8/10/09

Βίλχελμ Ραίντγκεν (Wilhelm Conrad Röntgen) [104]

Το έργο και η ανακάλυψη του Ραίντγκεν δίνουν νόημα στη φράση του Γκαίτε ότι «τα ίχνη της γήινης πορείας μας δε θα εξαλειφθούν στον αιώνα».
Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τις ακτίνες Χ γεννήθηκε στο Lennep, κοντά στον Eberfeld, το 1845, από πατέρα Γερμανό αγρότη και μητέρα Ολλανδή. Πήγε στο γυμνάσιο στην Ουτρέχτη, σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και έγινε βοηθός φυσικής στο Βύρτσμπουργκ, κοντά στον καθηγητή Κουντ. Δεν του επέτρεψαν όμως να διδάξει γιατί η Σχολή ανακάλυψε ότι δεν είχε τελειώσει κανονικά το γυμνάσιο. Ο Ραίντγκεν αποθαρρημένος σκέφτηκε να εγκαταλείψει τη διδακτική σταδιοδρομία. Ο διδάσκαλός του όμως, ο Κουντ, τον κάλεσε το 1871 στο Στρασβούργο και κατόρθωσε να τον εισαγάγει στο διδακτικό σώμα.
Πολλοί ερευνητές είχαν παρατηρήσει ότι φωτογραφικές πλάκες που τύχαινε να βρεθούν κοντά σε σωλήνες στους οποίους γίνονταν ηλεκτρικές αποφορτίσεις, παρουσίαζαν περίεργες κηλίδες. Κανείς όμως δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το φαινόμενο. Ο Ραίντγκεν όμως έδειξε ενδιαφέρον γι’ αυτό: σκέφτηκε ότι οι σωλήνες αυτοί πρέπει να εκπέμπουν κάποια μορφή άγνωστης ακτινοβολίας.
Ο Παστέρ έλεγε ότι «στο πεδίο των ανακαλύψεων, η τύχη ευνοεί μόνον τα προετοιμασμένα πνεύματα». Αυτό πράγματι συνέβη στην περίπτωση του Ραίντγκεν.
Η νύχτα της 8ης Νοεμβρίου 1895 θα μείνει μια από τις σπουδαιότερες ημερομηνίες στην ιστορία των επιστημονικών ανακαλύψεων του 19ου αιώνα. Το σκοτάδι του εργαστηρίου του Ραίντγκεν στο Βύρτσμπουργκ το διέκοπτε κάθε τόσο η αμυδρή λάμψη από το φθορισμό μερικών κρυστάλλων κυανιούχου βαριολευκόχρυσου, που παρουσιαζόταν κάθε φορά που ηλεκτρικό σώμα διαπερνούσε ένα σωλήνα Χίττορφ-Κρουκς, που περιείχε αραιωμένο αέριο και ήταν σκεπασμένος με μαύρο χαρτί. Το φωτεινό φαινόμενο το απέδωσε σε κάποιο «αόρατο φως» που το ονόμασε «ακτίνες Χ». Λίγο αργότερα ο Κέλικερ, καθηγητής στο Βύρτσμπουργκ, θα το ονομάσει «ακτίνες Ραίντγκεν».
Στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ο νεαρός φυσικός πέτυχε την πρώτη ακτινογραφία στην ιστορία της ιατρικής: είχε ακτινογραφήσει το χέρι της γυναίκας του. Η εικόνα των οστών ήταν καθαρότατη. Οι μαλακοί ιστοί μόλις που διακρίνονταν.
Η νέα ανακάλυψη δεν φαίνεται να εντυπωσίασε πολύ. Ο Ζιλ Ρενάρ γράφει σχετικά στο σημειωματάριό του, αφού παρακολούθησε «μια συνεδρία ακτίνων Χ». «Οι ακτίνες Ραίντγκεν, παιδαριώδης διασκέδαση, μου θυμίζουν τα πειράματα χημείας του γέρου καθηγητή μου. Θα προτιμούσα να είμαι καταδικασμένος να διαβάζω στίχους ως τις τελευταίες μου μέρες, παρά να υποχρεωθώ να ξαναδώ το μακάβριο αυτό μπαλέτο των σκελετών».
Τρεις μήνες μετά την ανακοίνωση του Ραίντγκεν η εφημερίδα της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας δημοσιεύει το ακόλουθο γεμάτο σκεπτικισμό σχόλιο: «Οι χειρουργοί της Βιέννης και του Βερολίνου πιστεύουν ότι η φωτογραφία Ραίντγκεν προορίζεται να προκαλέσει επανάσταση στη χειρουργική. Εμείς όχι. Μισή ώρα είναι ο ελάχιστος χρόνος της απαιτούμενης έκθεσης και στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζεται ακόμα και μια ώρα. Το μηχάνημα είναι τόσο πολυδάπανο, επάνω από 100.000 δολάρια, ώστε λίγοι μόνο χειρουργοί θα μπορούσαν να το έχουν στα ιατρεία τους».
Στο πείσμα όλων αυτών, η ακτινογραφία έδωσε στη διάγνωση την ακρίβεια που μάταια ζητούσαν ο Λαεννέκ, ο Σκόντα και άλλοι μεγάλοι κλινικοί και πρόσφερε την πλήρη γνώση των εσωτερικών οργάνων που αδυνατούσαν να φθάσουν τα ενδοσκόπιά τους.
Ο Ραίντγκεν ήταν φυσικός, αλλά η πρώτη ανακοίνωση της ανακάλυψής του έγινε στην Ιατρική Εταιρεία του Βύρτσμπουργκ. Ήταν η αρχή μιας γόνιμης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιστημών. Δύο μόλις χρόνια μετά την ανακάλυψη του Ραίντγκεν, οι χειρουργοί χρησιμοποίησαν τις ακτίνες του κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 και ένα χρόνο αργότερα στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Η ομόφωνη κρίση τους ήταν ότι «χρήση των ακτίνων Ραίντγκεν αποτέλεσε σαφή πρόοδο στη στρατιωτική χειρουργική».
Τα χρόνια εκείνα δημιουργήθηκε ένα νέο επάγγελμα: του ακτινολόγου. Τα σπουδαιότερα νοσοκομεία εξόπλισαν ιδιαίτερα τμήματα. Στην αρχή ο ακτινολόγος περιοριζόταν στην αναζήτηση καταγμάτων, τη διαπίστωση λιθιάσεων, την εντόπιση ξένων σωμάτων. Αργότερα όμως το πεδίο του επεκτάθηκε στην έρευνα των κοίλων οργάνων. Αυτό έγινε με τη βοήθεια ουσιών αδιαπέραστων από τις ακτίνες Χ, όπως το βάριο και το βισμούθιο, που τις έδωσαν στον εξεταζόμενο να τις καταπιεί. Στη συνέχεια εκτελώντας ενδοφλέβια ένεση μιας ιωδιούχου ουσίας πέτυχαν να ακτινογραφήσουν τις λεπτομέρειες του νεφρού.
Σύντομα όμως παρουσιάστηκαν τα πρώτα θύματα των χειριστών του νέου ειρηνικού όπλου. Οι ακτινολόγοι πάθαιναν δερματίτιδα, κάπου-κάπου καρκινικές βλάβες του δέρματος. Επρόκειτο για πραγματικά εγκαύματα, όπως εκείνα που είχε πάθει ο Γάλλος Αντουάν-Ανρί Μπεκερέλ (Antoine-Henri Becquerel) (1852-1908), το 1898, έχοντας στην τσέπη του ένα κομματάκι ραδίου. Ο Μπεκερέλ ήταν εκείνος που τον ίδιο χρόνο παρουσίασε στην Ακαδημία των Επιστημών μια εργασία του ζεύγους Κιουρί με τον τίτλο: «Επί μιας νέας ακτινενεργού ουσίας, περιεχομένης στον πισσουρανίτη». Ήταν το πιστοποιητικό γέννησης του ραδίου.

Πέτρος και Μαρία Κιουρί (Pierre - Marie Curie)
Το ζεύγος Πέτρος (1859-1906) και Μαρία Κιουρί (1867-1934) υποδέχτηκαν τον 20ο αιώνα που άρχιζε, μελετώντας τις ιδιότητες του νέου στοιχείου. Από τον πισσουρανίτη έπαιρναν ποσότητα αρκετή για τη μελέτη των περίεργων ιδιοτήτων του, που αποτελούσαν αντικείμενο συζητήσεων σε όλους τους επιστημονικούς κύκλους. Η «κιουριθεραπεία», δηλαδή η χρήση των ακτινοβολιών του ραδίου, εισήχθηκε στην ιατρική και χρησιμοποιήθηκε εναλλάξ με τη «ραιντγκενθεραπεία», τη χρήση, δηλαδή, των ακτίνων Ραίντγκεν. Αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματική στη θεραπεία των καρκινωμάτων των χειλιών και της γλώσσας, καθώς και των διατιτραινόντων ελκών.
Η ευγενική φυσιογνωμία της Μαρίας Κιουρί (Marie Curie) συνδέεται στενά με την αυγή της νεώτερης φυσικής. Σ’ ένα μικρό δωμάτιο που φύλαγαν τα γυάλινα σκεύη, στο Ινστιτούτο Χημείας και Φυσικής των Παρισίων, που διευθυντής του ήταν ο σύζυγός της, διατηρούσε τα πρωτόγονα μέσα της έρευνάς της. Από τα πρώτα πειράματα του Μπεκερέλ άρχισε να ετοιμάζει τη διδακτορική της διατριβή, εκφράζοντας την αντίθετη αντίληψη προς τις απόψεις της επίσημης επιστήμης, ότι το άτομο δεν είναι η ελάχιστη μονάδα της ύλης, αλλά ότι μπορεί να υποστεί διάσπαση. Σε συνεργασία με το σύζυγό της απομόνωσε από τον πισσουρανίτη δύο νέα στοιχεία: το «ράδιο», που θα αφήσει το όνομά τους αθάνατο, και το «πολώνιο», που το ονόμασε έτσι προς τιμή του τόπου, που γεννήθηκε.
Σήμερα άλλες, πιο εξελιγμένες τεχνικές, δημιουργούν επανάσταση στα παραδεδεγμένα, στη θεραπευτική και στη διαγνωστική. Τα ραδιενεργά ισότοπα φέρνουν τεράστιες διαγνωστικές δυνατότητες: με ελάχιστα μικροκιουρί (Mc)[1] ιωδίου ελέγχουμε απόλυτα τη λειτουργική κατάσταση του θυρεοειδούς αδένα. Με το ίδιο ραδιοϊσότοπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε θεραπευτικά τα καρκινώματα του θυρεοειδούς και τις μεταστάσεις τους στους πνεύμονες και το ήπαρ.
Τα ραδιενεργά ισότοπα είναι πολύτιμα και στην εντόπιση των όγκων του εγκεφάλου (ραδιενεργό γάλλιο), στη μελέτη της κυκλοφορίας του αίματος (ραδιενεργός φωσφόρος για τη θεραπεία της ερυθραιμίας), σε ακτινοθεραπευτικές εφαρμογές (ραδιενεργό κοβάλτιο, ραδιενεργό καίσιο). Ο ραδιενεργός χρυσός είναι αντικείμενο ευρέων μελετών για την ενέργειά του σε περιπτώσεις ανεγχείρητων όγκων. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι για μισό περίπου αιώνα, το ράδιο της Μαρίας Κιουρί ήταν το μοναδικό αξιόλογο όπλο της ιατρικής κατά του καρκίνου.
Όταν αποδείχθηκε η θεραπευτική αξία του ραδίου, το στοιχείο αυτό έγινε το ακριβότερο στον κόσμο. Ο Πέτρος όμως και η Μαρία Κιουρί, στους οποίους έγιναν προτάσεις να εξασφαλίσουν την αποκλειστική εκμετάλλευση του προϊόντος των ερευνών τους, τις απέρριψαν όλες στο όνομα της επιστήμης. «Είναι προτάσεις παράλογες. Δεν μπορούμε να κάνουμε εμπόριο με τη ζωή ενός ανθρώπου», απαντούσε η Μαρία Κιουρί.Το όνομα των Κιουρί συνεχίστηκε στην επιστήμη με την κόρη τους Ειρήνη, που σε συνεργασία με τον άνδρα της Φρειδερίκο Ζολιό-Κιουρί (Jean Frédéric Joliot-Curie) (1900-1958) ανακάλυψαν το 1933 τη μέθοδο παραγωγής τεχνητής ραδιενέργειας. Η ώρα της διάσπασης του ατόμου πλησίαζε.

[1] Ένα εκατομμυριοστό του «κιουρί», της μονάδας μέτρησης της ραδιενέργειας που εκπέμπει ένα στοιχείο.

4/10/09

Έμιλ φον Μπέρινγκ (Emil von Behring) [103]

Ο Έμιλ φον Μπέρινγκ, ένας από τους μεγάλους του «μικροβιολογικού αιώνα», θυμόταν πάντοτε με συγκίνηση την ταπεινή καταγωγή του: «Είχα έντεκα αδέλφια και ο πατέρας μου ήταν μόνον ένας ταπεινός δημοδιδάσκαλος. Για να τα βγάζει πέρα αναγκαζόταν να κάνει και τον αγρότη». Αυτά συνέβαιναν στο Hansdorf της Δυτικής Πρωσίας, όπου μεγάλωνε η πολυμελής οικογένεια.
Από τα δώδεκα παιδιά μόνον ο Έμιλ, που είχε γεννηθεί το 1854, κατόρθωσε να τελειώσει το γυμνάσιο, χάρις στον καλό εφημέριο του Hohenstein, που τον βοηθούσε οικονομικά και του εξασφάλιζε τροφή. Είναι ο ίδιος κληρικός που τον οδήγησε στην ιατρική παρά τη γνώμη του πατέρα του που ήθελε να σπουδάσει ο γιος του θεολογία. Τότε πέτυχε μια θέση στη Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία του Βερολίνου, πράγμα που του επέτρεπε να σπουδάσει με έξοδα του κράτους, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να υπηρετήσει ως στρατιωτικός ιατρός οκτώ χρόνια. Το 1887 προαγόταν σε λοχαγό υγειονομικού.
Το 1889 ο Μπέρινγκ έγινε βοηθός στο Ινστιτούτο λοιμωδών νοσημάτων που διεύθυνε ο Κωχ. Εκεί έγιναν και οι πρώτες εργασίες του που αφορούσαν την αντισηπτική δράση του ιωδοφορμίου. Ο Μπέρινγκ απέδειξε ότι το ιωδοφόρμιο αναπτύσσει τέτοια ενέργεια μόνο όταν, σε επαφή με ζωντανούς ιστούς ή μικρόβια, απελευθερώνει ιώδιο. Απέδειξε επίσης ότι η ένωση του ιωδίου με την «πτωμαΐνη» (υποθετική ουσία που υπάρχει στο σαπισμένο κρέας) είναι λιγότερο τοξική από την πτωμαΐνη μόνη.
Ακολουθούν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες έρευνες για την ανοσία των ποντικών στον άνθρακα και στη μικροβιοκτόνο δύναμη του ορού του αίματος των ζώων αυτών, και το 1890 έρχεται η ανακάλυψη στον ορό του αίματος εμβολιασμένων ζώων, ιδιοτήτων ικανών για να εξουδετερώσουν δύο ισχυρές μικροβιακές τοξίνες: την τετανική και τη διφθεριτική.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1890 δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος της «Γερμανικής Ιατρικής Επιθεώρησης» μια ανακοίνωσή του με τον τίτλο «Περί της εξακρίβωσης της ανοσίας προς τη διφθερίτιδα και τον τέτανο στα ζώα». Χωρίς να το υποπτεύεται ο κόσμος, επρόκειτο για ανακοινωθέν νίκης. Το άρθρο εκείνο ανάγγελλε μια τελείως νέα προοπτική, πρωτάκουστη για την εποχή στην οποία παρουσιαζόταν, για την πρόληψη και τη θεραπεία των λοιμωδών νοσημάτων. Το δημοσίευμα όμως, γραμμένο μαζί με τον Ιάπωνα Σιμπασαμπούρο Κιταζάτο (Shibasaburo Kitasato), δεν προκάλεσε θόρυβο. Ήταν άλλωστε γραμμένο πολύ επιφυλακτικά και σε αυστηρό επιστημονικό ύφος. «Παραλείπουμε να συναγάγουμε από τα αποτελέσματά μας τις συνέπειες που μπορούν να αποβούν χρήσιμες για τη θεραπεία του ανθρώπου που πάσχει από διφθερίτιδα ή τέτανο», έγραφαν με μετριοφροσύνη οι συγγραφείς για κάτι που αιώνες περίμενε η ιατρική. Ύστερα από λίγες ημέρες, σε μια δεύτερη ανακοίνωση με τον τίτλο «Έρευνες για την εξακρίβωση της ανοσίας στα ζώα», ο Μπέρινγκ έγραφε με επιστημονική σοβαρότητα και ευσυνειδησία: «Τονίζω ότι δε διαθέτω ακόμα ένα φάρμακο κατά της διφθερίτιδας του ανθρώπου, αλλά το αναζητώ».
Την εποχή εκείνη η διφθερίτιδα, γνωστή από την εποχή του Ιπποκράτη, ήταν μια μάστιγα, που δεν άφηνε περιθώριο ελπίδας. Ο «στραγγαλιστής των παιδιών» μόνο μια δυνατότητα επέτρεπε: την τραχειοτομία, που συχνά δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θα πέθαινε το παιδί. Το 1890 οι θάνατοι από διφθερίτιδα στην Πρωσία ανέρχονταν σε 36.160!
Ο Μπέρινγκ αφοσιώθηκε στην έρευνά της, θυσιάζοντας γι’ αυτήν το μικρό στρατιωτικό του μισθό και τις επιχορηγήσεις μερικών φίλων. Οι αντιτοξίνες δυστυχώς που έβγαζε από τον ορό του αίματος των κουνελιών και των ποντικών του, ήταν πολύ λίγο δραστικές. Ο Κωχ που είχε ενδιαφερθεί για τις εργασίες του βοηθού του, τον συμβουλεύει τότε να απευθυνθεί για την παραγωγή ορού στη βιομηχανία. Αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης στη νέα ακόμα μέθοδο της οροθεραπείας και μια σειρά εμποδίων γραφειοκρατικών, αποθάρρυναν τον Μπέρινγκ. Συνέχισε λοιπόν τις κατ’ ιδίαν έρευνες, με τη συνεργασία του ιατρού Έριχ Βέρνικε (Erich Wernicke).
Στις 20 Δεκεμβρίου 1891 στη Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου του Βερολίνου που διεύθυνε ο von Bergman, προσωπικός ιατρός του Γουλιέλμου Β', ένα κοριτσάκι πέθαινε από διφθερίτιδα. Κάποιος σκέφτηκε τότε τις εργασίες του Μπέρινγκ και ζήτησε τη βοήθειά του. Με μια δόση αντιδιφθεριτικού ορού από πρόβατο, το κοριτσάκι θεραπεύτηκε. Ήταν η πρώτη νίκη κατά της νόσου.
Τώρα η γερμανική βιομηχανία, τα «Εργαστήρια Fresenius» και τα χρωματουργεία Hoechst προσφέρουν στον Μπέρινγκ τη συνεργασία τους. Ο Karl Binds, διευθυντής του Φαρμακολογικού Ινστιτούτου της Βιέννης, του διαθέτει το εργαστήριό του και ο Otto Heubner, παιδιατρική αυθεντία της εποχής, εφαρμόζει την οροθεραπεία στο Ινστιτούτο του στο Rödnitz της Λειψίας. Ύστερα από ένα χρόνο εφαρμογής της οροθεραπείας, η θνησιμότητα από διφθερίτιδα, που στην περίοδο 1890-1893 κυμαινόταν γύρω στα 57,1%, έπεσε στα 22,5%.
Η έλλειψη πάντως κατανόησης που υπάρχει συστηματικά απέναντι σε κάθε μεγάλο επιστήμονα, δεν μπορούσε να κάνει εξαίρεση για τον Μπέρινγκ. Στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Υγιεινής και Δημοσιογραφίας στη Βουδαπέστη το 1894, όπου καλείται έκτακτος καθηγητής τότε της Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο της Halle-Wittenberg, να προεδρεύσει, ο Γάλλος Πέτρος Παύλος Αιμίλιος Ρου (Pierre Paul Emile Rough) (1853-1933) προβαίνει σε μια ανακοίνωση και χαιρετίζεται από μερίδα του τύπου ως εκείνος που ανακάλυψε την «αντιδιφθεριτική λύμφη». Ο εθνικισμός της εποχής παραμορφώνει τα γεγονότα: οι μεν γράφουν για τη «δηλητηριώδη σύριγγα» και υπαινίσσονται τον Μπέρινγκ, οι δε μιλούν για «εβραϊκή κερδοσκοπία» και υπονοούν τον Ρου.
Ο Ρου όμως, πιο ειλικρινής και πιο έντιμος από τους υπερασπιστές του, ανακοινώνοντας στη Βουδαπέστη τα αποτελέσματά του από την εφαρμογή της διφθεριτικής αντιτοξίνης στη Γαλλία,[1] δηλώνει: «Η οροθεραπεία μπήκε στην ιστορία της ιατρικής από τότε που ο Μπέρινγκ έκανε γνωστές τις ιδιότητες του ορού των ζώων που έχουν ανοσοποιηθεί κατά της διφθερίτιδας».
Ο Γερμανός επιστήμονας, ευγνώμων στον Ρου για την ομολογία του αυτή, δίνει το 1894 στη Βιέννη την πρώτη δημόσια διάλεξή του επί του θέματος και δηλώνει ότι με το εμβόλιό του μπορεί να κάνει τη διφθερίτιδα τόσο ακίνδυνη όσο και την ευλογιά. Μέχρι τότε, στα 100.000.000 των κατοίκων της Γερμανίας και της Αυστρίας, 2.000.000 από τα 3.000.000 που προσβάλλονταν από τη νόσο, υπέκυπταν. Με την κατάλληλη χρήση του ορού θα μπορούσαν να σωθούν από το θάνατο 1.500.000 άνθρωποι.
Το 1895 ο Μπέρινγκ, που έχει πια αποσπάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, γίνεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Marburg. Τότε εκδίδεται ένα μνημειώδες έργο του: η «Ιστορία της διφθερίτιδας, ειδικά σε σχέση με τη θεωρία της ανοσοποίησης». Στο Marburg υπάρχουν ακόμα τα χειρόγραφα 140 εργασιών του.
Στο δικό του Ινστιτούτο, με άξιο της αποστολής του εργαστήριο, ο Μπέρινγκ ασχολείται τώρα με το πρόβλημα της φυματίωσης, στο οποίο αφιέρωσε το δεύτερο ήμισυ της ζωής του. Το όνειρό του ήταν η ανακάλυψη της «καθαρής τοξίνης του βακίλου του Κωχ» και «η παραγωγή στον ορό του αίματος των πειραματόζωων της ευεργετικής αντιτοξίνης που θα εξουδετερώσει τη νόσο».
Για την αναζήτηση της «αντιτουμπερκουλίνης» του ιδρύει μαζί με τους Knor και Wernicke ένα Ινστιτούτο Πειραματικής Θεραπείας στο λόφο του φρουρίου του Marburg. Οι εργασίες του εκεί ξεσήκωσαν όμως την εχθρότητα του Κωχ.
Το 1901 πήρε το βραβείο Νομπέλ Ιατρικής. Τα χρήματα του βραβείου θα τα χρησιμοποιήσει, όπως δήλωσε στην τελετή της απονομής, για να αποδείξει τη δυνατότητα της παρασκευής ενός εμβολίου, κατά το πρότυπο των εμβολίων του Παστέρ, κατά της φυματίωσης, αρχίζοντας από τη φυματίωση των αγελάδων, κάτι που θεωρούσε ως πρώτο σταθμό για την πρόληψη της ανθρώπινης φυματίωσης.
Ο Μπέρινγκ ονειρευόταν την κατάργηση των σανατορίων και των συναφών ιδρυμάτων και πίστευε ότι θα πετύχαινε κατά ανάλογο με τον Τζένερ τρόπο, με ένα δηλαδή προληπτικό εμβόλιο. Δημοσίευσε μια εργασία που παρουσίαζε τις αντιλήψεις του για τη φυματίωση και τα συμπεράσματά του από τη μεταφορά της πείρας του από τη φυματίωση των βοοειδών στον άνθρωπο. Πίστευε ότι το γάλα της αγελάδας ήταν η κυριότερη πηγή μόλυνσης με τη νόσο για τα νεογέννητα και έδινε διάφορες πρακτικές οδηγίες για τη βελτίωση του γάλακτος. Τα πειράματά του γίνονταν σε δεκάδες χιλιάδες βοοειδή. Η «ταυρίνη» και η «τουμπερκουλάση» του ήταν από τα πρώτα δείγματα εμβολίων για αγελάδες, που δυστυχώς δεν επρόκειτο να οδηγήσουν στην επιτυχία.
Κάποτε ο Μπέρινγκ δεν άντεξε το βάρος μιας τέτοιας κόπωσης και υποχρεώθηκε να μείνει νοσηλευόμενος 3 χρόνια σε ένα θεραπευτήριο κοντά στο Μόναχο, στις στοργικές φροντίδες του ιατρού φον Χένλιν.
Με την επιστροφή του στο Μάρμπουργκ το 1910 εγκαταλείπει τα προβλήματα της φυματίωσης για να αφοσιωθεί στην τελειοποίηση του αντιδιφθεριτικού ορού. Τώρα παράγει την «προφυλακτική αντιδιφθεριτική ΤΑ», μείγμα διφθεριτικής τοξίνης και αντιτοξίνης, που εξασφαλίζει σταθερότερη και πιο παρατεταμένη ανοσία.Και ήρθε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Ένας από τους 6 γιους του Μπέρινγκ, ο Bernhard, σκοτώνεται στο μέτωπο το 1916. Ο εξαντλημένος πια σωματικά επιστήμονας δεν άντεξε το πλήγμα και σε λίγους μήνες (1917) πέθανε. Όπως γράφει ο G. Magnus, ο γιατρός των τελευταίων του ημερών, ο Μπέρινγκ ανακουφιζόταν, καθώς περίμενε το θάνατο, να διαβάζει επιστολές παιδιών από όλο τον κόσμο, που τον ευχαριστούσαν γιατί τους είχε σώσει τη ζωή με τον ορό του.

[1] Πτώση της θνησιμότητας από 60% σε 22% στο «Νοσοκομείο νοσούντων παίδων» στο Παρίσι.