14/2/09

Οι Ακαδημίες [53]

Το νέο πνεύμα του ουμανισμού, που ονειρευόταν μια πανανθρώπινη κοινότητα και στρεφόταν ορμητικά προς έναν πολιτισμό, που θα ξεπερνούσε τα όρια του μεσαιωνικού (κλεισμένου στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών και προνομίου των λίγων), με την αδιάκοπη επαφή και τη στενή συνεργασία των επιστημόνων, το είχε ήδη συλλάβει διαισθητικά ο Δάντης. Το πνεύμα αυτό αποτυπώνεται στις πρώτες σελίδες του «Συμποσίου» του, της επιστημονικής εκείνης πραγματείας του, που έμεινε ατέλειωτη. Την είχε γράψει στη λαϊκή γλώσσα. Ήταν η πρώτη φορά που ένα επιστημονικό κείμενο, που έπρεπε κατά την παράδοση να γραφεί λατινικά, δινόταν στη γλώσσα του λαού, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν όλοι στο πνευματικό συμπόσιο: ο πολιτισμός γινόταν νοητός σαν πανανθρώπινη υπόθεση, όχι μόνον ως θεωρία, αλλά και στην πράξη.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΕΣ
Η διαίσθηση του Δάντη, που είχε από τα πράγματα σταματήσει στο επίπεδο των προθέσεων, με τον ουμανισμό γίνεται συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο πολιτισμός γίνεται νοητός ως υπόθεση όλων των ανθρώπων πέρα από εθνικά όρια: από την εποχή του Πετράρχη η αλληλογραφία μεταξύ των μεγάλων ουμανιστών γίνεται πιο πυκνή και πιο περιεκτική, καλύπτοντας σαν δίχτυ, πρώτα την ιταλική χερσόνησο και ύστερα την Ευρώπη ολόκληρη. Στις σελίδες της αλληλογραφίας αυτής βρίσκει κανείς τις αγωνίες, τα ερωτηματικά και τις απαντήσεις ενός κόσμου που διψούσε για την αλήθεια. Ο ένας ζητάει πληροφορίες για κάποιο παλιό χειρόγραφο ή έναν αρχαίο κώδικα, ο άλλος εκθέτει τις αμφιβολίες του σχετικά με την ερμηνεία ενός χωρίου από κάποιο κλασικό κείμενο. Αυτοί που πήραν τις επιστολές απαντούν, στέλνοντας το χειρόγραφο που τους ζητήθηκε, δίνοντας απάντηση στις αμφιβολίες, προτείνοντας λύσεις, συζητώντας, διαφωνώντας. Ο πολιτισμός ξέφυγε από τα μεσαιωνικά τείχη, για να γίνει κτήμα όλο και πιο πολλών ανθρώπων.
Σιγά - σιγά αυτή η ανάγκη της ανταλλαγής ιδεών και γνωμών, ανάμεσα στους ανθρώπους που παρουσιάζονται ιεροφάντες του νέου πνεύματος, γίνεται αρκετά πιεστική, ώστε να μη μπορεί να ανεχθεί τη βραδύτητα της αλληλογραφίας και τις περιορισμένες της δυνατότητες. Ζήτησαν να αντικαταστήσουν την επιστολή με το ζωντανό διάλογο. Έτσι βλέπουμε του σοφούς της εποχής (φιλόσοφους, επιστήμονες, φιλόλογους, λόγιους) να σμίγουν από καιρό σε καιρό, να συζητούν και να φιλονικούν ακόμα στο όνομα της αλήθειας.
Ο Μαρσίλιο Φιτσίνο, εκφραστική φυσιογνωμία του νέου πνεύματος, κληρικός στο επάγγελμα, δεν αποκαλεί πια τους φίλους του «αδελφούς εν Χριστώ», αλλά «αδελφούς εν αληθεία». Για τον Φιτσίνο, φυσικά, Χριστός και αλήθεια ήταν ταυτόσημες έννοιες: δεν είχε ακόμα εμφιλοχωρήσει εκείνη η διάσταση μεταξύ πίστης και επιστήμης που σφραγίζει τους κατοπινούς αιώνες. Προτιμούσε πάντως να ονομάζει το Χριστό Αλήθεια, παρά την Αλήθεια Χριστό.
Ο Φιτσίνο είναι κι ο ιδρυτής της πρώτης πραγματικής ακαδημίας, γιατί το «Κόρους Ακαντέμιε Φλορεντίνε», που προηγήθηκε χρονικά, δεν ήταν παρά ένα εφήμερο, όχι τόσο λαμπρό πείραμα. Τώρα όμως οι ουμανιστές έχουν ανακαλύψει κάτι νέο: τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Αυτοί που έφεραν την πλατωνική φιλοσοφία είναι φυσικά Έλληνες: η ξεχωριστή φυσιογνωμία του Γεωργίου Γεμιστού, πιο γνωστού ως Πλήθωνα και η στρατιά των σοφών που αποφεύγοντας την τουρκική λαίλαπα ζήτησαν, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, καταφύγιο στη Δύση. Μια μικρή δημοκρατία διανοητών ιδρύεται: η Πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας, που εμπνέεται από την Ακαδημία των Αθηνών.
Την ακαδημία του Φιτσίνο ακολουθούν σύντομα η Ποντανιανή Ακαδημία της Νάπολι, ο Πομπονιανή στη Ρώμη και η Αλδίνα στη Βενετία, που το κύριο ενδιαφέρον τους στρέφεται προς την αρχαιολογία και τη φιλολογία.
Η εργασία στις ακαδημίες αυτές είναι εντατική και ο ενθουσιασμός ασυγκράτητος τόσο, που από την Ακαδημία της Ρώμης εξαπολύονται, στο όνομα της ελευθερίας της σκέψης, οι πρώτες επιθέσεις κατά του Καθολικισμού. Ο Πάπας αντιτίθεται κι οι εκκλησιαστικές αρχές κλείνουν προληπτικά την Ακαδημία.

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Αλλά ο αρχικός ενθουσιασμός υφίσταται την αποθαρρυντική επίδραση των αλλεπάλληλων πολιτικών μεταβολών και σύντομα μαραίνεται. Με την έλλειψη ελευθερίας και την κυριαρχία της αυθαιρεσίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο, οι φιλόσοφοι, οι φιλόλογοι, οι αρχαιολόγοι, οι επιστήμονες που ακόμα δεν έχουν ξεχωρίσει την επιστήμη από τη φιλοσοφία, ίσως και την αστρολογία, εγκαταλείπουν τους προβληματισμούς τους. Μοναδικό τους μέλημα γίνεται τώρα ο θαυμασμός του ωραίου στην τέχνη του λόγου. Και οι ακαδημίες μεταβάλλονται σε συγκεντρώσεις λογίων, συχνά επιπόλαιων, που αλληλοθαυμάζονται ή αλληλοϋποβλέπονται. Αντί για τα φλέγοντα προβλήματα της ζωής, συζητούν ωραιολογώντας τα αφηρημένα προβλήματα της τέχνης του λόγου. Κάτω από ονόματα κωμικά, οι ακαδημίες αυτές αγωνίζονται να καλύψουν το πνευματικό τους κενό και τα επιπόλαια ενδιαφέροντά τους.
Πάντως, κάτι πραγματοποιείται στις συναντήσεις των ουμανιστικών αυτών ακαδημιών. Κι αυτό αφορά την οργάνωσή τους προς ένα πρότυπο που πλησιάζει τις νεώτερες ακαδημίες: επεξεργάζονται καταστατικά, δημιουργούν εσωτερική ιεραρχία, ορίζουν δικά τους εμβλήματα και το σπουδαιότερο: κάνουν τις συγκεντρώσεις των μελών τους τακτικές.
Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά των Ακαδημιών ή Εταιρειών του 16ου αιώνα που αποτελούν την πιο εύγλωττη έκφραση των πνευματικών ανησυχιών ενός αιώνα που προετοίμαζε τον 17ο.

ΟΙ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΤΟΝ 17ο ΑΙΩΝΑ
Ενώ η περίφημη Ακαδημία της Κρούσκα, ιδρυμένη το 1582, συνέχιζε το έργο του καθαρμού της ιταλικής γλώσσας, έστω και με μια δόση σχολαστικότητας, γεννήθηκαν οι δύο πρώτες επιστημονικές ακαδημίες: η Ακαδημία των Λίντσι και η Ακαδημία του Τσιμέντο. Ο Γαλιλαίος είχε στενές σχέσεις και με τις δύο.
Πρώτη ιδρύθηκε η Ακαδημία των Λίντσι (Accademia dei Lincei), το 1603, από τον πρίγκιπα Φεντερίκο Τσέζι, τον Φεντερίκο Στελούτι ντα Φαμπριάνο, τον Αναστάζιο ντε Φίλιις ντα Τέρνι και τον Φλαμανδό γιατρό Γιαν Χεκ. Ο Τσέζι ήταν τότε 18 χρονών και οι άλλοι τρεις δεν ξεπερνούσαν τα 26. Το όνομα της ακαδημίας ήταν παρμένο από το έμβλημά της που παρίστανε ένα λύγκα, το ζώο με το οξύ βλέμμα, πλαισιωμένο από ένα κλαδί δάφνης.
Κατά το έμβλημα και το όνομα ήταν και το πρόγραμμα της ακαδημίας: η διείσδυση με οξύ και κριτικό πνεύμα στα μυστήρια της φύσης. Και στο ιδανικό αυτό αφιέρωσαν οι Λίντσι, ακόμα και τις περιουσίες τους.
Η πρώτη συγκέντρωση της Ακαδημίας έγινε τον Αύγουστο του 1603. Η στενοκεφαλιά όμως του περιβάλλοντος εκδηλώθηκε αμέσως, με πρωτοστάτη μάλιστα τον πατέρα του Τσέζι, που κατόρθωσε με τις μηχανορραφίες του να αναγκάσει σ’ ένα χρόνο τον Χεκ να γυρίσει στην πατρίδα του την Ολλανδία. Αλλά κι από εκεί ο Χεκ, ο παλιός σύντροφος των ενθουσιασμών και των απογοητεύσεων δεν έπαυε με πυκνή αλληλογραφία να εκδηλώνει τις θερμές του προθέσεις και να εμψυχώνει τους άλλους. Όταν ύστερα από χρόνια, το 1614, μπόρεσε να επιστρέψει στη Ιταλία, η Ακαδημία των Λίντσι είχε μπει στο στάδιο της ωριμότητας. Ο κύκλος της είχε πλατύνει. Σε λίγο (1615) γινόταν και ο Γαλιλαίος μέλος της. Το 1625 ο αριθμός των μελών της, Ιταλών και μη, είχε φτάσει τους 32, χωρίς καν να έχει ακόμα μόνιμη έδρα. Οι συναντήσεις γίνονταν στα σπίτια των μελών της, καρποί των οποίων υπήρξαν μερικές από τις πιο θαυμάσιες επιστημονικές εκδόσεις όλων των εποχών. Εδώ ανήκουν οι επιστολές του Γαλιλαίου «Περί των κηλίδων του Ηλίου», ο θαυμάσιος «Πειραματιστής» (1622) και ο «Μεξικάνικος Θησαυρός» (1651) του Τσέζι.
Η ζωή της Ακαδημίας των Λίντσι αρχίζει να μαραίνεται βαθμιαία με το θάνατο του Τσέζι, που ήταν η ψυχή της δραστηριότητάς της, σε ηλικία 45 ετών, το 1630.

Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟ
Το πνεύμα όμως των Λίντσι δε σβήνει, για να επιβιώσει ύστερα από 27 χρόνια στη Φλωρεντία με την ίδρυση, από τον πρίγκιπα Λεοπόλδο της Τοσκάνης, της Ακαδημίας του Τσιμέντο με έμβλημα το ρητό του Δάντη «δοκιμάζοντας και ξαναδοκιμάζοντας». Το ρητό και το όνομα της Ακαδημίας (τσιμέντο = πείραμα) αποκαλύπτουν το πνεύμα της που στηριζόταν στην πειραματική απόδειξη κάθε επιστημονικού ισχυρισμού.
Αλλά και η Ακαδημία αυτή, όση φήμη κι αν απέκτησε, είχε ζωή σύντομη. Η δράση της κράτησε από το 1657 έως το 1666. Τα πορίσματα της εργασίας αυτής, που συγκεντρώθηκαν από το Μαγκαλόττι και δημοσιεύτηκαν το 1667 με τίτλο «Δοκίμια φυσικών πειραμάτων», μαρτυρούν τη μεγαλοφυΐα των μελών της. Ανάμεσά τους υπάρχουν ονόματα, όπως του Ρέντι, του Βιβιάνι, του Μπορέλλι και του Στένωνα, που ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας στο εξωτερικό.
Η μεγαλύτερη όμως προσφορά των δύο Ακαδημιών, των Λίντσι και του Τσιμέντο, υπήρξε ότι στάθηκαν υπόδειγμα για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και πρότυπα για την ίδρυση των δικών τους Ακαδημιών.

ΟΙ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΥΡΩΠΗ
Στα πρότυπα αυτά ιδρύθηκαν π.χ. η Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, για την οποία μας δόθηκε πολλές φορές ευκαιρία να μιλήσουμε. Αυτή είχε τον πιο διεθνή χαρακτήρα από κάθε άλλη ακαδημία του 17ου αιώνα.
Στη Γαλλία, κοντά στο Βασιλικό Κήπο, ιδρύεται η Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά ιδρύματα του κόσμου, χωρίς πια τον τίτλο της «Βασιλικής».
Στα χρόνια που ακολουθούν, ιδρύονται εκατοντάδες ακαδημίες στην Ευρώπη, άλλες με μεγαλύτερη και άλλες με μικρότερη φήμη, που όλες όμως εκφράζουν το πνεύμα των νέων καιρών. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι πιο πολλές από τις ακαδημίες αυτές πρόκοψαν και επιβίωσαν μέχρι τις ημέρες μας, αντίθετα με τα πρότυπά τους, τις ιταλικές ακαδημίες, που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν περισσότερο από λίγα χρόνια στις αντιξοότητες του περιβάλλοντος.

12/2/09

Τα μουσεία [52]

Η ανανεωτική ορμή του 17ου αιώνα, που όμοιά της δεν έχει καμιά άλλη εποχή στην ιστορία της ιατρικής, δεν επιδιώκει το νέο μόνον από τη θεωρητική του άποψη, αλλά και για την πρακτική του πλευρά.
Η επιδίωξη του νέου είναι άλλωστε ένα γενικότερο χαρακτηριστικό του αιώνα για τον οποίον μιλάμε. Αρκεί να στραφεί κανείς προς την πλευρά της τέχνης και ιδίως της λογοτεχνίας για να διαπιστώσει ότι τόσο η νοοτροπία των ποιητών του μπαρόκ, όσο και η επάνοδος με επιμονή στο κλασικό πρότυπο των αντιπάλων τους έχουν κάτι το κοινό: την αναζήτηση του νέου. Οι πρώτοι, θέλουν να καταπλήξουν με την πρωτοτυπία τους, οι δεύτεροι αναζητούν τα πρότυπά τους στους κλασικούς εκείνους που είτε κανείς μέχρι τότε δεν είχε μιμηθεί, όπως στον Πίνδαρο, είτε σε εκείνους που μόλις είχαν ανακαλυφθεί τα έργα τους, όπως στον Ανακρέοντα.
Μέσα στον οργασμό αυτό των καινοτομιών, των ερευνών και των ανακαλύψεων, δημιουργείται κάποια στιγμή κι η ανάγκη της οργάνωσης του υλικού που αδιάκοπα συγκεντρώνεται. Έτσι στο θεωρητικό τομέα βλέπει κανείς να γίνεται πολύ αισθητή η ανάγκη μιας αναταξινόμησης που περιλάμβανε σε μια συστηματική κατάταξη όλο το παλαιό και το νέο υλικό της γνώσης. Στον πρακτικό τομέα βλέπουμε να παρουσιάζεται ένας νέος θεσμός, ό,τι ονομάζουμε σήμερα «μουσείο φυσικής ιστορίας».

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ
Από τα τέλη του 16ου αιώνα βλέπουμε εδώ κι εκεί μερικούς επιστήμονες να οργανώνουν κάποιο μικρό ιδιωτικό βοτανικό κήπο για τις μελέτες και τις παρατηρήσεις τους. Ακόμα παλαιότερα, κάτι τέτοιο είχε ιδρύσει και ο γνωστός μας Φρακαστόρο, από όπου και προέβαινε σε τολμηρή κριτική του Πλίνιου του Πρεσβύτερου.
Για τέτοιες ιδιωτικές συλλογές που το υλικό τους στην πλειονότητα χάθηκε, ενώ μερικά κομμάτια μπορεί να συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερες συλλογές, έχουν διασωθεί μόνον πληροφορίες και σε μερικές περιπτώσεις και αναπαραστάσεις. Στις τελευταίες ανήκει ο Βοτανικός κήπος του Ιμπεράτο (1550-1631) από τη Νάπολη. Φαρμακοποιός από εκείνους που βρίσκονταν σε συνεχή διαμάχη με τους γιατρούς για τα δικαιώματα της φαρμακοθεραπείας, ο Ιμπεράτο έζησε σ’ ένα αιώνα, που το πάθος για την αλήθεια ήταν πιο ισχυρό από τις στείρες πολεμικές. Μελετητής της Φυσικής Ιστορίας με πάθος, οργάνωσε ένα βοτανικό κήπο, στον οποίο συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών και εξωτικών ζώων, που τα βλέπουμε σε μια ωραία χαλκογραφία της «Φυσικής Ιστορίας» του. Το βιβλίο αυτό δημοσιεύτηκε σε 28 τόμους στη Νάπολι το 1599. Είχε ακόμα και μια ωραία συλλογή ορυκτών. Το έργο του, για το οποίο μόλις μιλήσαμε, είναι ένας εκτεταμένος κατάλογος φυτών, ορυκτών, πολύτιμων λίθων και απολιθωμάτων που είχε μελετήσει ο Ιμπεράτο.
Σε μια άλλη του πραγματεία «Περί απολιθωμάτων» (Νάπολι, 1610), διατυπώνει την υπόθεση ότι πρέπει τα τωρινά βουνά να σκεπάζονταν κάποτε από θάλασσα. Την άποψή του αυτή στηρίζει σε παρατηρήσεις γεωλογικού χαρακτήρα, που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του με τον τίτλο «Δοκίμιο περί των μεταβολών των χωρών» (Βενετία, 1672). Εκεί μιλάει και για το ρόλο των βραδυσεισμικών κινήσεων, στις οποίες αποδίδει την καταγωγή των βουνών.
Με όλα αυτά τα προσόντα του, ο Ιμπεράτο μπορεί να θεωρηθεί από τους πρώτους οργανωτές ενός πραγματικού μουσείου φυσικής ιστορίας. Στο χώρο του, βρίσκονται, το ένα δίπλα στο άλλο, ζώα, ορυκτά και απολιθώματα, όσο κι αν η τοποθέτησή τους δεν κατευθύνεται από σαφή επιστημονικά, αλλά περισσότερο από διακοσμητικά κριτήρια. Αλλά μήπως και το μουσείο του Ρούις, για το οποίο έχουμε αλλού μιλήσει διεξοδικά,
[1] ήταν κάτι διαφορετικό; Πρέπει να έμοιαζε πολύ με το βοτανικό κήπο του Ιμπεράτο, αν κρίνει κανείς από τις εικόνες που διασώθηκαν, δίνοντας μια γενική εντύπωση για το είδος των συλλογών αυτών.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ
Ο 17ος αιώνας θα είναι πάλι εκείνος που θα δώσει στο μουσείο την αληθινή του υπόσταση, μεταβάλλοντάς το από ιδιωτική συλλογή αξιοπερίεργων σε οργανικό και συστηματικά διαρθρωμένο σύνολο, προορισμένο για τη μελέτη και την έρευνα.
Το πρώτο μουσείο τέτοιου τύπου ιδρύθηκε στη Βιέννη από τους Ιησουίτες, με τη βοήθεια του Φερδινάνδου Β'. Σκοπός του ήταν η διδασκαλία. Όταν οι Ιησουίτες είδαν την επιτυχία του έργου τους, επανέλαβαν την απόπειρα στη Ρώμη, ιδρύοντας εκεί το «Μουσείο Φυσικής Ιστορίας» με εμψυχωτή και διευθυντή του τον Αθανάσιο Κίρχερ («Κιρχεριανό Μουσείο»). Το μουσείο αυτό διατηρείται και σήμερα στη Ρώμη ως «Εθνολογικό Μουσείο».
Πολύ γρήγορα τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάστηκαν, γιατί η χρησιμότητα, αν όχι η αναγκαιότητά τους, για τη μελέτη και τη διδασκαλία ήταν προφανής. Η ανάγκη πάντως να αντιλαμβάνεται ο μαθητής, από άμεση εποπτεία, ό,τι του δίδασκαν, γινόταν κάθε μέρα και πιο αισθητή. Καλούσαν ικανούς σχεδιαστές για να αναπαραστήσουν σε εικόνες ό,τι έβλεπαν, π.χ. στο μικροσκόπιο.
[2] Ο μαθητής ή ο ακροατής έπρεπε να συλλαμβάνει με τις αισθήσεις του το ζώο, το φυτό, το ανατομικό παρασκεύασμα για το οποίο διδασκόταν.
Οι ανάγκες της εποπτικής διδασκαλίας δεν οδήγησαν μόνο στην ίδρυση των μουσείων, αλλά συνετέλεσαν και στην ανακάλυψη νέων μεθόδων παρασκευής και διατήρησης του βιολογικού υλικού. Από τις ενέσεις του Ρούις με το κηρώδες υλικό, πέρασαν στη διατήρηση μέσα σε διάφορα υγρά. Άρχισαν με την τερεβινθίνη, για να καταλήξουν το 1663 στο οινόπνευμα, με βάση την αυθεντική γνώμη του Μπόιλ.

ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΥΡΩΠΗ
Το πρώτο μεγάλο μουσείο στην Αγγλία ήταν εκείνο της «Βασιλικής Εταιρείας», αν κι έδινε περισσότερο την εντύπωση ιδιωτικής συλλογής. Ακολουθούν το «Ασμόλειο Μουσείο» της Οξφόρδης (1685) και η μεγάλη συλλογή του Χανς Σλόαν (1660-1753), διάδοχου του Νεύτωνα στην προεδρία της «Βασιλικής Εταιρείας» και αρχίατρου του Γεωργίου Β' της Αγγλίας. Τα μουσεία και η συλλογή αυτή, που κληροδοτήθηκε από τον κάτοχό της στο κράτος, μετά το θάνατό του, αποτέλεσαν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, χωρίς αμφιβολία ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Στη Γαλλία, το πρώτο μουσείο οργανώνεται γύρω από το Βασιλικό Κήπο, που ιδρύθηκε το 1626 με πρώτο διευθυντή τον Γκι ντε λα Μπρος. Τον αιώνα που ακολούθησε υπήρξε διευθυντής του και ο μεγάλος φυσιοδίφης Μπυφφόν (1707-1788). Τότε δημιουργήθηκε εκεί ένα μεγάλο μουσείο με το όνομα Βασιλικό Περίπτερο. Μετά την Επανάσταση τα ονόματα άλλαξαν: το Βασιλικό Περίπτερο έγινε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και ο Βασιλικός Κήπος, Βοτανικός Κήπος. Τα δυο αυτά ιδρύματα πολύ σύντομα απέκτησαν παγκόσμια φήμη.
Έτσι ο 17ος αιώνας, κοντά στους τόσους φωτισμένους νεωτερισμούς του, μας πρόσφερε μια ακόμα μορφή διάδοσης του πολιτισμού και συγκέντρωσης στοιχείων πολύτιμων για την ανάπτυξη των επιστημών: το μουσείο. Αν αναλογιστούμε τη σημασία που απέκτησαν τα μουσεία αυτά για την επιστήμη, στον αιώνα που ακολούθησε, θα δούμε για άλλη μια φορά, πόσο οφειλέτες είμαστε στους «πρώτους άγιους του σύγχρονου κόσμου», όπως τους αποκαλεί ο ντε Σάνκτις, τους διαλεκτούς εκείνους ανθρώπους του 17ου αιώνα, που χωρίς το δικό τους έργο δε θα ήταν ποτέ νοητή η πρόοδος των αιώνων που ακολούθησε.


[1] Όχι τόσο μουσείο, όσο συλλογή αξιοπερίεργων, που θα είχαν τη θέση τους και στο πλαίσιο μιας εμποροπανήγυρης.[2] Ας θυμηθούμε τους θαυμάσιους πίνακες των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων του Σβάμμερνταμ.