1/9/09

Κλωντ Μπερνάρ (Claude Bernard) [90]

Αν ο Σεν Μαρκ Ζιραρντέν, μεγάλος θεατρικός κριτικός και καθηγητής στη Σορβόννη, δεν είχε απορρίψει την πρώτη πράξη από την τραγωδία «Αρθούρος της Βρετάνης», που είχε γράψει ο Κλωντ Μπερνάρ, θα μας ήταν ίσως σήμερα γνωστός ως διάσημος θεατρικός συγγραφέας.
Ο διδάσκαλος της σύγχρονης φυσιολογίας είχε μια ζωή απλή. Γεννήθηκε το 1813 στο Σεν Ζιλιέν του Μποζολέ από χωρικό πατέρα που τον έστειλε να σπουδάσει φαρμακοποιός. Για δύο χρόνια ο νεαρός Κλωντ έβραζε βότανα και κάπνιζε ρεβέντι κοντά σ’ ένα φαρμακοποιό της Βεζ στα περίχωρα της Λυών.
Τον τραβούσε όμως το Παρίσι και πιο πολύ τα παλκοσένικά του, εκεί που είχε την ελπίδα να ανεβάσει το «Ρόδο του Ροδανού» που έγραφε στο πίσω δωμάτιο του φαρμακείου. Ενθαρρυμένος από κάποια χλιαρή επιδοκιμασία, γράφει την πρώτη πράξη μιας τραγωδίας, του «Αρθούρου της Βρετάνης» και τη δείχνει στον κριτικό Ζιραρντέν. Αυτός, ναι μεν τον συμβουλεύει να ασχολείται με τη λογοτεχνία στις ελεύθερες ώρες του, του συνιστά όμως να αποκτήσει και ένα βιοποριστικό επάγγελμα. «Έχετε σπουδάσει φαρμακοποιός», του είπε, «να σπουδάσετε ιατρική και με αυτήν θα βγάζετε ασφαλώς το ψωμί σας». Ο Κλωντ Μπερνάρ ακολούθησε τη συμβουλή με κρύα καρδιά.
Στο εργαστήριο φυσιολογίας του Κολλεγίου της Γαλλίας κατέκτησε αμέσως τη συμπάθεια του μεγάλου διδασκάλου του, του Μαζαντί. Έτσι έγινε βοηθός του με έργο να προετοιμάζει τα πειράματα που ήταν να γίνουν μπροστά στους φοιτητές. Κάπου-κάπου αντικαθιστούσε τον καθηγητή. Τέλος, τον Οκτώβριο του 1855 τον διαδέχθηκε στην έδρα της πειραματικής φυσιολογίας. Από εκεί αρχίζει η καταπληκτική του σταδιοδρομία ως ερευνητή.
Ο Μαζαντί συμβούλευε πάντοτε: «Αφήνετε τη φαντασία σας, όπως βγάζετε το πανωφόρι σας, μπαίνοντας στο εργαστήριο. Να την ξαναπάρετε όπως ξαναβάζετε το πανωφόρι σας, βγαίνοντας από το εργαστήριο... βάζετέ την στην άκρη, εγκαταλείψτε την, την ώρα των πειραμάτων, αλλιώς θα εμποδίζει την ικανότητά σας για παρατήρηση». Ο Μπερνάρ, με τη σειρά του, έλεγε στους δικούς του μαθητές: «Στα μαθήματά μου προτιμώ να αποφεύγω τις γενικότητες και τις εύκολες ταξινομήσεις, γιατί πιστεύω ότι η φυσιολογία δεν επιτρέπει τον τρόπο αυτό της ενέργειας. Προτιμώ να μεταφέρω το εργαστήριό μου κάτω από τα μάτια σας, να σας έχω μπροστά στις έρευνές μου, που είναι κάποτε αυτοσχέδιες, χωρίς να σας κρύβω τίποτα από τις ατέλειες και τις δυσκολίες που τις συνοδεύουν».
Κάθε έρευνα του Κλωντ Μπερνάρ είχε τη γοητεία μιας καταπληκτικής περιπέτειας. Αυτό ίσχυε όταν μελετούσε την ανατομική της χορδής του τυμπάνου, το γαστρικό υγρό (ήταν το θέμα της διδακτορικής του διατριβής), τα αγγειοκινητικά νεύρα και την επίδραση του νευρικού συστήματος επί της τοπικής κυκλοφορίας, τον μηχανισμό της ενέργειας του κουραρίου, πολύτιμου φαρμάκου της σημερινής αναισθησιολογίας, και του μονοξειδίου του άνθρακα, τη ζωική θερμότητα, το πάγκρεας κλπ. Τη γλυκογενετική λειτουργία του ήπατος ανακάλυψε το 1843. Μέχρι τότε πίστευαν ότι το σάκχαρο του οργανισμού των ζώων προέρχεται αναγκαστικά από τις σακχαρούχες τροφές τους. Αλλά μελετώντας τον διαβήτη, ο Κλωντ Μπερνάρ έπεισε ότι υπάρχει ένα όργανο ή ένας παράγοντας που παράγει τη γλυκόζη.
Για να εξακριβώσει πώς αποβάλλεται το σάκχαρο από τον οργανισμό, υπέβαλε ένα σκύλο σε διατροφή με σακχαρώδεις ουσίες και ύστερα από επτά ημέρες του άνοιξε την κοιλιά την ώρα της πέψης. Παρατήρησε τότε ότι το αίμα των φλεβών που έβγαιναν από το ήπαρ περιέχει υψηλό ποσοστό σακχάρου. Συνεπώς το ήπαρ δεν αποσυνέθετε τη γλυκόζη. Προτού μελετήσει τις αντιδράσεις των άλλων οργάνων, έκανε ένα δεύτερο πείραμα. Θυσίασε ένα σκύλο που επί επτά ημέρες τρεφόταν με τροφές που δεν περιείχαν σάκχαρο και διαπίστωσε ότι το αίμα που προερχόταν από το ήπαρ του, περιείχε και πάλι σημαντικό ποσοστό σακχάρου. Άρα οι υδατάνθρακες δεν προέρχονται υποχρεωτικά από τις τροφές που λαμβάνει το ζώο.
Ύστερα από μια κοπιώδη σειρά πειραμάτων, ο Κλωντ Μπερνάρ απέδειξε ότι το σάκχαρο αποθηκεύεται στο ήπαρ με τη μορφή του γλυκογόνου. Άρα, στους ιστούς του οργάνου αυτού πραγματοποιούνται βιοχημικές αντιδράσεις που αποκαλύπτουν ότι το ήπαρ δεν είναι απλώς ένας προστατευτικός φραγμός, αλλά και ένα εργαστήριο που δημιουργεί νέα στοιχεία.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών του ο Κλωντ Μπερνάρ πέτυχε να απομονώσει το γλυκογόνο, που το χαρακτήρισε ως «έσω έκκριση», όρος που μπαίνει στην ιατρική βιβλιογραφία χάρις στον Γάλλο σοφό. Από την ανακάλυψη αυτή πηγάζει όλη η μεθοδολογία του που την καθιερώνει με το έργο του «Εισαγωγή στη μελέτη της πειραματικής ιατρικής» (1865).
Από τον καιρό του Ιπποκράτη, οι γιατροί ζητούσαν να συνδυάσουν τις επιστημονικές τους θεωρίες με κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Για τον Κλωντ Μπερνάρ η ανωτερότητα της πειραματικής μεθόδου στη φυσιολογία και την παθολογία ήταν πέρα πάσης συζήτησης. Στο έργο του που μνημονεύσαμε, ορίζει τις ιδιότητες και τον τρόπο του σκέπτεσθαι του πειραματιστή, διευκρινίζει τις διαφορές μεταξύ παρατήρησης και περάματος και θέτει μια σαφή αρχή: «Υπάρχει απόλυτη αιτιοκρατία στις συνθήκες της ύπαρξης των φυσικών φαινομένων, τόσο στους ζωντανούς οργανισμούς, όσο και στην αδρανή ύλη». Καταπολεμάει τις τάσεις των παθολογοανατόμων της εποχής του και αρνείται την υποταγή της πειραματικής μεθόδου σε αυθαίρετες ταξινομήσεις. «Δεν πρέπει να είμαστε ούτε ανιμιστές, ούτε βιταλιστές. Η πειραματική μέθοδος, με το να είναι μέθοδος επιστημονική, βασίζεται μόνο στην επαλήθευση δια της εμπειρίας μιας επιστημονικής υπόθεσης».
Με το έργο του ο Κλωντ Μπερνάρ ανοίγει νέα εποχή για τη φυσιολογία και γενικότερα την ιατρική. Είναι ο πρώτος που εισήγαγε την αντίληψη ότι ο πειραματισμός πρέπει να ξεκινά από μια υπόθεση, κι αν το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από τις προσδοκίες μας, αυτό πρέπει να παρακινεί σε νέα υπόθεση και νέα πειράματα, ώσπου κάποια από όλες να αποδειχθεί σωστή. Αυτό σε γενικές γραμμές υπήρξε το συμπέρασμα του βιβλίου που του άνοιξε τις πύλες της Γαλλικής Ακαδημίας.
Η ζωή του Κλωντ Μπερνάρ στάθηκε βασανισμένη. Ο μεγάλος σοφός θυσίασε και τις πιο ανθρώπινες οικογενειακές χαρές για χάρη της αγωνιώδους αναζήτησης της γνώσης. Σύντομα τον εγκατέλειψε η γυναίκα του, παίρνοντας μαζί της και τις δυο κόρες τους, με την κατηγορία ότι «κακοποιεί ζώα, απομακρύνεται από τις θρησκευτικές αντιλήψεις και παραιτείται για χάρη χυδαίων πειραμάτων, από τη σταδιοδρομία ενός πλούσιου ιατρού του συρμού». Η κοινωνία όμως αναγνώριζε το έργο του. Το 1848 έγινε ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής. Το αιτιολογικό όμως της ανακήρυξης, χάρη στην ανοησία των αιώνιων γραφειοκρατών, έγραφε: «Δια το έξοχο έργο του επί των... μουσικών (!) ιδιοτήτων του παγκρέατος». Λίγο πριν από το 1870 ο Ναπολέων Γ' τον επέλεξε για την αυτοκρατορική γερουσία. Αλλά και πολλές άλλες τιμές, πολλές φορές ενοχλητικές, ήλθαν να τον συναντήσουν στο κρύο εργαστήριό του στο Παρίσι, μέσα στο οποίο προσβλήθηκε από νεφρίτιδα, που τον οδήγησε στο θάνατο τον Φεβρουάριο του 1878.
Η στάση του απέναντι στη θρησκευτική πίστη εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί σημείο αντιλεγόμενο. Ο περίφημος «ντετερμινισμός» του δεν του επέτρεπε να εισαγάγει στα πεδία των φυσιολογικών του ερευνών μεταφυσικές απόψεις που δεν προσφέρονταν στην πειραματική απόδειξη. Ο Κλωντ Μπερνάρ όμως δεν υπήρξε υλιστής. Ο ίδιος παραδεχόταν μια «αρχική αιτία» για τον κόσμο, θεωρούσε το θρησκευτικό συναίσθημα αναπαλλοτρίωτο και δεχόταν ότι η επιστήμη δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει την ύπαρξη της ψυχής και του Θεού.Ο Κλωντ Μπερνάρ έκανε τη φυσιολογία επιστήμη. «Η ιατρική δεν πεθαίνει στο νοσοκομείο», έλεγε, «όπως πιστεύει ο κόσμος. Το νοσοκομείο δεν είναι παρά το λίκνο της».

Ρενέ Λαεννέκ (René Théophile Hyacinthe Laënnec) [89]

Ο 19ος και 20ος αιώνας φωτίζονται από την παρουσία μερικών επιστημονικών φυσιογνωμιών που το πέρασμά τους από την ιστορία της ιατρικής αποτέλεσε σταθμό.
Στο γεγονός αυτό στηρίζουμε την πρωτοβουλία να παρουσιάσουμε την ιστορία της ιατρικής των νεώτερων χρόνων διαμέσου της γνωριμίας με τη ζωή και το έργο μερικών από τις προσωπικότητες αυτές.
Και αρχίζουμε με ένα μεγάλο κλινικό: τον Γάλλο Ρενέ Τεοφίλ - Υασίντ Λαεννέκ. Ο Λαεννέκ γεννήθηκε στα 1781 στο Κεμπέρ της Βρετάνης και πέθανε το 1826 στον πύργο του Κερλουαρνέκ, 45 μόλις ετών. Η ζωή του «ιδρυτή» της σύγχρονης ιατρικής πλαισιώνεται ανάμεσα στον αιώνα του Βολταίρου και τον αιώνα του Ναπολέοντα.
Σε ηλικία 5 ετών έμεινε ορφανός από μητέρα κι εγκαταλελειμμένος από τον άσωτο πατέρα του. Τον μικρό Τεοφίλ μεγάλωσε ο θείος του Γκυγιώμ που δίδασκε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Ναντ. Ίσως στον άνθρωπο αυτόν με την πλατειά μόρφωση και την αφοσίωση στην τέχνη του, να οφείλει ο Λαεννέκ τα πρώτα του ενδιαφέροντα για την ιατρική και τις φυσικές επιστήμες. Σε ηλικία 12 ετών, όταν στην αγορά της Ναντ η λαιμητόμος θέριζε τα πρώτα κεφάλια, ήταν πρώτος στην τάξη της ρητορικής και ύστερα από ένα χρόνο διακρινόταν στην τάξη της φυσικής. Σε ηλικία 14 ετών έπρεπε να διαλέξει τη σταδιοδρομία που θα ακολουθούσε. Και διάλεξε την ιατρική. Η Συντακτική Συνέλευση είχε στο μεταξύ καταργήσει τη Σχολή της Ναντ και η διδασκαλία της ιατρικής αυτοσχεδιαζόταν από τους γιατρούς της πόλης. Καθώς εργαζόταν στο πλευρό του θείου του, διευθυντή τότε ενός στρατιωτικού νοσοκομείου, ο Λαεννέκ έμαθε την ανατομική. Επειδή όμως η Ναντ δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της δίψας του για γνώσεις, έφυγε το 1801 για το Παρίσι και εκεί γράφθηκε στην Ειδική Ιατρική Σχολή.
Τι εννοούσαν όμως την εποχή εκείνη λέγοντας ιατρική; Επρόκειτο για την ιατρική των συμπτωμάτων, όπως τον καιρό του Ιπποκράτη. Μιλούσαν για «επιδημικό πνεύμα», για την αντίθεση του θερμού με το ψυχρό, την αντινομία του ξηρού με το υγρό, πομπώδεις εκφράσεις ξένες προς τις απαιτήσεις μιας επιστημονικής ορολογίας. Αυτή θα τη συναντήσουμε για πρώτη φορά στη γαλλική ιατρική βιβλιογραφία το 1819, όταν ο Λαεννέκ θα εκδώσει το βασικό του έργο «Σύγγραμμα διαγνωστικής των νόσων του πνεύμονα και της καρδιάς με βάση την έμμεση ακρόαση». Ο νεαρός γιατρός του νοσοκομείου Νεκέρ ετοίμαζε το έργο του 18 ολόκληρα χρόνια.
Για τον Λαεννέκ, ο γιατρός δεν μπορεί να είναι απλός θεατής των συμπτωμάτων. Πρέπει να τα αναζητεί και να επινοεί μεθόδους για την ανακάλυψή τους, καθήκον δηλαδή πρωτάκουστο για τον γιατρό μιας εποχής που άφησε περιφρονητικά στον κουρέα κάθε χειρουργικό έργο. Το πρώτο βήμα είχε γίνει βέβαια πριν μερικές δεκαετίες από τον Βιεννέζο Αουενμπρύγκερ (Josef Leopold von Auenbrügger) που είχε εισαγάγει το 1761 την επίκρουση του θώρακος. Στις αρχές όμως του 19ου αιώνα η μέθοδος ήταν λησμονημένη. Μήπως και ο ζυγός δεν ήταν τόσο αρχαία ανακάλυψη όσο ο κόσμος και το θερμόμετρο και το μικροσκόπιο γνωστά από τον 17ο αιώνα; Για την ιατρική του «αιώνα της προόδου» ήταν σαν άγνωστα. Μια ιατρική που δε ζύγιζε, δεν υπολόγιζε, δε μετρούσε ούτε σφυγμούς ούτε αναπνοές, δε διέθετε καμιά μέθοδο έρευνας και περιοριζόταν στην πρωτόγονη μελέτη των βλαβών που αποκάλυπτε η νεκροτομία και των εξωτερικών εκδηλώσεων της νόσου, δεν ήταν ακόμα η ιατρική που ξέρουμε σήμερα.
Όταν ο Λαεννέκ έφτασε στο Παρίσι, γιατρός του συρμού ήταν ο καθηγητής Πινέλ. Αυτός δίδασκε στη Σαλπετριέρη μια «φιλοσοφική νοσογραφία» και ταξινομούσε τις νόσους κατά τρόπο παιδαριώδη. Στη σχολή του Πινέλ αντιτασσόταν η σχολή του Κορβιζάρ, ευφυούς ανθρώπου που πίστευε ότι η ιατρική πρέπει να βγάζει τις παρατηρήσεις της από την πραγματικότητα, συνεπώς και τους νόμους της. Ο Κορβιζάρ δίδασκε ότι είναι προτιμότερο να εμπιστεύεσαι στα δεδομένα της νεκροτομίας παρά σε υποθέσεις, προκειμένου να ερμηνεύσεις τα συμπτώματα. Ο Λαεννέκ ακολούθησε τη σχολή του Κορβιζάρ. Στο περιβάλλον του συνάντησε τον Γκασπάρ-Λωράν Μπαΐλ, οκτώ χρόνια μεγαλύτερό του. Μαζί του συνεργάστηκε κάτω από την άκαμπτη πειθαρχία του Κορβιζάρ, εκτελώντας λεπτολογείς παρατηρήσεις στην πορεία διαφόρων ασθενειών και καταγράφοντας τα δεδομένα από άπειρες νεκροτομές. Πολύ γρήγορα ο Λαεννέκ απέκτησε τεράστια πείρα στο παρθένο πεδίο της παθολογικής ανατομικής.
Το διαισθητικό πνεύμα του Λαεννέκ του επέτρεπε να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το επουσιώδες και να διευθετεί μέσα σε κλινικά πλαίσια το συγκεχυμένο σύμπλεγμα των συμπτωμάτων. Το 1802 έκανε την πρώτη κλασική περιγραφή της περιτονίτιδας, αποδεικνύοντας ότι αυτή ήταν η αιτία χιλιάδων θανάτων στις λεχώνες και όχι ο «πυρετός του γάλακτος», που υποστήριζαν οι γιατροί της εποχής του. Το 1803 ανακάλυψε την ινώδη κάψα του ήπατος. Το 1804 έκανε έρευνες στο πεδίο της παρασιτολογίας. Σύντομα οι μελέτες του κίνησαν το ενδιαφέρον του επιστημονικού κόσμου. Ο Λαεννέκ απέκτησε φήμη έμπειρου παθολογοανατόμου, εξαίρετου διδασκάλου και ικανού ιατρού. Το 1816 ανακάλυψε το στηθοσκόπιο.
Κάποιος έχει γράψει ότι η ιατρική έμαθε τη θεραπευτική αξία του αντιμονίου από ένα μοναχό, τη θεραπεία της ελονοσίας από έναν Ιησουίτη, τη χειρουργική της λιθίασης πάλι από ένα μοναχό, τη θεραπεία της ποδάγρας από ένα στρατιώτη, την πρόληψη του σκορβούτου από ένα ναυτικό και τη θεραπευτική της Ευσταχιανής σάλπιγγας από έναν ταχυδρομικό. Ε λοιπόν! Η ανακάλυψη του στηθοσκοπίου προήλθε από τα παιδάκια που έπαιζαν. Ένας μεγάλος φίλος του Λαεννέκ, ο Λεζυμώ διηγείται: «Μια μέρα ο Λαεννέκ, καθώς περνούσε την αυλή του Λούβρου είδε μερικά παιδιά που είχαν βάλει τα αυτιά τους στην άκρη κάτι μακριών ξύλων. Διασκέδαζαν ακούγοντας τα χτυπήματα που οι σύντροφοί τους έκαναν στην άλλη άκρη του υποτυπώδους αυτού παιχνιδιού. Ο Λαεννέκ σταμάτησε χαρούμενος κι εκείνη τη στιγμή συνέλαβε την ιδέα να μεταφέρει εκείνο το παιχνίδι στη μελέτη των ασθενειών της καρδιάς. Την άλλη μέρα στην κλινική του πήρε ένα φύλλο χαρτί, το τύλιξε σε κύλινδρο, το έδεσε με ένα νήμα και το έβαλε στην άρρωστη καρδιά». Στην αρχή δεν έδωσε στο νέο όργανο κανένα όνομα, αργότερα όμως χρησιμοποίησε δύο ελληνικές λέξεις για να το ονομάσει «στηθοσκόπιο».
Η εξεταστική του μέθοδος που την ονόμασε «έμμεση ακρόαση» στηρίχθηκε σε χρόνια ακροαστικής πείρας και επιμελούς καταγραφής των καρδιακών και των αναπνευστικών ήχων που ακούγονται στο θώρακα του αρρώστου και του υγιούς. Συνδυάζοντας τα ευρήματα αυτά με τα δεδομένα της επίκρουσης που γνώριζε επίσης αρκετά καλά, ο Λαεννέκ συγκέντρωσε μια σειρά σαφών πληροφοριών για την έδρα και τους χαρακτήρες των αλλοιώσεων των πνευμόνων, του υπεζωκότος, της καρδιάς και του περικαρδίου. Έτσι με τον Λαεννέκ αρχίζει η μεγάλη γαλλική κλινική σχολή. Η παλαιή έκδοση του θεμελιώδους έργου του, με την απλότητα και τη σαφήνεια του ύφους της, αντίθετες με την αοριστολογία και το πομπώδες ύφος των συγχρόνων του, διατηρεί και σήμερα την αξία της. Φυλλομετρώντας το έργο αυτό δεν μπορεί κανείς να μη θαυμάσει τη διορατικότητα με την οποία ο Λαεννέκ ερμηνεύει τα ακροαστικά ευρήματα των πνευμόνων. Το μέλλον δε διέψευσε καμιά από τις παρατηρήσεις του. Κι όπως λέει ο Εντουάρ Ριστ της Γαλλικής Ιατρικής Ακαδημίας «κάθε φορά που θα απομακρυνθούμε από τις αρχές του, θα πέφτουμε σε λάθος».
Δεν επιτρέπεται όμως να περιορίσουμε την προσφορά του Λαεννέκ στην ανακάλυψη του στηθοσκοπίου και τη μέθοδο της ακρόασης. Και τα δυο ήταν γι’ αυτόν απλώς τα μέσα για να εισαγάγει στην κλινική τις κατακτήσεις του της παθολογικής ανατομικής. Η πνευμονία, η γάγγραινα του πνεύμονα, η βρογχεκτασία, ο καρκίνος του πνεύμονα, το εμφύσημα, είναι μερικές από τις νόσους που ως ασθένειες διαφοροποιήθηκαν η μία από την άλλη χάρις στο έργο του Λαεννέκ. Από τις ανακαλύψεις του αυτού του είδους, σημαντικότερη υπήρξε η σχετική με την πνευμονική φυματίωση. Η νόσος που ήταν ασαφώς γνωστή από την αρχαιότητα έχει περιγραφεί από τον Λαεννέκ όσον αφορά την εξέλιξη των αλλοιώσεών της και τους χαρακτήρες κάθε σταδίου της πορείας της κατά τρόπο που κάνει την περιγραφή του απόλυτης αξίας και για σήμερα. Κάποια στιγμή, τα συμπτώματα που ο μεγάλος κλινικός με τέτοια ακρίβεια περιέγραψε στους αρρώστους του, άρχισαν να εκδηλώνονται και στο δικό του οργανισμό. Λίγο μετά τη δημοσίευση του συγγράμματός του, το 1820, κατέφυγε για δυο χρόνια στη Βρετάνη για ανάπαυση. Έτσι η υγεία του σιγά-σιγά βελτιώθηκε και επιστρέφοντας στο Παρίσι ονομάστηκε καθηγητής του Κολλεγίου της Γαλλίας και το 1823 διαδέχθηκε τον μεγάλο διδάσκαλό του Κορβιζάρ στην έδρα της κλινικής ιατρικής στη Σαριτέ. Εξαντλημένος όμως από τον φόρτο της εργασίας του αναγκαζόταν να μένει όλο και πιο συχνά στο κρεβάτι, πράγμα που τον ανάγκασε να αποσυρθεί και πάλι το 1826 στη Βρετάνη. Εκεί εργάστηκε τη δεύτερη έκδοση του έργου του. Και καθώς ένιωθε την αρρώστια να λιγοστεύει τη ζωή του, έγραφε: «Το ξέρω πως ριψοκινδυνεύω τη ζωή μου, αλλά το βιβλίο που πρόκειται να δημοσιευθεί ελπίζω πως θα αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός ανθρώπου, και γι’ αυτό έχω χρέος να το τελειώσω, ό,τι κι αν πρόκειται να μου συμβεί». Το βιβλίο δημοσιεύθηκε το 1826. Στις 30 Αυγούστου του ίδιου χρόνου ο Λαεννέκ άφηνε τη ζωή.