποτελούνταν κυρίως από λάσπη, κατέληγαν στην τάξη των ερπετών και των άλλων επίγειων ειδών, ενώ εκείνα που τους έλαχε μια φύση ιδιαίτερα υγρή, έσπευδαν προς το στοιχείο που ήταν σύμφωνο με τη φύση τους και ονομάστηκαν ψάρια».
Ο Δημόκριτος μάλιστα είχε προχωρήσει περισσότερο, επιχειρώντας να εξηγήσει και την αναπαραγωγή που γίνεται με το ζευγάρωμα των ζώων, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή για την καταγωγή της ζωής: με το να στερεοποιηθεί η γη σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν πια σε θέση να παράγει ζώα μεγάλων διαστάσεων, οπότε αυτά άρχισαν να αναπαράγονται ζευγαρώνοντας. Η άποψη αυτή επιτρέπει την υποψία ότι ο Δημόκριτος δεν απέκλειε την παραγωγή μικρών ζώων κατευθείαν από τη γη, υπό την επίδραση του ψυχρού και του θερμού.
Η ίδια θεωρία εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτή από τους επιστήμονες και τους καλλιεργημένους ανθρώπους του Μεσαίωνα, της περιόδου του Ουμανισμού και της Αναγέννησης. Και διερωτάται κανείς πώς ήταν δυνατόν η θεωρία του Δημόκριτου να καλύψει τόσο μεγάλες χρονικές αποστάσεις, επικρατώντας μέχρι τους νεώτερους χρόνους, όταν στον 1ο ακόμα αιώνα π.Χ. ήταν τόσο λίγα γνωστά για τον μεγάλο σοφό. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη.

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Αν η θεωρία του Δημόκριτου για την αυτόματη γένεση, που υποστήριζε όπως είδαμε και ο διδάσκαλος του Σωκράτη, Αρχέλαος, επεβίωσε δια μέσου των αιώνων, αυτό οφείλεται στη συστηματοποίηση που της έκανε ένας άλλος μεγάλος σοφός, ο Αριστοτέλης. Η μεγάλη αυτή διάνοια, που αποτύπωσε τη σφραγίδα της μεγαλοφυΐας της για σειρά αιώνων στην ανθρώπινη σκέψη, είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τα προβλήματα των φυσικών επιστημών.
Στον Αριστοτέλη οφείλεται το πρώτο σύστημα ταξινόμησης των ζώων με βάση δύο κριτήρια: ομοιότητες ανάμεσα σε βασικά ανατομικά γνωρίσματα και ομοιότητες στον τρόπο της ανάπτυξής τους. Ιδιαίτερη στροφή της οξείας αριστοτελικής παρατήρησης προς τα προβλήματα της ανάπτυξης του ζωικού οργανισμού, πρέπει ίσως να αποδοθεί στο γεγονός ότι θεωρούσε την ανάπτυξη ως βασικό διαφορικό γνώρισμα μεταξύ οργανικού και ανόργανου κόσμου.
Ο Αριστοτέλης διακρίνει 4 τύπους γένεσης. Ο ένας είναι εκείνος που γίνεται με το ζευγάρωμα των ζώων, που, όπως είδαμε, ο Δημόκριτος θεωρούσε τέχνασμα της φύσης, από τη στιγμή που η γη δεν μπορούσε πια να παράγει αυτομάτως μεγάλα ζώα, άποψη στην οποία δεν προσχωρεί ο Αριστοτέλης. Οι άλλοι τρεις τύποι είναι: η γένεση χωρίς ζευγάρωμα, η γένεση με βλάστηση και η αυτόματη γένεση.
Διαιρώντας τα ζώα σε δύο μεγάλες συνομοταξίες, σε έναιμα (εκείνα που έχουν αίμα) και άναιμα (εκείνα που δεν έχουν αίμα), υποστήριζε ότι τα κατώτερα ζώα και των δυο ομάδων, δηλαδή τα έντομα της πρώτης και τα μαλακόστρακα της δεύτερης (στα οποία περιλάμβανε και ζώα όπως οι αχινοί και τα κοιλεντερωτά, που σήμερα ταξινομούνται αλλού), αναπαράγονται με την αυτόματη γένεση. Τον τρόπο αυτόν της γένεσης θεωρούσε ο Αριστοτέλης, όπως και ο μαθητής του Θεόφραστος, τυπικό για ορισμένα είδη φυτών. Έτσι η θεωρία της αυτόματης γένεσης του Δημοκρίτου περνά στους κατοπινούς αιώνες μέχρι την Αναγέννηση, με τη μορφή που της έδωσε ο Αριστοτέλης. Σε τι όμως συνίστανται οι τροποποιήσεις που της επέφερε;
Πρώτα απ’ όλα, το θερμό στοιχείο, που επιδρώντας επάνω στη γη και στο νερό, προκαλεί τη γένεση των όντων, δεν είναι πια η θερμότητα του ηλίου. Είναι μια θερμότητα ψυχική, που σε συνδυασμό με το ζωτικό πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν ολόκληρο, γεννά από την λάσπη μια φυσαλίδα οργανικής ύλης, έμβρυο ενός μελλοντικού ζώου.
Δεύτερον, κατά τον Αριστοτέλη, άλλη είναι η αυτόματη γένεση από τη λάσπη και άλλη εκείνη που γίνεται από μια εστία σήψης, αντίθετα προς την άποψη του Δημόκριτου, σύμφωνα με την οποία η σήψη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση του σχηματισμού του εμβρυικού κυστιδίου.
Τρίτον, ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει, κυρίως στα έντομα, ότι όχι μόνο ζευγαρώνουν, αλλά παράγουν και σκουλήκια (τις νύμφες), που τα θεωρούσε τέλεια ζώα. Έτσι, κατά την άποψή του θα έπρεπε η αυτόματη γένεση, που και ο Ηρόδοτος είχε παρατηρήσει στις συλλογές του νερού που έμεναν όταν ο Νείλος τραβιόταν (είχε δει να γεννιόνται γυρίνοι που τους νόμιζε για ψάρια), να συμβιβάζεται με τη γέννηση νυμφών ύστερα από το ζευγάρωμα εντόμων. Και πράγματι, ο Αριστοτέλης έδινε εδώ μια ευφυή λύση: η γένεση με το ζευγάρωμα γίνεται μόνο μια φορά, τα δε όντα που προέρχονται από αυτήν είναι ανίκανα να αναπαραχθούν και συνεπώς κλείνουν τον αναπαραγωγικό κύκλο. Και δεν έπεφτε έξω, μιας και οι νύμφες των εντόμων, επειδή δεν είναι τέλεια ζώα, κάτι που αγνοούσε ο Αριστοτέλης, δεν μπορούν να αναπαραχθούν. Και κατέληγε ότι τα μεν ζώα που προέρχονταν από αυτόματη γένεση, ήταν σε θέση να αναπαραχθούν ζευγαρώνοντας, ενώ τα προϊόντα του ζευγαρώματος αυτού ήταν ανίκανα για αναπαραγωγή και θα εξαφανίζονταν από τη γη, αν η ανεξάντλητη πηγή ζωής δεν τα αντικαθιστούσε με άλλα, γόνιμα.
Αυτόματη γένεση στα ανώτερα ζώα, ο Αριστοτέλης παραδέχεται στην περίπτωση ενός και μόνο ζώου: του χελιού. Που οι λεπτομέρειες της αναπαραγωγής του δεν είναι ούτε στη δική μας εποχή ξεκαθαρισμένες. Πρόκειται για πρόβλημα της γενικής βιολογίας ελκυστικό, αλλά και δυσεπίλυτο. Εμπρός στο αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, ο Αριστοτέλης αναγκάστηκε να παραδεχθεί την αυτόματη γένεση του χελιού, μοναδική περίπτωση ανάμεσα στα ανώτερα ζώα.

ΜΕΓΑΛΑ ΕΜΠΟΔΙΑ
Πώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι μια τόσο μεγαλοφυής διάνοια, όπως ο Αριστοτέλης, παραδέχεται μια αρχή τόσο ακατανόητη, όπως η αυτόματη γένεση;
Πρώτον, οι αντιλήψεις του Αριστοτέλη είναι αποτέλεσμα νοητικής επεξεργασίας κι όχι πειραματικής ανάλυσης. Βέβαια, το πείραμα δεν του ήταν κάτι το τελείως ξένο. Θέλοντας π.χ. να εκτιμήσει το βάρος του αέρα, πήρε την κύστη ενός ζώου, τη φούσκωσε, τη ζύγισε, την ξεφούσκωσε και την ξαναζύγισε. Με τα χονδροειδή μέσα της εποχής του, όμως, δεν κατόρθωσε να διαπιστώσει διαφορά βάρους ανάμεσα στην κενή και τη γεμάτη κύστη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλάνη ότι ο αέρας δεν έχει βάρος. Βέβαια το σφάλμα της πειραματικής διάταξης είναι εδώ προφανές για τον καθένα. Αλλά το σπουδαιότερο είναι η έλλειψη επιστημονικής πειραματικής αντίληψης, έτσι που και ορθότερα αν ήταν οργανωμένο το πείραμα, αυτό δεν θα σήμαινε πολλά πράγματα: ο λογισμός του Αριστοτέλη ήταν παραγωγικός και όχι επαγωγικός. Βέβαια, όπως σημειώνει ο Γαλιλαίος, είναι αλήθεια ότι ο Αριστοτέλης παρατηρούσε τη φύση και επάνω στις παρατηρήσεις του οικοδομούσε τις καθολικές του προτάσεις. Παρατήρηση, όμως, δε σημαίνει και πείραμα, ώστε αν και ο Αριστοτέλης παρατηρούσε, παρόλα αυτά οι ερμηνείες του ήταν παραγωγικές.
Δεύτερον, στη διατύπωση αντιλήψεων, όπως εκείνης της αυτόματης γένεσης, οδηγούσε αναπόφευκτα η έλλειψη ορισμένων τεχνικών προϋποθέσεων, όπως η οπτική μεγέθυνση. Το γεγονός αυτό απέκλειε κάθε παρατήρηση της λεπτής κατασκευής των ζωικών οργανισμών και μάλιστα των μικρότερων από αυτούς, όπως είναι τα έντομα και τη μελέτη λεπτότατων οργάνων, όπως τα όργανα της αναπαραγωγής.
Αλλά και η ύπαρξη τεχνικών τελειοποιήσεων θα μπορούσε να αποβεί αποδοτική μόνο υπό τον όρο της ύπαρξης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή του πειραματικού πνεύματος. Και να η απόδειξη: Οι μεγεθυντικές ιδιότητες τεμαχίων κρυστάλλων δεν ήταν καθόλου άγνωστες στους αρχαίους, που τις είχαν παρατηρήσει συμπτωματικά σε τεμάχια κρυσταλλικού υλικού που το σχήμα τους πλησίαζε το σχήμα του φακού. Κανείς όμως από τους σοφούς της αρχαιότητας δεν σκέφτηκε να καταφύγει στις ιδιότητες των υποτυπωδών έστω αυτών φακών, για λόγους επιστημονικής έρευνας.
Ο συνδυασμός του πειραματικού τρόπου του σκέπτεσθαι με το τεχνικό μέσο της οπτικής μεγέθυνσης πραγματοποιείται για πρώτη φορά τον 17ο αιώνα: τότε και η θεωρία της αυτόματης γένεσης δέχεται τα πρώτα σφοδρά πλήγματα, για να καταρρεύσει οριστικά τους δύο επόμενους αιώνες που ακολουθήσουν.
Εκείνο που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει στον Αριστοτέλη, είναι η παρατήρηση της φύσης. Βασιζόμενος στο δεδομένο αυτό ο Γαλιλαίος έγραψε στο βιβλίο του «Διάλογοι περί των δύο μεγίστων συστημάτων»: «...στον αιώνα μας έχουμε γεγονότα και παρατηρήσεις νέα και τέτοια που δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι αν ο Αριστοτέλης ήταν στην εποχή μας θα άλλαζε γνώμη». Τη διαφορά του Αριστοτέλη και των επιστημόνων της νέας εποχής, αναπτύσσει ο Γαλιλαίος στη συνέχεια της περικοπής που μόλις παραθέσαμε: «Αυτό (ότι δηλαδή ο Αριστοτέλης θα άλλαζε γνώμη) συνάγεται καθαρά από τον ίδιο τον τρόπο της φιλοσοφίας του: γιατί ενώ γράφει πως θεωρεί αναλλοίωτους τους ουρανούς, γιατί τίποτε καινούργιο δεν φάνηκε να γεννιέται ή να διαλύεται από την αρχαιότητα, αφήνει σιωπηλά να εννοηθεί, ότι αν είχε δει ένα τέτοιο γεγονός, θα είχε πιστέψει το αντίθετο και θα είχε προτιμήσει, όπως αρμόζει, την εμπειρία από το λόγο (τα συμπεράσματα της πείρας από τον αφηρημένο συλλογισμό), γιατί αν δεν ήθελε να συμφωνήσει με τις αισθήσεις, τουλάχιστον δεν είχε υποστηρίξει το αμετάβλητο, έστω κι αν δεν έβλεπε οποιαδήποτε αισθητή μεταβολή» (κεφ.Ζ,75).
Η αντιπαράθεση της εμπειρίας με τη νοητική διεργασία δε σημαίνει, όπως υπογραμμίζεται, ότι ο Γαλιλαίος αποδίδει στον Αριστοτέλη έναν ευτελή εμπειρισμό. Αποδεικνύει μάλλον ότι για την οικοδόμηση της επιστήμης απαιτείται ενότητα αίσθησης και νόησης, εμπειρίας και νοητικής διεργασίας, έτσι που να μη καταντά η επιστήμη αφηρημένη σύνθεση, έξω από τις βάσεις της πραγματικότητας.
Αυτά έλεγε και υποστήριζε ο Γαλιλαίος για να ξεκαθαρίσει, φυσικά, τη δική του θέση απέναντι στον Αριστοτέλη και τους αριστοτελικούς και να εντοπίσει το αντικείμενο της πολεμικής του, που δεν ήταν ακριβώς ο Αριστοτέλης, αλλά οι αριστοτελικοί. Ένα απόσπασμα και πάλι από τους διαλόγους του είναι αρκετά ενδεικτικό των προθέσεών του: «Ούτε... λέω ότι δεν πρέπει να ακούμε τον Αριστοτέλη, μάλιστα δε συνιστώ να τον μελετάμε με επιμέλεια. Κατακρίνω μόνο το να γίνεται κανείς θύμα του έτσι, που να προσυπογράφει στα τυφλά κάθε του λόγο και χωρίς να αναζητάει άλλες εξηγήσεις να τον θεωρεί θέσφατο και απαραβίαστο. Αυτό αποτελεί κατάχρηση που προέρχεται κατ’ ευθείαν από μια άλλη υπερβολική αταξία, από το ότι δεν προσπαθούν πια να καταλάβουν τη δύναμη των αποδείξεών του. Και δεν είναι τίποτα πιο άσχημο από το να ακούς σε δημόσιες συζητήσεις και ενώ πρόκειται για συμπεράσματα που μπορούν να αποδειχθούν, να πετιέται κάποιος στη μέση με ένα κείμενο, πολύ συχνά γραμμένο με εντελώς άλλο σκοπό και να κλείνει με αυτό το στόμα του αντιπάλου του;» (κεφ.Ζ,139).
Αυτοί που ενεργούσαν έτσι ήταν οι αριστοτελικοί, σε αντιπαράθεση προς το σοφό, του οποίου παρουσιάζονταν οπαδοί και αυθεντικοί ερμηνευτές. Αλλά το σφάλμα τους ήταν ασυγχώρητο, ενώ τα σφάλματα του διδασκάλου δικαιολογημένα από τη στενότητα των παρατηρήσεων που ήταν δυνατές στην εποχή του.

ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑ
Πάντως, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και στους νέους επιστήμονες διαπιστώνεται μια αγεφύρωτη διαφορά, που ο Γαλιλαίος δεν τονίζει όσο πρέπει. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία που προσφέρει η απλή παρατήρηση της φύσης και στα αποτελέσματα που προσφέρει ο έλεγχος της εμπειρίας με το πείραμα. Η πρώτη ήταν η βάση του αριστοτελικού οικοδομήματος. Ο δεύτερος, η μεγάλη καινοτομία του 17ου αιώνα, που δε ξεπέρασε απλά τα όρια του σεβασμού προς την παράδοση, αλλά και τα όρια της εμπειρίας με τον πραγματικό έλεγχο. Ένα παράδειγμα θα βοηθήσει καλύτερα την κατανόηση της διαφοράς: η περίδεση του βραχίονα που έγινε πρώτα από τον Φαμπρίτσιο και μετά από τον Χάρβεϊ, έχει τελείως διαφορετικό νόημα για τον πρώτο ερευνητή από ό,τι έχει για τον δεύτερο. Για τον Φαμπρίτσιο, η διόγκωση των φλεβών που παρατηρείται ύστερα από την περίδεση του βραχίονα δεν είναι παρά η επιβεβαίωση ενός γεγονότος που αποκαλύπτει η εμπειρία, ότι δηλαδή οι φλέβες διογκώνονται αντίστοιχα με τις βαλβίδες τους. Για τον Χάρβεϊ δεν είναι πραγματικό πείραμα, γιατί δεν αποτελεί πειραματική αναπαραγωγή και επιβεβαίωση μιας υπόθεσης, που με τον τρόπο αυτό αποκτά το κύρος επιστημονικού νόμου. Αυτό όμως ισχύει για το πείραμα του Βαν Χέλμοντ, σχετικά με την ανάπτυξη των φυτών, με το οποίο μια υπόθεση του επιστήμονα αυτού φάνηκε να επιβεβαιώνεται και να μετατρέπεται σε επιστημονική αλήθεια. Κι αυτό, άσχετα από το γεγονός ότι το πείραμα δεν πραγματοποιήθηκε κατά τον ορθό τρόπο και οδήγησε τον πειραματιστή σε εσφαλμένα, εν μέρει, συμπεράσματα. Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη με την οποία ο Γκλίσσον το 1677 ζήτησε να ελέγξει τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο όγκος ενός μυός που βρίσκεται σε συστολή είναι αυξημένος. Έκλεισε λοιπόν τον μυώδη βραχίονα ενός ανδρός μέσα σε ένα σωλήνα γεμάτο νερό, τελείως κλειστό από τα δυο του άκρα, που συνδεόταν με ένα σωλήνα μικρότερης διαμέτρου. Αν ο όγκος του μυός μεταβαλλόταν με τη συστολή, θα έπρεπε το επίπεδο του νερού στο μικρότερο σωλήνα να μετακινηθεί. Με τον τρόπο αυτόν ο Γλίσσον διαπίστωσε ότι ο όγκος ενός μυός δεν αυξάνεται κατά τη συστολή του, μάλιστα δε, όπως παρατήρησε (εσφαλμένα βέβαια) έπρεπε να ελαττώνεται. Και το μεν σφάλμα οφειλόταν προφανώς στην ατέλεια της πειραματικής διάταξης. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει την ενέργεια του Γκλίσσον, όπως και του Βαν Χέλμοντ, είναι το πνεύμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε: η προσφυγή σ’ ένα τεχνητό μέσο για να αποκαλυφθούν τα μυστικά του κόσμου που μας περιβάλλει.
Η εμπειρία λοιπόν είναι η βάση της επιστήμης, όχι όμως μόνο σαν απλή παρατήρηση, αλλά και σαν αποτέλεσμα, που προκύπτει από τη δημιουργία συνδυασμών καταστάσεων που αποσαφηνίζουν τα δεδομένα της παρατήρησης και επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις, στη διατύπωση των οποίων εκείνη συνέβαλε.
Ο Αριστοτέλης δεν είχε φτάσει στο σημείο αυτό. Πολύ περισσότερο δεν ήσαν σε θέση να φτάσουν οι αριστοτελικοί. Φυσικά, όπως ήδη σημειώσαμε για την αναζήτηση του βάρους του αέρα, το πείραμα δεν ήταν άγνωστο για το μεγάλο σοφό. Ποτέ όμως δε διανοήθηκε να το αναγάγει σε μέθοδο. Αυτό ήταν έργο του 17ου αιώνα. Μια δεσπόζουσα φυσιογνωμία του, ο Φράνσις Μπέηκον (Φραγκίσκος Βάκων), οφείλει και το θάνατό του, σύμφωνα με την παράδοση, στο πάθος του πειραματισμού. Ταξίδευε, όπως λένε οι παλαιοί βιογράφοι του, προς το Λονδίνο, τον βαρύ και ατέλειωτο χειμώνα του 1626. Κάποια στιγμή κατέβηκε από την κλειστή του άμαξα για να εκτελέσει ένα πείραμα: ήθελε να διαπιστώσει αν μια κότα, που θα είχε παγώσει, θα διατηρείτο αναλλοίωτη ή θα υφίστατο κι αυτή τη διαδικασία της αποσύνθεσης. Κατέβηκε λοιπόν στα χιόνια και κυνηγώντας την κότα για να την ετοιμάσει σύμφωνα με τους όρους του πειράματος που ετοίμαζε, άρπαξε ένα φοβερό κρυολόγημα και πέθανε από πνευμονία. Τέτοιες διηγήσεις, και αν ακόμα δεν είναι απόλυτα βεβαιωμένες ιστορικά, παρακίνησαν ανθρώπους, όπως ο ντε Σάνκτις, να δουν στο πρόσωπο των πρωτοπόρων αυτών τους μάρτυρες και αγίους της νέας επιστήμης!

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΡΕΝΤΙ
Ένα τέκνο της εποχής αυτής, που συνέλαβε απόλυτα τη δύναμη του πειράματος και το χρησιμοποίησε στην έρευνα της γένεσης της ζωής, ήταν ο Φραντσέσκο Ρέντι. Η ζωή του (γεννήθηκε το 1626 στο Αρέστο της Τοσκάνης) άρχισε με την απόκτηση πλούσιων εμπειριών από σπουδές και ταξίδια. Ύστερα από τη σπουδή της γραμματικής και ρητορικής, που εξακολουθούσε να αποτελεί την προϋπόθεση για σοβαρότερες ιατρικές σπουδές και την απόκτηση του πτυχίου του ιατρού και φιλοσόφου, πήρε και τον διδακτορικό τίτλο από το πανεπιστήμιο της Πίζας, σε ηλικία 21 ετών. Στα ταξίδια του περιέλαβε όλη την ιταλική χερσόνησο, τη Ρώμη, τη Νάπολι, τη Μπολόνια, τη Βενετία και την Πάδοβα. Καρπός των ταξιδιών αυτών υπήρξε μια βιβλιοθήκη θαυμάσια, όχι μόνο για τις σπάνιες εκδόσεις που περιλάμβανε, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει την πολυμορφία των ενδιαφερόντων και τον πλούτο των χαρισμάτων του. Φιλόλογος δεινός κι αναδιφητής των παλαιών κειμένων, πρόδρομος της μυθιστοριογραφίας, ποιητής λεπτός και καλλιεργημένος, ακαδημαϊκός και αρχίατρος των δουκών της Τοσκάνης, εγκαθίσταται από το 1653 οριστικά στη Φλωρεντία κι εκεί αφοσιώνεται στις πολύπλευρες μελέτες του.
Παρακάμπτομε τα φιλολογικά του επιτεύγματα, που δεν είναι μικρή η σημασία τους στο πλαίσιο της ιταλικής γραμματείας, για να δούμε για λίγο τις «εμπειρίες που απέκτησε από τη φύση», μελετώντας κάτω από την προστασία των δουκών της Τοσκάνης και ιδίως του Φερδινάνδου Β'.
Παρά την απασχόλησή του με καθήκοντα κατώτερα από την αξία του και με τα προβλήματα που του δημιουργούσαν οι σπατάλες των αδελφών του, δεν έπαυε στιγμή να ασχολείται με τα προβλήματα των «φυσικών εμπειριών» που τον απασχολούσαν. Δύο απ’ αυτά τον απασχόλησαν πιο πολύ: το θέμα του δηλητηρίου της οχιάς και το πρόβλημα της αυτόματης γένεσης. Παράλληλα με τις δύο αυτές ενασχολήσεις του, έρχονται και άλλες σε πιο δεύτερο επίπεδο. Τον απασχόλησαν τα φυτικής προέλευσης φάρμακα των Ινδιών, προβλήματα που σχετίζονται με την ύπαρξη ελών, η ανακάλυψη διόπτρων, τα παράσιτα κλπ.
Τις πιο ενδιαφέρουσες, πάντως, σελίδες του έχει αφιερώσει στην αυτόματη γένεση, που παρά τα όσα επαναστατικά είχαν μεσολαβήσει στην επιστήμη, μεταξύ του 15ου και του 17ου αιώνα, εξακολουθούσε να γίνεται δεκτή με τη μορφή που την είχε μεταβιβάσει στους κατοπινούς αιώνες ο Μεσαίωνας. Στις σελίδες αυτές του Ρέντι σμίγουν το εκλεπτυσμένο του ύφος με συλλήψεις άξιες μιας μεγαλοφυΐας.
Στο βιβλίο του «Εμπειρίες», που δημοσιεύτηκε στη Φλωρεντία το 1668, ο Ρέντι μας δίνει την εικόνα της κατάστασης των γνώσεων για τη γένεση της ζωής, που αντιμετώπιζε ο συγγραφέας της εποχής του. «Σύμφωνα με όσα σας είπα», γράφει ο Ρέντι, «και με εκείνα που λένε οι παλαιοί και οι νέοι συγγραφείς και η κοινή γνώμη, κάθε σήψη πτώματος βρίσκεται σε αποσύνθεση και κάθε ακαθαρσία από οποιοδήποτε άλλο αποσυντιθέμενο πράγμα γεννάει τα σκουλήκια και τα τρέφει».
Προφανώς, το επίπεδο των γνώσεων έχει σταματήσει στον Αριστοτέλη. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι ο Μπαγγελάρντο (15ος αιώνας) στην πραγματεία του «Περί των ασθενειών των νηπίων» υποστηρίζει την προέλευση των σκουληκιών του εντέρου από τη σήψη ειδικών χυμών που υπάρχουν μέσα στον εντερικό σωλήνα των παιδιών.

Η ΝΕΑ ΜΕΘΟΔΟΣ
Ο Ρέντι όμως ανοίγει τις «Παρατηρήσεις γύρω από τις έχιδνες» (Φλωρεντία, 1664) με τα εξής λόγια: «Κάθε μέρα πείθομαι και πιο πολύ για την ορθότητα της πρόθεσής μου να μη θέλω να δίνω πίστη στα φυσικά πράγματα, εκτός από εκείνα που βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια και αν δεν έλθει να μου τα επιβεβαιώσει και να μου τα επαναβεβαιώσει η εμπειρία. Γιατί καταλαβαίνω όλο και πιο πολύ, πόσο πολύ δύσκολο είναι να ανιχνεύεις την αλήθεια που συχνά στηρίζεται στο ψέμα...». Και συνεχίζει: «Με τέτοιο ακριβώς τρόπο, ώστε αν ένας από τους αρχαίους σοφούς ανέφερε για αληθινή στα έργα του κάποια διήγηση, το μεγαλύτερο μέρος των μεταγενέστερων τον πίστευαν στα τυφλά, χωρίς άλλη έρευνα και την ξανάγραφαν βασισμένοι στην καλή πίστη του πρώτου που την έγραψε. Έτσι μιλούσαν σαν... παπαγάλοι και το μεγάλο πλήθος των εύπιστων και άπειρων λογίων έγραφε και διάβαζε και πίστευε ψεύδη πολύ επίσημα, που προκαλούν ναυτία».
Στις λίγες αυτές γραμμές συμπυκνώνονται οι αντιλήψεις του Ρέντι: εμπειρία που επαναλαμβάνεται, όχι δηλαδή απλή παρατήρηση, αλλά και πειραματισμός, που επιβεβαιώνει τα πορίσματα της παρατήρησης και απόλυτη ανεξαρτησία από την παράδοση, έλεγχος και σε αρνητική του έκβαση, απόρριψη της.

ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥ ΡΕΝΤΙ
Με τέτοιες αντιλήψεις άρχισε ο Ρέντι την πρώτη του σειρά των πειραμάτων του: «... θέλοντας να ανιχνεύσω την αλήθεια (ότι δηλαδή από τις επεξεργασίες της αποσύνθεσης παράγονται ζωντανά πλάσματα), έβαλα στις αρχές του Ιουνίου να σκοτώσουν τρία από εκείνα τα φίδια, που τα λέμε του Ασκληπιού. Αμέσως μετά το θάνατό τους, τα τοποθέτησα σ’ ένα ανοικτό κουτί για να αποσυντεθούν εκεί. Δεν πέρασε πολύς καιρός, που τα είδα σκεπασμένα με σκουλήκια, που είχαν σχήμα κέρατος και καθόλου πόδια και όσο τουλάχιστον φαινόταν στο μάτι καταγίνονταν στο να καταβροχθίσουν τις σάρκες κερδίζοντας συγχρόνως σε διαστάσεις».
Τα σκουλήκια, που δεν ήταν τίποτε άλλο από νύμφες εντόμων, αφού κατανάλωσαν το κρέας, «έφυγαν από μια μικρή οπή του κουτιού το οποίο είχα κλείσει... χωρίς να μπορέσω ποτέ να ξαναβρώ το μέρος που είχαν καταφύγει».
Παρακινημένος από το πείραμα αυτό, αρχίζει ο Ρέντι ένα νέο στις 11 Ιουνίου, βάζοντας «σε ενέργεια τρία άλλα από τα ίδια φίδια, αφού πέρασαν τρεις μέρες, είδε επάνω τους σκουλήκια, που από ώρα σε ώρα αυξάνονταν σε αριθμό και μέγεθος, αλλά ενώ είχαν όλα το ίδιο σχήμα δεν είχαν το ίδιο χρώμα». Τα σκουλήκια αυτά «αφού έφαγαν εκείνες τις σάρκες, ζητούσαν με αγωνία να βρουν κάποιο δρόμο για να μπορέσουν να φύγουν. Έχοντας όμως κλείσει πολύ καλά όλες τις χαραμάδες, παρατήρησα ότι στις 19 του ίδιου μήνα, μερικά από τα μεγάλα και τα μικρά σκουλήκια άρχισαν, σαν να αποκοιμούνται, να μένουν ακίνητα και στη συνέχεια να κουλουριάζονται παίρνοντας χωρίς να το αντιληφθεί κανείς σχήμα που έμοιαζε με αυγό, με χρώμα λευκό στην αρχή, χρυσοκίτρινο μετά, που σιγά-σιγά έγινε κοκκινωπό και τέτοιο έμεινε σε μερικά αυγά. Σε άλλα, το χρώμα ήταν διαφορετικό, δηλαδή έκλινε προς το μαύρο, αλλά τόσο τα κόκκινα, όσο και τα μαύρα γίνονταν πολύ σύντομα σκληρά σαν αληθινά όστρακα».
Η περιέργεια του Ρέντι μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ. Παρατηρώντας πιο προσεχτικά διαπίστωσε διαφορές όχι μόνο στο χρώμα, αλλά και στο σχήμα. Και συνεχίζει: «Γιατί, αν και φαίνονταν πως όλα αδιακρίτως αποτελούνταν από δακτυλίους συνδεδεμένους μεταξύ τους, παρόλα αυτά οι δακτύλιοι αυτοί ήταν πιο έκτυποι και πιο εμφανείς στα μαύρα παρά στα κόκκινα, που με την πρώτη ματιά έμοιαζαν σχεδόν λεία και στο ένα τους άκρο δεν είχαν, όπως τα μαύρα, κάποια μικρή κοιλότητα, που δε διέφερε πολύ από την κοιλότητα που μένει στα λεμόνια ή τα άλλα φρούτα, όταν κόβονται από το μίσχο».
Χώρισε τότε τα αυγά σύμφωνα με το χρώμα τους, τοποθετώντας τα σε διαφορετικά γυάλινα αγγεία και να: «Στις 8 ημέρες, έβγαινε από κάθε κοκκινωπό αυγό, σπάζοντας το κέλυφος, μια μύγα σταχτιά, θαμπή, ζαλισμένη, θα έλεγε κανείς, σαν αδούλευτο πρόπλασμα μύγας, με φτερά ακόμα αξεδίπλωτα, που στη συνέχεια σε 5-10 λεπτά της ώρας άρχισαν να ξεδιπλώνονται και να διαστέλλονται στη σωστή αναλογία προς το μικρό τους σώμα, που κι αυτό στο χρονικό εκείνο διάστημα είχε πάρει την ταιριαστή και φυσική συμμετρία των τμημάτων του. Και σαν στολισμένη, έχοντας αφήσει το χλωμό σταχτί χρώμα, είχε ντυθεί ένα πράσινο ζωηρότατο και θαυμαστά λαμπρό. Όλο δε το σώμα του είχε διασταλεί και μεγαλώσει έτσι, που να φαίνεται αδύνατο να μπορέσει κανείς να πιστέψει, πώς ήταν δυνατόν να έχει ποτέ χωρέσει στο μικρό εκείνο κέλυφος».
«Από τα άλλα εκείνα αυγά, κατόπιν, τα μαύρα χρειάστηκαν 14 ημέρες για να γεννηθούν κάτι μεγάλες μαύρες μύγες με άσπρες γραμμές και την κοιλιά τριχωτή και κόκκινη στο κάτω μέρος, από τι ίδιο είδος που βλέπουμε καθημερινά να τριγυρίζει στα σφαγεία και τα σπίτια, γύρω από τα κρέατα. Όταν γεννήθηκαν ήταν κακοφτιαγμένες και εξαιρετικά βραδυκίνητες, με φτερά αξεδίπλωτα, όπως είχε συμβεί με τις πρώτες εκείνες τις πράσινες».
Βγήκαν ακόμα και άλλα είδη μύγες, πράγμα που δυσκόλευσε την κατάσταση του φαινομένου για τον Ρέντι: «Αυτές οι τόσο διαφορετικές γενιές μύγες, που είχαν βγει από ένα και το αυτό πτώμα, δεν ικανοποιούσαν το πνεύμα μου και με παρακινούσαν στην εκτέλεση νέων πειραμάτων».
Στο νέο πείραμα χρησιμοποίησε 6 κουτιά χωρίς κάλυμμα. Όπως γράφει ο ίδιος: «Στο πρώτο έβαλα δύο από τα φίδια που λέμε, στο δεύτερο ένα μεγάλο περιστέρι, στο τρίτο δυο λίτρες βοδινό κρέας, στο τέταρτο ένα μεγάλο κομμάτι κρέας αλόγου, στο πέμπτο ένα καπόνι και στο έκτο την καρδιά ενός ευνουχισμένου κριαριού. Σε λίγο περισσότερο από 24 ώρες, είχαν όλα σκουληκιάσει».
Τα αποτελέσματα του νέου πειράματος ήταν τα ίδια. Μόνον από την καρδιά του κριαριού βγήκαν μύγες δύο ακόμα χρωμάτων. Τα πειράματα συνεχίστηκαν με θαλασσινά ζώα: ψάρια, αστακούς, μύδια κλπ. Και όπως ο Ρέντι παρατηρούσε: «Πάντοτε γεννιόταν από αυτά αδιακρίτως το ένα ή το άλλο από τα εν λόγω είδη μύγας και καμιά φορά από ένα και τι αυτό ζώο, όλα μαζί τα είδη που αναφέραμε. Και εκτός από αυτά, πολλά άλλα είδη μικρής μύγας... και πάντοτε σχεδόν έβλεπα επάνω σε εκείνα τα κρέατα και τα ψάρια και γύρω από τα χείλη των κουτιών... όχι μόνον τα σκουλήκια, αλλά ακόμα και τα αυγά, από τα οποία, όπως είπα παραπάνω, γεννιόνται τα σκουλήκια».
Τα ερωτήματα που προέκυπταν έτσι για τον Ρέντι ήταν: Πώς γίνεται να παράγεται ο ίδιος τύπος μύγας από διαφορετικούς τύπους κρέατος; Και πώς γίνεται όλα τα είδη της μύγας να προέρχονται από την ίδια μεταμόρφωση των σκουληκιών; Πώς γίνεται, τέλος, από το ίδιο κρέας, δηλαδή, από ένα και τον ίδιο τύπο αποσύνθεσης, να προέρχονται διαφορετικά είδη μύγας; Τα ερωτήματα αυτά συνδυάστηκαν στη σκέψη του Ρέντι με μια παρατήρηση: «Τα... αυγά», συνεχίζει, «με έκαναν να σκεφτώ τις μικρές ακαθαρσίες, που αφήνουν οι μύγες επάνω στο ψάρι ή το κρέας και που μετά γίνονται σκουλήκια, πράγμα που είχε κιόλας παρατηρηθεί αρκετά από τους συντάκτες του λεξιλογίου της Ακαδημίας μας και παρατηρείται επίσης από τους κυνηγούς στα θηράματα που σκοτώνουν τις καλοκαιρινές ημέρες και από τους κρεοπώλες και τις νοικοκυρές, που για να σώσουν... τα κρέατα από την ακαθαρσία αυτή, τα βάζουν στο φανάρι και τα σκεπάζουν με λευκά πανιά».
Αυτό ήταν μια εμπειρία από την άμεση παρατήρηση της φύσης.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Η εμπειρία αυτή, μεταμορφωμένη κιόλας σε πείραμα, απαιτεί μια τεχνική διάταξη ικανή να αποδείξει τη διατυπωμένη υπόθεση. «Εκείνο για το οποίο άρχισα να αμφιβάλω», συνεχίζει ο Ρέντι, «ήταν μήπως κατά σύμπτωση όλα τα σκουλήκια των κρεάτων προέρχονταν μόνον από το σπέρμα των μυγών και όχι από τα ίδια τα αποσυντεθειμένα κρέατα. Και τόσο περισσότερο βεβαιωνόμουν για την ορθότητα της αμφιβολίας μου, όσο σε όλες τις γενιές που προκάλεσα τη γένεσή τους, έβλεπα επάνω στα κρέατα, πριν σκουληκιάσουν, να κάθονται μύγες του ίδιου είδους που στη συνέχεια γεννιόνταν εκεί. Αλλά θα ήταν μάταιη η αμφιβολία, αν δεν την είχε επιβεβαιώσει η εμπειρία».
Για τον Ρέντι, «αμφιβολία» είναι ό,τι εμείς θα λέγαμε «υπόθεση» και «εμπειρία» το σύνολο των πειραμάτων του. Εκείνο που εξετάζεται εδώ δεν είναι η άψογη από λογικής πλευράς διατύπωση της υπόθεσης, αλλά η έκταση στην οποία επιβεβαιώνεται από τη σειρά των πειραμάτων: ούτε, δηλαδή, αφηρημένος ορθολογισμός, ούτε ευτελής εμπειρισμός, αλλά σύνθεση εμπειρίας και λογικής, υπόθεση ελεγχόμενη από το πείραμα, για να αποδειχθεί ως επιστημονική αλήθεια ή να καταρριφθεί ως εσφαλμένη.
Και ο Ρέντι, εμπνεόμενος από την αμφιβολία του συνεχίζει: «Στα μέσα του Ιουλίου έβαλα μέσα σε 4 πλατύστομες φιάλες ένα φίδι, μερικά ψάρια του γλυκού νερού, 4 μικρά χέλια από τον Άρνο και ένα κομμάτι από δαμάλι του γάλακτος. Και ύστερα έκλεισα πάρα πολύ καλά τα στόμια με χαρτί και σπάγκο και τα σφράγισα καλά και σε άλλες τόσες φιάλες έβαλα άλλα τόσα από τα πράγματα που είπαμε και άφησα τα στόμια ανοιχτά: Δεν πέρασε πολύς χρόνος, που τα ψάρια και τα κρέατα αυτών των δεύτερων δοχείων σκουλήκιασαν και μέσα τους έβλεπε κανείς να μπαινοβγαίνουν οι μύγες κατά βούληση. Στις κλειστές όμως φιάλες ποτέ δεν είδα να γεννιέται ένα σκουλήκι, παρόλο που πέρασαν αρκετοί μήνες από την ημέρα που έκλεισα μέσα τους εκείνα τα πτώματα: βρίσκονταν, όμως, μερικές φορές, απέξω από το χαρτί μερικά σκουληκάκια, που με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να βρουν καμιά χαραμάδα, από όπου να μπορέσουν να μπουν για να τραφούν μέσα στις φιάλες αυτές, στις οποίες όλα τα πράγματα που είχα τοποθετήσει, είχαν κιόλας βρωμίσει, υποστεί σήψη και αποσυντεθεί». Η ανακάλυψη είχε γίνει: το πείραμα επιβεβαίωσε την υπόθεση και κατάφερε θανάσιμο πλήγμα εναντίον της θεωρίας της αυτόματης γένεσης. Όπως όμως συμβαίνει πάντοτε με τις μεγαλοφυείς καινοτομίες και όπως έγινε με πολλές από τις ανακαλύψεις του Μαλπίγγι και με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος, όπως θα δούμε αργότερα, ο δρόμος για την επικράτησή τους δεν είναι τόσο εύκολος. Το τείχος της αμάθειας και της πνευματικής οκνηρίας, που είναι τόσο πιο βολική από τον ανικανοποίητο προβληματισμό, τους κλείνει το δρόμο. Έτσι και ο Ρέντι, κοντά στους υποστηρικτές και οπαδούς του είχε να αντιμετωπίσει και λυσσώδεις αντιπάλους. Στάθηκε ένας από τους πρωτοπόρους της νέας εποχής που άνοιγε ο 17ος αιώνας.