16/2/09

Μεταξύ δεισιδαιμονίας και φανατισμού [54]

Επανειλημμένα μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε για τις αντιφάσεις (συχνά τόσο έντονες, που να προκαλούν την κατάπληξη) του επαναστατικού εκείνου 17ου αιώνα.
Μια από τις αντιφάσεις αυτές, η πιο περίεργη, είναι η επιβίωση, μέσα στο κλίμα της τόσο πλούσιας σε ανακαλύψεις κι αποφασιστικής για την ανθρώπινη σκέψη και την επιστήμη εποχής, προλήψεων και δεισιδαιμονιών του παρελθόντος. Στον αιώνα των πειραμάτων, της ιατρομηχανικής και ιατροχημικής θεωρίας, στον αιώνα του Γαλιλαίου, βλέπει κανείς να επιζούν και να αναβιώνουν από το παρελθόν, τάσεις ασυμβίβαστες με το πνεύμα του. Μια ομάδα ιατρών και φιλοσόφων επηρεάζεται ακόμα από την αλχημεία μεσαιωνικού τύπου που, όπως ξέρουμε, περιείχε μεγάλη δόση μαγικού και αστρολογικού στοιχείου. Αρκετές φορές αυτοί οι γιατροί και οι φιλόσοφοι εμφανίζονται να συνεργάζονται με προοδευτικά πνεύματα σε νεωτεριστικά έργα. Τέτοια είναι η περίπτωση του Κένελμ Ντίγκμπι, ενός από τους ιδρυτές της περίφημης Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου, που η ιατρική του ελάχιστα ξεπερνούσε τα όρια της αγυρτείας.

Η ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ ΑΚΜΑΖΕΙ
Μια φυσιογνωμία αυτού του είδους, με ορισμένες πάντως αξιόλογες απόψεις, είναι ο Άγγλος Ρόμπερτ Φλουντ (1574-1637), που είχε κάνει τις ιατρικές του σπουδές στην Οξφόρδη. Μετά το τέλος των σπουδών του έκανε πολλά ταξίδια, ώσπου κάποτε επέστρεψε στο Λονδίνο για να ασκήσει με επιτυχία το ιατρικό επάγγελμα.
Ο Φλουντ ήταν φανατικός οπαδός της μυστικιστικής αίρεσης των Ροδοσταυριτών, που πίστευαν ότι βρίσκονταν σε άμεση επαφή με το Θεό, από τον Οποίο αντλούσαν τη χάρη μιας ανώτερης γνώσης. Έτσι θεράπευε τους αρρώστους του εφαρμόζοντας ψυχοθεραπευτικά μέσα, μιλώντας τους σε μια γλώσσα που ανακάτευε το μυστικισμό με την αγυρτεία, το Θεό με τη χημεία και την ιατρική με τη μεταφυσική.
Συνεπής οπαδός της «μεταφυσικής φιλοσοφίας» του Νικόλα Κουζάνους, ερμήνευε τον κόσμο και τα φαινόμενά του ως αποτέλεσμα της «συγκυρίας των αντιθέσεων», ως μια σταθερή πάλη φωτός και σκότους, θερμού και ψυχρού, στερεού και υγρού. Όλη η σκέψη του ήταν μια ψευτοσύνθεση της θεωρίας των χυμών, της φιλοσοφίας του Κουζάνους, του μυστικισμού των Ροδοσταυριτών και της αλχημείας. Φαντάζεται φυσικά κανείς τα θεραπευτικά αποτελέσματα τέτοιων θεωριών στους ασθενείς του.
Παρόλα αυτά υπήρχε μια άποψη στο έργο του Φλουντ που μπορεί να μην ενδιαφέρει άμεσα την ιστορία της ιατρικής, αλλά εξηγεί πώς τον δέχονταν ως συνομιλητή, άνθρωποι σαν τον Κέπλερ και τον Γκασσέντι: στο θεωρητικό οικοδόμημα της φιλοσοφίας του γινόταν η απόπειρα να εισαχθεί ως στοιχείο και το πείραμα.

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ
Μια άλλη τυπική φυσιογνωμία αυτού του τύπου, ακόμα πιο αλλόκοτη, ήταν ο σερ Κένελμ Ντίγκμπι, που αναφέραμε πιο πάνω ως ιδρυτικό μέλος της Royal Society. Γεννήθηκε το 1608, σπούδασε στην Οξφόρδη και υπήρξε μαθητής του μεγάλου μαθηματικού Τόμας Άλεν, που προέβλεπε γι’ αυτόν μεγάλα πράγματα.
Η ζωή του αρχίζει με μια σειρά πολιτικών και συναισθηματικών περιπετειών
[1] και καταλήγει στην πειρατεία, στην οποία επιδόθηκε με τη συγκατάθεση του βασιλιά της Αγγλίας Καρόλου Α'. Σε δυο μόνο μήνες είχε συλλάβει στη Μεσόγειο μερικά ισπανικά και φλαμανδικά μπριγαντίνια,[2] είχε νικήσει το γαλλικό στόλο στην Αλεξανδρέττα κι επέστρεφε θριαμβευτής στην πατρίδα του. Λόγω των καθολικών του πεποιθήσεων εγκατέλειψε και πάλι την Αγγλία, επιδόθηκε στην Ευρώπη στη διπλωματία, χωρίς πάντως πολλή επιτυχία, για να ακολουθήσουν άλλες περιπέτειες που τον συνόδευσαν ως το θάνατό του, το 1665.
Ο Ντίγκμπι έγραψε απομνημονεύματα και θρησκευτικές πραγματείες, σχολίασε φιλοσοφικά και φιλολογικά έργα και τέλος εξάσκησε και την ιατρική του, θα έλεγε κανείς με επιτυχία. Πίστευε απόλυτα στην αλχημεία και την αστρολογία, πρόβαλλε τον εαυτό του ως θαυματουργό και η επιστημονική του επιχειρηματολογία στα ιατρικά του έργα, που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του, δεν περιέχει βεβαίως στοιχεία σοβαρότητας. Παρόλα αυτά υπήρξε ευφυής πρόμαχος της θεωρίας του Χάρβεΐ για την κυκλοφορία του αίματος και μόχθησε για τη διάδοσή της.
Την επιτυχία του στην εξάσκηση του επαγγέλματος τη χρωστούσε στη «σκόνη της συμπάθειας», που όπως ο ίδιος βεβαίωνε, είχε μάθει το μυστικό της στη Φλωρεντία από έναν Καρμηλίτη μοναχό. Η σκόνη αυτή έγινε πολύ σύντομα το φάρμακο της μόδας στην Αγγλία, σε σημείο που να προσκληθεί με το θαυματουργό του προϊόν για να θεραπεύσει επίσημο λόρδο που είχε ως θεραπευτές προσωπικότητες της φήμης του Λοκ, του Σύντενχαμ και του Γκλίσσον.
Πάντως ο διπλωμάτης, τυχοδιώκτης και τσαρλατάνος αυτός γιατρός έχει τη θετική του πλευρά στον τομέα της φιλοσοφίας, όπου παρουσιάζεται να αντιτίθεται στον ατομισμό του Σεβερίνο, που είχε διαδοθεί στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την «τεχνική και λεπτολόγο ανατομική». Η πλευρά του όμως αυτή δε συνδέεται άμεσα με την ιστορία της ιατρικής. Έτσι ο Ντίγκμπι μένει η έκφραση μιας αντινομίας, αρκετά πάντως αντιπροσωπευτικής για τον αιώνα της καθολικής προόδου που έζησε.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Δεν φαίνεται καθόλου περίεργη η απόκτηση τέτοιας φήμης από τον Ντίγκμπι, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην εποχή του εξακολουθούσε ο λαός να πιστεύει στη θεραπευτική δύναμη της «επίθεσης των χειρών του βασιλέως». Η πεποίθηση αυτή έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Ακόμα και οι πιο σκεπτικιστές αυτοκράτορες της Ρώμης, όπως ο Βεσπασιανός, φημίζονταν για τη θαυματουργική δύναμη της επαφής των χεριών τους. Ήταν κι αυτός ένας λόγος που εξέχοντα πνεύματα, όπως ο Ρίτσαρντ Γουάιζμαν, ο μεγαλύτερος χειρουργός του αιώνα, δεν έπαιρναν θέση στο θέμα. Το ίδιο ισχύει και για τον Τόμας Μπράουν στο έργο του «Επιδημική ψευδοδοξία» (Λονδίνο, 1646), που θα ήταν ο πιο κατάλληλος χώρος για να χαρακτηριστεί σωστά η παράλογη αυτή πεποίθηση. Πράγματι ο Μπράουν, ενώ ανασκευάζει στο έργο του πολλές λαϊκές πλάνες και σαν πεπεισμένος οπαδός του Βάκωνα διακηρύσσει ότι το μοναδικό θεμέλιο της πραγματικής επιστήμης είναι το πείραμα, αγνοεί τελείως το θέμα της ιαματικής δύναμης των χεριών του βασιλιά.
Κι όμως. Ακριβώς τότε κυκλοφορούσε ένα έργο με τίτλο «Περί της θαυματουργού δύναμης της ίασης των χοιράδων, που δόθηκε από το Θεό στο βασιλιά της Γαλλίας». Συγγραφέας του ήταν ο Αντρέ ντε Λοράν, που αποτελούσε το γαλλικό αντίστοιχο του σερ Κένελμ Ντίγκμπι. Και ο ντε Λοράν είχε καταφέρει να καταλάβει μια έδρα της ιατρικής στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ! Η περίεργη αυτή προσωπικότητα, αφού πρώτα εκφράζει την πίστη του στη θεραπευτική δύναμη των βασιλικών χεριών κατά των χοιράδων,
[3] προχωρεί στο πιο εντυπωσιακό σημείο της εργασίας του: η δύναμη αυτή δεν είναι δοσμένη σε οποιονδήποτε βασιλιά. Είναι δώρο αποκλειστικό του Θεού προς το βασιλιά της Γαλλίας! Οι Άγγλοι φυσικά είχαν τη δική τους άποψη και ο Κάρολος Β' της Αγγλίας διέτρεχε τη χώρα του από άκρου σε άκρο, αγγίζοντας τους χοιραδικούς και αποκτώντας την εύνοια του λαού.
Τώρα πώς συμβιβαζόταν η τέλεια γνώση του θέματος από τον ντε Λοράν, που είχε πράγματι δώσει την πιο αξιόλογη και πιο πλήρη περιγραφή της χοιράδωσης, με την υποστήριξη ενός τέτοιου παραλογισμού, αυτό μένει μυστήριο.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΚΛΑΪΚΕΥΣΗΣ
Στο τέλος, πάντως, ούτε οι οπαδοί της αστρολογίας και της μαγείας υπήρξαν άχρηστοι για την επιστήμη. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχει μια περίεργη μορφή, ιατρός, αστρολόγος και βοτανολόγος μαζί, αλλά και συνεχιστής, στον τομέα του, του έργου που είχε αρχίσει ο Παρέ και προπαντός ο Καρτέσιος και ο Γαλιλαίος: να κάνουν την επιστήμη προσιτή σε πιο πολλούς, εγκαταλείποντας τη λατινική και χρησιμοποιώντας την ομιλούμενη γλώσσα στο έργο τους. Ήταν ο Νικόλαος Κιούλπερερ, που πρώτα ως πανεπιστημιακός βοηθός στο Καίμπριτζ και ύστερα ως βοηθός φαρμακείου στο Bishopsgate είχε συλλάβει τη σημασία της προσφοράς στο πλατύτερο κοινό των έργων των μεγάλων στην αγγλική γλώσσα. Έτσι άρχισε με τη μετάφραση της «Μικρής Τέχνης» του Γαληνού, για να συνεχίσει με διάφορα έργα, στα οποία περιλαμβάνονται και πραγματείες του Γκλίσσον και να καταλήξει στην περίφημη «Φαρμακοποιία» του Λονδίνου.
Με το τελευταίο αυτό έργο του κίνησε την αντιπάθεια και την εχθρότητα επίσημων πνευματικών ανθρώπων που εξακολουθούσαν να πιστεύουν, σύμφωνα με την παράδοση, στην ανάγκη να είναι η Φαρμακοποιία γραμμένη στη λατινική. Παρόλα αυτά το έργο του Κιούλπερερ υπήρξε αξιόλογο και αποκάλυψε την ευαισθησία του απέναντι στις ανάγκες της νέας εποχής, στην επιτακτική απαίτηση των καιρών να εγκαταλείψει η επιστήμη τους τοίχους των μοναστηριών και των επίσημων σχολών και να γίνει κοινό κτήμα των ανθρώπων.Το μεταφραστικό έργο του βρήκε μεγάλη διάδοση. Βρισκόμαστε ακριβώς στον αιώνα των αποικισμών. Στις αποικίες, οι πιο καλλιεργημένοι τουλάχιστον διάβαζαν αγγλικά, ολλανδικά ή πορτογαλικά και τα βιβλία του Κιούλπερερ έγιναν δεκτά, ιδίως στις βορειοαμερικανικές αποικίες, όπως το μάννα στην έρημο. Την πρώτη έκδοση του 1653 ακολούθησε σειρά ολόκληρη άλλων εκδόσεων. Βλέπει, δηλαδή, κανείς ότι και προσωπικότητες δεύτερης τάξης μπορούν να καταλάβουν τις ανάγκες των καιρών.


[1] Όπως έλεγε, τον είχε ερωτευθεί παράφορα και η βασίλισσα της Γαλλίας Μαρία των Μεδίκων.[2] Τύπος ιστιοφόρου σκάφους (ιταλ. brigantino), που χρησιμοποιήθηκε ευρέως τον 16ο αιώνα, κυρίως στη Μεσόγειο και στις θάλασσες της βόρειας Ευρώπης. Είχε χωρητικότητα 150-300 τόνων και ήταν το μικρότερο ιστιοφόρο ανοικτής θάλασσας με τετράγωνα πανιά. Στην επανάσταση του 1821, έτσι αποκαλούσαν τα μπρίκια.[3] Επρόκειτο κατά κανόνα για φυματιώδη αδενίτιδα.

14/2/09

Οι Ακαδημίες [53]

Το νέο πνεύμα του ουμανισμού, που ονειρευόταν μια πανανθρώπινη κοινότητα και στρεφόταν ορμητικά προς έναν πολιτισμό, που θα ξεπερνούσε τα όρια του μεσαιωνικού (κλεισμένου στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών και προνομίου των λίγων), με την αδιάκοπη επαφή και τη στενή συνεργασία των επιστημόνων, το είχε ήδη συλλάβει διαισθητικά ο Δάντης. Το πνεύμα αυτό αποτυπώνεται στις πρώτες σελίδες του «Συμποσίου» του, της επιστημονικής εκείνης πραγματείας του, που έμεινε ατέλειωτη. Την είχε γράψει στη λαϊκή γλώσσα. Ήταν η πρώτη φορά που ένα επιστημονικό κείμενο, που έπρεπε κατά την παράδοση να γραφεί λατινικά, δινόταν στη γλώσσα του λαού, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν όλοι στο πνευματικό συμπόσιο: ο πολιτισμός γινόταν νοητός σαν πανανθρώπινη υπόθεση, όχι μόνον ως θεωρία, αλλά και στην πράξη.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΕΣ
Η διαίσθηση του Δάντη, που είχε από τα πράγματα σταματήσει στο επίπεδο των προθέσεων, με τον ουμανισμό γίνεται συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο πολιτισμός γίνεται νοητός ως υπόθεση όλων των ανθρώπων πέρα από εθνικά όρια: από την εποχή του Πετράρχη η αλληλογραφία μεταξύ των μεγάλων ουμανιστών γίνεται πιο πυκνή και πιο περιεκτική, καλύπτοντας σαν δίχτυ, πρώτα την ιταλική χερσόνησο και ύστερα την Ευρώπη ολόκληρη. Στις σελίδες της αλληλογραφίας αυτής βρίσκει κανείς τις αγωνίες, τα ερωτηματικά και τις απαντήσεις ενός κόσμου που διψούσε για την αλήθεια. Ο ένας ζητάει πληροφορίες για κάποιο παλιό χειρόγραφο ή έναν αρχαίο κώδικα, ο άλλος εκθέτει τις αμφιβολίες του σχετικά με την ερμηνεία ενός χωρίου από κάποιο κλασικό κείμενο. Αυτοί που πήραν τις επιστολές απαντούν, στέλνοντας το χειρόγραφο που τους ζητήθηκε, δίνοντας απάντηση στις αμφιβολίες, προτείνοντας λύσεις, συζητώντας, διαφωνώντας. Ο πολιτισμός ξέφυγε από τα μεσαιωνικά τείχη, για να γίνει κτήμα όλο και πιο πολλών ανθρώπων.
Σιγά - σιγά αυτή η ανάγκη της ανταλλαγής ιδεών και γνωμών, ανάμεσα στους ανθρώπους που παρουσιάζονται ιεροφάντες του νέου πνεύματος, γίνεται αρκετά πιεστική, ώστε να μη μπορεί να ανεχθεί τη βραδύτητα της αλληλογραφίας και τις περιορισμένες της δυνατότητες. Ζήτησαν να αντικαταστήσουν την επιστολή με το ζωντανό διάλογο. Έτσι βλέπουμε του σοφούς της εποχής (φιλόσοφους, επιστήμονες, φιλόλογους, λόγιους) να σμίγουν από καιρό σε καιρό, να συζητούν και να φιλονικούν ακόμα στο όνομα της αλήθειας.
Ο Μαρσίλιο Φιτσίνο, εκφραστική φυσιογνωμία του νέου πνεύματος, κληρικός στο επάγγελμα, δεν αποκαλεί πια τους φίλους του «αδελφούς εν Χριστώ», αλλά «αδελφούς εν αληθεία». Για τον Φιτσίνο, φυσικά, Χριστός και αλήθεια ήταν ταυτόσημες έννοιες: δεν είχε ακόμα εμφιλοχωρήσει εκείνη η διάσταση μεταξύ πίστης και επιστήμης που σφραγίζει τους κατοπινούς αιώνες. Προτιμούσε πάντως να ονομάζει το Χριστό Αλήθεια, παρά την Αλήθεια Χριστό.
Ο Φιτσίνο είναι κι ο ιδρυτής της πρώτης πραγματικής ακαδημίας, γιατί το «Κόρους Ακαντέμιε Φλορεντίνε», που προηγήθηκε χρονικά, δεν ήταν παρά ένα εφήμερο, όχι τόσο λαμπρό πείραμα. Τώρα όμως οι ουμανιστές έχουν ανακαλύψει κάτι νέο: τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Αυτοί που έφεραν την πλατωνική φιλοσοφία είναι φυσικά Έλληνες: η ξεχωριστή φυσιογνωμία του Γεωργίου Γεμιστού, πιο γνωστού ως Πλήθωνα και η στρατιά των σοφών που αποφεύγοντας την τουρκική λαίλαπα ζήτησαν, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, καταφύγιο στη Δύση. Μια μικρή δημοκρατία διανοητών ιδρύεται: η Πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας, που εμπνέεται από την Ακαδημία των Αθηνών.
Την ακαδημία του Φιτσίνο ακολουθούν σύντομα η Ποντανιανή Ακαδημία της Νάπολι, ο Πομπονιανή στη Ρώμη και η Αλδίνα στη Βενετία, που το κύριο ενδιαφέρον τους στρέφεται προς την αρχαιολογία και τη φιλολογία.
Η εργασία στις ακαδημίες αυτές είναι εντατική και ο ενθουσιασμός ασυγκράτητος τόσο, που από την Ακαδημία της Ρώμης εξαπολύονται, στο όνομα της ελευθερίας της σκέψης, οι πρώτες επιθέσεις κατά του Καθολικισμού. Ο Πάπας αντιτίθεται κι οι εκκλησιαστικές αρχές κλείνουν προληπτικά την Ακαδημία.

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Αλλά ο αρχικός ενθουσιασμός υφίσταται την αποθαρρυντική επίδραση των αλλεπάλληλων πολιτικών μεταβολών και σύντομα μαραίνεται. Με την έλλειψη ελευθερίας και την κυριαρχία της αυθαιρεσίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο, οι φιλόσοφοι, οι φιλόλογοι, οι αρχαιολόγοι, οι επιστήμονες που ακόμα δεν έχουν ξεχωρίσει την επιστήμη από τη φιλοσοφία, ίσως και την αστρολογία, εγκαταλείπουν τους προβληματισμούς τους. Μοναδικό τους μέλημα γίνεται τώρα ο θαυμασμός του ωραίου στην τέχνη του λόγου. Και οι ακαδημίες μεταβάλλονται σε συγκεντρώσεις λογίων, συχνά επιπόλαιων, που αλληλοθαυμάζονται ή αλληλοϋποβλέπονται. Αντί για τα φλέγοντα προβλήματα της ζωής, συζητούν ωραιολογώντας τα αφηρημένα προβλήματα της τέχνης του λόγου. Κάτω από ονόματα κωμικά, οι ακαδημίες αυτές αγωνίζονται να καλύψουν το πνευματικό τους κενό και τα επιπόλαια ενδιαφέροντά τους.
Πάντως, κάτι πραγματοποιείται στις συναντήσεις των ουμανιστικών αυτών ακαδημιών. Κι αυτό αφορά την οργάνωσή τους προς ένα πρότυπο που πλησιάζει τις νεώτερες ακαδημίες: επεξεργάζονται καταστατικά, δημιουργούν εσωτερική ιεραρχία, ορίζουν δικά τους εμβλήματα και το σπουδαιότερο: κάνουν τις συγκεντρώσεις των μελών τους τακτικές.
Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά των Ακαδημιών ή Εταιρειών του 16ου αιώνα που αποτελούν την πιο εύγλωττη έκφραση των πνευματικών ανησυχιών ενός αιώνα που προετοίμαζε τον 17ο.

ΟΙ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΤΟΝ 17ο ΑΙΩΝΑ
Ενώ η περίφημη Ακαδημία της Κρούσκα, ιδρυμένη το 1582, συνέχιζε το έργο του καθαρμού της ιταλικής γλώσσας, έστω και με μια δόση σχολαστικότητας, γεννήθηκαν οι δύο πρώτες επιστημονικές ακαδημίες: η Ακαδημία των Λίντσι και η Ακαδημία του Τσιμέντο. Ο Γαλιλαίος είχε στενές σχέσεις και με τις δύο.
Πρώτη ιδρύθηκε η Ακαδημία των Λίντσι (Accademia dei Lincei), το 1603, από τον πρίγκιπα Φεντερίκο Τσέζι, τον Φεντερίκο Στελούτι ντα Φαμπριάνο, τον Αναστάζιο ντε Φίλιις ντα Τέρνι και τον Φλαμανδό γιατρό Γιαν Χεκ. Ο Τσέζι ήταν τότε 18 χρονών και οι άλλοι τρεις δεν ξεπερνούσαν τα 26. Το όνομα της ακαδημίας ήταν παρμένο από το έμβλημά της που παρίστανε ένα λύγκα, το ζώο με το οξύ βλέμμα, πλαισιωμένο από ένα κλαδί δάφνης.
Κατά το έμβλημα και το όνομα ήταν και το πρόγραμμα της ακαδημίας: η διείσδυση με οξύ και κριτικό πνεύμα στα μυστήρια της φύσης. Και στο ιδανικό αυτό αφιέρωσαν οι Λίντσι, ακόμα και τις περιουσίες τους.
Η πρώτη συγκέντρωση της Ακαδημίας έγινε τον Αύγουστο του 1603. Η στενοκεφαλιά όμως του περιβάλλοντος εκδηλώθηκε αμέσως, με πρωτοστάτη μάλιστα τον πατέρα του Τσέζι, που κατόρθωσε με τις μηχανορραφίες του να αναγκάσει σ’ ένα χρόνο τον Χεκ να γυρίσει στην πατρίδα του την Ολλανδία. Αλλά κι από εκεί ο Χεκ, ο παλιός σύντροφος των ενθουσιασμών και των απογοητεύσεων δεν έπαυε με πυκνή αλληλογραφία να εκδηλώνει τις θερμές του προθέσεις και να εμψυχώνει τους άλλους. Όταν ύστερα από χρόνια, το 1614, μπόρεσε να επιστρέψει στη Ιταλία, η Ακαδημία των Λίντσι είχε μπει στο στάδιο της ωριμότητας. Ο κύκλος της είχε πλατύνει. Σε λίγο (1615) γινόταν και ο Γαλιλαίος μέλος της. Το 1625 ο αριθμός των μελών της, Ιταλών και μη, είχε φτάσει τους 32, χωρίς καν να έχει ακόμα μόνιμη έδρα. Οι συναντήσεις γίνονταν στα σπίτια των μελών της, καρποί των οποίων υπήρξαν μερικές από τις πιο θαυμάσιες επιστημονικές εκδόσεις όλων των εποχών. Εδώ ανήκουν οι επιστολές του Γαλιλαίου «Περί των κηλίδων του Ηλίου», ο θαυμάσιος «Πειραματιστής» (1622) και ο «Μεξικάνικος Θησαυρός» (1651) του Τσέζι.
Η ζωή της Ακαδημίας των Λίντσι αρχίζει να μαραίνεται βαθμιαία με το θάνατο του Τσέζι, που ήταν η ψυχή της δραστηριότητάς της, σε ηλικία 45 ετών, το 1630.

Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟ
Το πνεύμα όμως των Λίντσι δε σβήνει, για να επιβιώσει ύστερα από 27 χρόνια στη Φλωρεντία με την ίδρυση, από τον πρίγκιπα Λεοπόλδο της Τοσκάνης, της Ακαδημίας του Τσιμέντο με έμβλημα το ρητό του Δάντη «δοκιμάζοντας και ξαναδοκιμάζοντας». Το ρητό και το όνομα της Ακαδημίας (τσιμέντο = πείραμα) αποκαλύπτουν το πνεύμα της που στηριζόταν στην πειραματική απόδειξη κάθε επιστημονικού ισχυρισμού.
Αλλά και η Ακαδημία αυτή, όση φήμη κι αν απέκτησε, είχε ζωή σύντομη. Η δράση της κράτησε από το 1657 έως το 1666. Τα πορίσματα της εργασίας αυτής, που συγκεντρώθηκαν από το Μαγκαλόττι και δημοσιεύτηκαν το 1667 με τίτλο «Δοκίμια φυσικών πειραμάτων», μαρτυρούν τη μεγαλοφυΐα των μελών της. Ανάμεσά τους υπάρχουν ονόματα, όπως του Ρέντι, του Βιβιάνι, του Μπορέλλι και του Στένωνα, που ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας στο εξωτερικό.
Η μεγαλύτερη όμως προσφορά των δύο Ακαδημιών, των Λίντσι και του Τσιμέντο, υπήρξε ότι στάθηκαν υπόδειγμα για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και πρότυπα για την ίδρυση των δικών τους Ακαδημιών.

ΟΙ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΥΡΩΠΗ
Στα πρότυπα αυτά ιδρύθηκαν π.χ. η Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, για την οποία μας δόθηκε πολλές φορές ευκαιρία να μιλήσουμε. Αυτή είχε τον πιο διεθνή χαρακτήρα από κάθε άλλη ακαδημία του 17ου αιώνα.
Στη Γαλλία, κοντά στο Βασιλικό Κήπο, ιδρύεται η Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά ιδρύματα του κόσμου, χωρίς πια τον τίτλο της «Βασιλικής».
Στα χρόνια που ακολουθούν, ιδρύονται εκατοντάδες ακαδημίες στην Ευρώπη, άλλες με μεγαλύτερη και άλλες με μικρότερη φήμη, που όλες όμως εκφράζουν το πνεύμα των νέων καιρών. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι πιο πολλές από τις ακαδημίες αυτές πρόκοψαν και επιβίωσαν μέχρι τις ημέρες μας, αντίθετα με τα πρότυπά τους, τις ιταλικές ακαδημίες, που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν περισσότερο από λίγα χρόνια στις αντιξοότητες του περιβάλλοντος.