20/10/09

Σαρλ Ρισέ (Charles Robert Richet) [106]

Τα θορυβώδη χρόνια του 1914 στο Παρίσι, η μεγάλη ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ εμπιστευόταν στους φίλους της που πήγαιναν να την συγχαρούν στο καμαρίνι της: «Το θέατρο είναι πράγματι ένα μυστηριώδες φαινόμενο. Μου έτυχε να με σφυρίξουν με έργα αυθεντικών συγγραφέων. Ξέρετε ποιου είναι η κωμωδία που παίζω εδώ και 30 βραδιές σ’ ένα παραλήρημα επευφημιών; Είναι του μεγαλύτερου Γάλλου φυσιολόγου, του Σαρλ Ρισέ».
Στην ιστορία πάντως του θεάτρου, ούτε η τρίπρακτη «Κίρκη», η κωμωδία για την οποία μιλούσε η Σάρα Μπερνάρ, ούτε η «Ανάκριση» και ακόμα λιγότερο το δράμα του «Ο θάνατος του Σωκράτη» θα μείνουν, παρά την επιτυχία που είχαν όταν παίχτηκαν. Η πραγματική θέση του Ρισέ είναι στην ιστορία της ιατρικής.
Πολύ ζωηρό πνεύμα, με το πάθος του πειραματισμού,[1] ο Ρισέ θυμίζει τις πολυεδρικές και καθολικές εκείνες φυσιογνωμίες της Αναγέννησης.
Ο πατέρας του, Αλφρέντ Ρισέ (Alfred Richet) ήταν γιατρός, καθηγητής κλινικής χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Παρισιού, αλλά στους προγόνους του θα συναντήσουμε και φιλοσόφους και λόγιους. Ο Ρισέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1850. Ο πατέρας του, που κρατάει αξιόλογη θέση στην ιστορία της γαλλικής χειρουργικής, τον ενθάρρυνε να σπουδάσει ιατρική.
Ήταν στα χρόνια των μεγάλων κατακτήσεων της ιατρικής, τα χρόνια του Παστέρ και του Κοχ, όταν ο Εμίλ Ζολά ομολογούσε ότι την αφηγηματική του τέχνη (βερισμός) την όφειλε σ’ ένα μεγάλο γιατρό, τον Κλωντ Μπερνάρ. Το έργο αυτού του τελευταίου, «Πειραματική ιατρική», ήταν που γοήτευσε και τον Ρισέ και τον έκανε να σπουδάσει, παράλληλα με την ιατρική, και φυσικές επιστήμες.
Από το 1877 ασχολείται με τη φυσιολογία στο πλευρό διασημοτήτων της εποχής: του Μάρεϊ, του Μπερτελό, του Βιλπιάν. Περισσότερο όμως από όλα τον γοήτευαν τα μαθήματα του Κλωντ Μπερνάρ. Πίστευε κι αυτός μαζί με το μεγάλο διδάσκαλο ότι απαιτείται μια νέα μέθοδος έρευνας, μια συνεργασία μεταξύ ιατρικής και βιολογίας.
Ο ενθουσιασμός του για τον Κλωντ Μπερνάρ φαίνεται από τον τίτλο της διδακτορικής του διατριβής, που απηχεί το πνεύμα εκείνου: «Περί των πειραματικών μελετών στην κλινική επί της ευαισθησίας».
Παίρνοντας τον διδακτορικό του τίτλο άρχισε να εργάζεται στο εργαστήριο του Μαρσελέν Μπερτελό (Pierre Eugène Marcellin Berthelot) (1827-1907). Εκεί ολοκληρώνει τις πρώτες πειραματικές του εργασίες για το γαστρικό υγρό.
Ο Ρισέ νοσήλευε ένα παιδάκι που είχε καταπιεί κατά λάθος καυστική σόδα. Το παιδάκι παρουσίασε τελικά στένωση του οισοφάγου και μετά τη χειρουργική επέμβαση γαστρικό συρίγγιο. Παρακολουθώντας τον μικρό του άρρωστο, ο Ρισέ απέδειξε πρώτος ότι η οξύτητα του γαστρικού υγρού οφείλεται στο υδροχλωρικό οξύ.
Ακολούθησαν και άλλες πειραματικές εργασίες. Με ένα νέο θερμιδόμετρο και μια συσκευή για τον προσδιορισμό των αερίων της αναπνοής, που χρησιμοποιείτο για πρώτη φορά, διαπίστωσε το μηχανισμό της θερμορύθμισης.
Εκθέτοντας σκύλους σε υψηλές θερμοκρασίες απέδειξε ότι τα ζώα ψύχονται, εξατμίζοντας νερό από την επιφάνεια των πνευμόνων τους. Είναι η λεγόμενη «θερμική πολύπνοια», που την ύπαρξή της ανακάλυψε ο Ρισέ. Όταν εξέθετε τους σκύλους σε χαμηλή θερμοκρασία διαπίστωσε ότι θερμαίνονταν θέτοντας σε ταυτόχρονη σύσπαση όλους τους μυς του στόματός τους. Είναι το φαινόμενο του «θερμικού ρίγους», που κι αυτό το περιέγραψε πρώτος και το ανέλυσε στο έργο του «Η ζωική θερμότητα».
Στο βιβλίο αυτό που εκδόθηκε αργότερα (1895), ο Ρισέ διαπιστώνει ένα βασικό νόμο της φυσιολογίας: «η παραγωγή της ζωικής θερμότητας είναι ανάλογη της επιφάνειας του δέρματος και όχι του βάρους του σώματος».
Το 1884 απέδειξε και πάλι πρώτος ότι τα θερμορυθμιστικά κέντρα εντοπίζονται στον εγκέφαλο.
Άλλο σημαντικό του έργο είναι «Η κυκλοφορία του αίματος», στο οποίο εκθέτει τα πρώτα ορολογικά του πειράματα που θα οδηγήσουν τελικά στις μεγάλες κατακτήσεις της οροθεραπείας.
Στον Ρισέ οφείλεται επίσης η βασική διαπίστωση ότι «το αίμα ζώου ανθεκτικού σε μια λοίμωξη,[2] όταν το χορηγήσουμε με ένεση σε ζώο ευαίσθητο σε λοίμωξη, μπορεί να παρέχει ανοσία, λίγο πολύ πλήρη» (παθητική ανοσοποίηση).
Τα ενδιαφέροντα όμως του Ρισέ εκτείνονται και στον ψυχοφυσιολογικό τομέα στα όρια του ομαλού ψυχικού βίου, μια περιοχή που τη μελέτη της ονόμασε «μεταψυχική», με ένα όρο που είχε μεγάλη τύχη. Στο 1885 τοποθετείται η μελέτη του «Πειραματική Ψυχολογία». Στο έργο αυτό εκθέτει μελέτες του για την υπνοβασία, τον υπνωτισμό, τα παραψυχολογικά φαινόμενα και τα πειράματα που είχε κάνει στο Μιλάνο μαζί με τον Ξάκοβ και τον Λομπρόζο επάνω σε ένα πολύ γνωστό μέντιουμ της εποχής.
Τα πειράματα αυτά έπεισαν τον Ρισέ ότι πολλά φαινόμενα που θέλει να αγνοεί η επίσημη επιστήμη πρέπει να περιληφθούν στο πλαίσιο της πειραματικής ψυχολογίας. Για το σκοπό αυτό θα ιδρύσει το 1891 μαζί με τον Νταριέ τα «Χρονικά των Ψυχικών Επιστημών», στα οποία περιγράφει τα ψυχικά φαινόμενα που θεωρεί οπωσδήποτε αυθεντικά: προαισθήσεις, ψευδαισθήσεις, τηλεπάθεια κλπ. Ο Ρισέ ακόμα υποστήριζε ότι ορισμένα άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες (μέντιουμ) διαθέτουν μια διεισδυτική ευαισθησία που την ονόμασε παραστατικά «έκτη αίσθηση».
Οι ιδέες του Ρισέ στον τομέα αυτόν συνοψίζονται στο έργο του «Πραγματεία Μεταψυχικής» (1922) και στην πρωτότυπη μελέτη του «Η έκτη μας αίσθηση» (1928).
Το 1887 ο Ρισέ ονομάστηκε καθηγητής της φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Παρισιού. Ασχολήθηκε μαζί με τον Ερικούρ με την οροθεραπεία της φυματίωσης, που με τέτοιο πάθος κυνηγούσε τότε ο Μπέρινγκ στη Γερμανία. Ο Ρισέ έκανε το 1890 την πρώτη ένεση ορού σε φυματικό στο Οτέλ Ντιέ του Παρισιού. Το πείραμα απέτυχε, αλλά ο Ρισέ δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του. Δοκίμασε μάλιστα και μια θεραπεία της φυματίωσης με ωμό κρέας που την ονόμασε «ζωμοθεραπεία».
Ο Ρισέ όμως δεν περιόρισε τους πειραματισμούς του σ’ ένα μόνον τομέα. Την προσοχή του κίνησαν και φαρμακολογικά θέματα. Εκτέλεσε ολόκληρη σειρά πειραμάτων σχετικά με την επίδραση των χλωριούχων αλάτων, των αλκαλικών μετάλλων στα ψάρια, στην καρδιά του βατράχου, στη γαλακτική ζύμωση. Ο Ρισέ απέδειξε ότι «για τις ουσίες που ενεργούν στα ίδια ανατομικά στοιχεία, οι δόσεις που έχουν τοξική ενέργεια δεν είναι ανάλογες προς τα απόλυτα βάρη των ουσιών αυτών, αλλά προς τα μοριακά τους βάρη». Αντίθετα, δηλαδή, με αυτό που υποστήριζαν μέχρι τότε, για να δηλητηριαστούν ζώα με το ίδιο βάρος, χρειαζόταν το ίδιο μοριακό βάρος από οποιουδήποτε αλκαλικό άλας και συνεπώς οι τοξικές ενέργειες των φαρμάκων είναι καθαρά χημικής φύσης. Στη συνέχεια ο Ρισέ μελετώντας τα φάρμακα που προκαλούν σπασμούς, απέδειξε στην περίπτωση της κοκαΐνης ότι η δόση που απαιτείται για την πρόκληση σπασμών είναι τόσο μικρότερη όσο ο εγκέφαλος ενός ζώου είναι μεγαλύτερος και ότι το ίδιο ίσχυε για τη θανατηφόρο δόση του φαρμάκου.
Εξάλλου, σε συνεργασία με τον Ανριό, ανακάλυψε τη χλωραζόλη, ένα υπνωτικό που αποδείχθηκε πολύ χρήσιμο στις ζωοτομικές έρευνες.
Οι μελέτες του για την επίδραση της εξωτερικής θερμοκρασίας στις φαρμακολογικές και τοξικές ενέργειες ορισμένων ουσιών, που έγιναν με τα πιο διαφορετικά φάρμακα σε πλήθος ζώων, από μικρόβια μέχρι θηλαστικά, απέδειξαν ότι οι φαρμακολογικές και τοξικές αντιδράσεις ενισχύονται με την άνοδο της θερμοκρασίας και εξασθενούν με την πτώση της και ότι η θανατηφόρος δόση ποικίλλει ανάλογα με τη θερμοκρασία.
Ο Ρισέ, χάρις στα πειράματά του, ανακάλυψε «ότι μερικές φορές, ποσότητες μεταλλικών αλάτων που φθάνουν μια δόση μόλις 10 εκατομμυριοστά του χιλιοστού του γραμμαρίου στο λίτρο (π.χ. τα άλατα του βαναδίου) δεν είναι χωρίς επίδραση στη γαλακτική ζύμωση. Η ζύμη της γαλακτικής ζύμωσης είναι σαφώς ευαίσθητη ακόμα και σε αυτή την εξαιρετική αραίωση». Μετά από την ανακάλυψή του αυτή, ο Ρισέ μιλάει για μια νέα ανακάλυψη: για τη «χημεία των αστάθμητων». Μια επιστήμη από δύο όρους που φαίνονται αντιφατικοί. Αλλά δεν είναι.
Η ανακάλυψη όμως που θα μείνει για πάντα στην ιστορία της ιατρικής είναι η ανακάλυψη της «αναφυλαξίας» που έγινε από τον Ρισέ το 1902. Στις «Αναμνήσεις ενός φυσιολόγου» περιγράφει το 1933 τη στιγμή εκείνη με αφοπλιστική απλότητα: «Ήταν τύχη περισσότερο παρά η δική μου επέμβαση, που ανακάλυψα την αναφυλαξία».
Τον όρο «αναφυλαξία» έπλασε ο Ρισέ για να δηλώσει την «έλλειψη φύλαξης» που αναπτύσσεται στους οργανισμούς ύστερα από την επανειλημμένη χορήγηση ορισμένων τοξικών ουσιών. Τα συμπεράσματά του ο Ρισέ συνόψισε σ’ ένα νόμο κατά τη διάρκεια μιας περιήγησής του στη Μεσόγειο: «Οι ετερογενείς κολλοειδείς ουσίες, που χορηγούνται με ένεση για δεύτερη φορά σ’ ένα ζώο, έχουν θανατηφόρο ενέργεια σε δόση αρκετά πιο μικρή από την πρώτη ελάχιστη θανατηφόρο δόση».
Με τη διατύπωση αυτή του Ρισέ μια νέα φυσιοπαθολογική πραγματικότητα παίρνει επιστημονική έκφραση. Μια τοξική ουσία, που χορηγείται σε δόση που είναι τελείως αβλαβής για ένα φυσιολογικό ζώο, μπορεί να προκαλέσει κεραυνοβόλο θάνατο σε άλλο ζώο, που πριν αρκετό καιρό είχε δεχθεί στον οργανισμό του την ίδια ουσία χωρίς συνέπειες. Το φαινόμενο αυτό της «αναφυλακτικής κρίσης» αποτελεί στοιχείο του ευρύτερου πεδίου των «αλλεργιών», καταστάσεων δυσανεξίας του οργανισμού απέναντι σ’ ένα αντιγόνο, άσχετα από τη φύση του. Χάρις στην ανακάλυψη του Ρισέ μια μεγάλη ποικιλία παθολογικών καταστάσεων από το βρογχικό άσθμα μέχρι την κνίδωση (ουρτικάρια), αντιμετωπίζονται σήμερα κάτω από το ίδιο ειδικό πρίσμα. Για την ανακάλυψή του αυτή πήρε ο Ρισέ το βραβείο Νομπέλ το 1913.
Εκτός από τα άλλα του ενδιαφέροντα, ο Ρισέ ήταν αδιόρθωτος ειρηνιστής, αφού αγωνιζόταν με φυλλάδια και βιβλία μέσα στο 1914 για να πείσει την ανθρωπότητα να αποφύγει την είσοδο στο τραγικό παιχνίδι του πολέμου, που ήταν πια αποφασισμένη.
Στην ίδια προσπάθεια τον βλέπουμε να επιδίδεται το 1930, τότε ακριβώς που πύκνωναν σιγά-σιγά τα σύννεφα για να δώσουν μέσα στην ίδια δεκαετία έναν πιο καταστρεπτικό Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.Από τις τελευταίες του σκέψεις, λίγο πριν από το θάνατό του, το 1935, είναι και οι εξής: «Όλα παρέρχονται. Οι αυταπάτες των ανθρώπων, ακόμα και οι πιο γενναιόφρονες, είναι προορισμένες στην παρακμή. Μόνον οι αλήθειες της επιστήμης μπορούν ίσως να διεκδικήσουν την αιωνιότητα».
[1] Είχε κατασκευάσει ακόμα και ένα αεροπλάνο λίγο πριν από τους αδελφούς Ράιτ.
[2] Λόγω φυσικής ή επίκτητης ανοσίας μετά από εμβολιασμό.

15/10/09

Καρλ Λαντστάινερ (Karl Landsteiner) [105]


Το κυκλοφορικό μας σύστημα είναι το καλύτερο μεταφορικό σύστημα του κόσμου. Διακινεί 5 λίτρα αίματος το λεπτό και 7.200 λίτρα το εικοσιτετράωρο. Έχει μήκος περισσότερο από το διπλάσιο της περιφέρειας της γης και επιπλέον παράγει μόνο του το διακινούμενο υλικό, αντικαθιστώντας συνεχώς τα γερασμένα κύτταρα του αίματος με νέα που προέρχονται από τα αιμοποιητικά όργανα.
Το πρώτο σοβαρό κεφάλαιο στην ιστορία της ιατρικής για την κυκλοφορία του αίματος γράφτηκε το 1628 από τον Ουίλιαμ Χάρβεϊ. Η επόμενη ισάξια ανακάλυψη θα γίνει το 1900 από τον παθολογοανατόμο της Βιέννης Καρλ Λαντστάινερ: είναι η ανακάλυψη των ομάδων του αίματος. Ο Χάρβεϊ είχε ανατρέψει τις απόψεις των οπαδών του Γαληνού για την κυκλοφορία του αίματος. Ο Μαλπίγγι είχε ανακαλύψει τα τριχοειδή αγγεία. Ο Λέβενχουκ είχε περιγράψει, στις περίφημες επιστολές του προς τη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου, από το 1678 και πέρα, και είχε μετρήσει με καταπληκτική ακρίβεια τη διάμετρο «των σφαιριδίων που δίνουν στο αίμα μας το ροδοκόκκινο χρώμα του». Από το 1870 είχαν αρχίσει να θεωρούν το αίμα εναιώρημα κυτταρικών στοιχείων. Ο Έρλιχ ανακάλυψε ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι το τελικό στάδιο του μετασχηματισμού κυττάρων που παράγονται αλλά και απέδειξε ότι τα λευκά αιμοσφαίρια δημιουργούνται στο μυελό των οστών και τα λεμφογάγγλια. Από τις πρώτες αυτές εργασίες αναπτύχθηκε όλη η σύγχρονη αιματολογία.
Σύντομα το αίμα απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους παθολόγους, τους χημικούς και τους φυσιολόγους. Τι 1895 ο Βέλγος Ζιλ Μπορντέ (1870-1961) ανακάλυψε την ικανότητα του πλάσματος του αίματος να συγκολλά τα ξένα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η ανακάλυψη αυτή ήταν το κλειδί της ερμηνείας των αιτίων του κυκλοφορικού «collapses» που παρουσιαζόταν όταν σ’ ένα ζώο γινόταν μετάγγιση αίματος από άλλο είδος ζώου: τα ξένα ερυθρά αιμοσφαίρια πάθαιναν συγκόλληση μέσα στα αιμοφόρα αγγεία του λήπτη.
Μερικά χρόνια αργότερα (1901) ο Καρλ Λαντστάινερ νεαρός παθολόγος της Ιατρικής Σχολής της Βιέννης (όπου είχε γεννηθεί το 1868) ανακάλυπτε ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί και μεταξύ δύο ανθρώπων: το πλάσμα του αίματος ορισμένων ανθρώπων συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια μερικών άλλων ατόμων και όχι μόνο των ζώων. Σχεδόν συγχρόνως ο Ρισέ ανακάλυπτε το φαινόμενο της αναφυλαξίας στο σκύλο «Ποσειδών».
Ο Λαντστάινερ συνέλαβε την ιδέα να φέρει σε επαφή ερυθρά αιμοσφαίρια ενός ανθρώπου με τον ορό του αίματος ενός άλλου. Όπως γράφει στο ημερολόγιό του: «μερικές φορές τα σωματίδια συγκολλούνται, ενώ άλλες φορές το φαινόμενο δεν παρουσιάζεται. Μήπως γιατί κάποιος από τους αιμοδότες είναι άρρωστος ή όχι φυσιολογικός;».
Πήρε τότε αίμα από όλους τους βοηθούς του εργαστηρίου του και μετά από μακρά σειρά πειραμάτων ανακάλυψε 4 τουλάχιστον τύπους αίματος: Γράφει και πάλι: «Αυτό σημαίνει ότι το αίμα δεν είναι το ίδιο σε όλους τους ανθρώπους, αλλά διαφέρει φυσιολογικά λόγω της παρουσίας ή της απουσίας ορισμένων ιδιοσυστατικών ιδιοτήτων, με βάση τις οποίες μπορούμε να χωρίσουμε τα άτομα σε καλώς καθορισμένες και αμετάβλητες ομάδες».
Το πρόβλημα των δυσάρεστων συνεπειών των μεταγγίσεων αίματος από άτομο σε άτομο του ίδιου είδους, που απασχολούσε τον ιατρικό κόσμο επί δύο αιώνες, είχε λυθεί. Ήταν η ασυμβατότητα του αίματος που συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του δότη: οι θρόμβοι που σχηματίζονταν έτσι οδηγούντο από την κυκλοφορία στα μικρά αγγεία του εγκεφάλου ή των πνευμόνων και τα έφραζαν.
Έμενε το πρόβλημα που είχε μείνει αναπάντητο από τον Ρισέ. Πώς το αίμα ενός ατόμου αναγνωρίζει το ξένο αίμα; Και πώς το αίμα ενός ανοσοποιημένου ατόμου αναγνωρίζει το μικρόβιο που το είχε προηγουμένως μολύνει;
Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι άτομα που είχαν περάσει νόσους, όπως η ευλογιά ή η ιλαρά, δεν αρρώσταιναν δεύτερη φορά από αυτές. Ο δαμαλισμός υπήρξε στη συνέχεια ένα σπουδαίο γεγονός στον τομέα αυτόν. Η μέθοδος του Τζένερ βρήκε την πανηγυρική της επιβεβαίωση στα εμβόλια του Παστέρ. Το πρόβλημα έγινε πλέον αντικείμενο σοβαρής μελέτης.
Ο Μπέρινγκ, ανακαλύπτοντας τη δυνατότητα της παθητικής ανοσοποίησης κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας με ορό ζώων που είχαν περάσει τις νόσους, απέδειξε ότι το φαινόμενο οφείλεται στις αντιτοξίνες του αίματος των ανοσοποιημένων ζώων: οι τοξίνες των μικροβίων είχαν ενεργήσει ως αντιγόνα, παράγοντας ουσίες που τις εξουδετέρωναν τα αντισώματα. «Μήπως αυτό είναι το κλειδί του φαινομένου της συγκόλλησης;» διερωτάται ο Λαντστάινερ.
Ο Έρλιχ διατύπωσε τότε μια περίεργη θεωρία: τα αιμοσφαίρια και το πλάσμα του αίματος διαθέτουν κλειδιά και κλειδαριές διαφόρων τύπων. «Μέσα στο αίμα ενός δότη, ποτέ δε αντιστοιχεί φυσιολογικά το κλειδί στην κλειδαριά. Αλλά όταν γίνεται ανάμειξη που κάνει να συμπίπτει το κλειδί με την κλειδαριά, αποδεσμεύονται οι μηχανισμοί και παρουσιάζονται τα φαινόμενα της συγκόλλησης». Ο Έρλιχ υπονοεί ότι τέσσερα είδη «κλειδιών» και άλλα τόσα «κλειδαριών», ενώ ο Λαντστάινερ αποδεικνύει με τα πειράματά του ότι αρκούν δύο ομάδες «κλειδιών» και άλλες τόσες «κλειδαριών» για να εξηγήσουν τα φαινόμενα της συγκόλλησης. Διακρίνει 4 ομάδες αίματος και τις ονομάζει Α, Β, ΑΒ και Ο (μηδέν).
Εμβαθύνοντας στα προβλήματα της ανοσίας, αποδεικνύει την ύπαρξη νέων ουσιών, άγνωστων στη φύση, που το αίμα μπορεί να μάθει να τις αναγνωρίζει με ένα μηχανισμό που εξαρτάται από τη χημική σύνθεση των ουσιών που υπάρχουν στο αίμα. Ο ορός του αίματος του λήπτη περιέχει αντισώματα, «συγκολλητίνες», που αντιδρούν ειδικά με τα αντιγόνα, «συγκολλητινογόνα», που υπάρχουν στα ερυθρά αιμοσφαίρια του δότη. Ο σχηματισμός των συγκολλητινών είναι φυσιολογικό φαινόμενο που γίνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες πιο έντονο. Εκτός από τις «αντιτοξίνες» που εξουδετερώνουν τις τοξίνες των μικροβίων, υπάρχουν ακόμα «ιζηματίνες», που προκαλούν την καθίζηση ορισμένων πρωτεϊνών, «λυσίνες» που προκαλούν τη διάλυσή τους και οι «συγκολλητίνες» που αναφέραμε. Ενώ όμως για την παραγωγή των αντισωμάτων αυτών απαιτείται ευαισθητοποίηση του ατόμου, όταν πρόκειται για τις ομάδες του αίματος τα αντισώματα υπάρχουν από την αρχή.
Η κληρονομικότητα των ομάδων του αίματος ακολουθεί τους νόμους του Μέντελ. Η διαπίστωση αυτή έχει την εξής αξία: όπως όταν γνωρίζουμε τις ομάδες αίματος των γονέων μπορούμε να καθορίσουμε με απόλυτη ακρίβεια την ομάδα του νεογέννητου, μπορούμε να προσδιορίσουμε και σε ποιες ομάδες «δεν» μπορεί να ανήκει. Η ιατροδικαστική, αξιοποιώντας το δεδομένο αυτό, μπορεί να αποφανθεί όχι ότι ένα παιδί προέρχεται από τον τάδε πατέρα, αλλά ότι αποκλείεται να είναι παιδί του δείνα πατέρα. Το ποσοστό στο οποίο μπορεί να φτάσει η δυνατότητα αποκλεισμού της πατρότητας έφτασε σε υψηλά επίπεδα χάρις στην ανακάλυψη πολλών ομάδων και υποομάδων αίματος.
Χιλιάδες παρατηρήσεις απέδειξαν ότι η ομάδα του αίματος είναι σταθερός χαρακτήρας του ατόμου που δεν μεταβάλλεται από καμιά παθολογική κατάσταση. Είναι στοιχείο ταυτότητας όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα, που τίποτα δεν μπορεί να το αλλοιώσει εφόρου ζωής.
Λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη του Λαντστάινερ αποκαλύπτεται ότι η κατανομή των ομάδων του αίματος διαφέρει από φυλή σε φυλή. Όχι ότι υπάρχουν ειδικές φυλετικές ομάδες αίματος, αλλά ότι το ποσοστό που κατέχει κάθε μια μέσα στο σύνολο ενός πληθυσμού, είναι χαρακτηριστικό για τον πληθυσμό αυτό.
Ο Λαντστάινερ συνεχίζει από το 1923 τις έρευνές του στο Ινστιτούτο Rockefeller της Νέας Υόρκης. Εκεί ανακάλυψε την ύπαρξη των παραγόντων Μ και Ν και το 1940, σε συνεργασία με τον Βίνερ, τον παράγοντα «Rhesus», που πήρε το όνομά από ένα είδος πιθήκου της Ινδίας, τον «Macacus rhesus», που πρώτος χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα αυτά. Η σημασία της ανακάλυψης του παράγοντα «Rh» είχε θεωρηθεί στην αρχή ακαδημαϊκής φύσης.
Το 1930 ο Λαντστάινερ πήρε το Βραβείο Νόμπελ. Στη συνέχεια οι μελέτες του στρέφονται, σε συνεργασία με το μαθητή του Αλεξάντερ Βίνερ, προς τις ομάδες αίματος των πιθήκων, για να διαλευκανθούν ορισμένα ζωολογικά και ανθρωπολογικά προβλήματα.
Μετά την ανακάλυψη των ομάδων αίματος, δεν έπρεπε πια να παρουσιάζονται φαινόμενα συγκόλλησης όταν γίνονταν μεταγγίσεις αίματος της ίδιας ομάδας με το αίμα του λήπτη. Κι όμως αυτό συνέβαινε σ’ ένα ποσοστό 2 τοις χιλίοις. Το κλειδί του αινίγματος ήταν ο παράγοντας «Rh».
Εκεί, στο Ινστιτούτο Rockefeller, οι δυο ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο ορός του αίματος του κουνελιού που μόλις συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του πιθήκου Rhesus, τα συγκολλούσε πολύ πιο έντονα ύστερα από μια μετάγγιση αίματος του πιθήκου στο κουνέλι. Ο ορός αντι-Rhesus που δημιουργήθηκε έτσι, μπορούσε να συγκολλήσει και το αίμα ορισμένων ανθρώπων. Με τη βοήθειά του διαπιστώθηκε ότι σε 100 άτομα, τα 85 είναι Rhesus θετικά (Rh+), που η ανάμειξη του αίματός τους με αίμα Rhesus αρνητικό (Rh-) προκαλούσε τα φαινόμενα της ασυμβατότητας που είχαν παρατηρήσει οι Λαντστάινερ και Βίνερ. Για την αποφυγή, συνεπώς, των συμβάντων αυτών, έπρεπε πριν από κάθε μετάγγιση να γίνεται εκτός από τον προσδιορισμό της ομάδας αίματος και η ανίχνευση του παράγοντα Rhesus.
Η γνώση του παράγοντα Rhesus επέτρεψε στον Φίλιπ Λέβιν να ανακαλύψει το αίτιο της «αιμολυτικής νόσου των νεογνών». Αυτή παρουσιάζεται όταν η γυναίκα Rhesus αρνητική (Rh–) συλλάβει παιδί με άνδρα Rhesus θετικό (Rh+). Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης συμβαίνει μερικά ερυθρά αιμοσφαίρια του εμβρύου να περάσουν στην κυκλοφορία της μητέρας. Ο οργανισμός της παράγει τότε αντισώματα αντί-Rh, που μπαίνοντας στη συνέχεια στην κυκλοφορία του εμβρύου, προκαλούν στο αίμα του το φαινόμενο της αιμολυσίας.Ο Καρλ Λαντστάινερ πέθανε το 1943, όταν στα πεδία των μαχών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου χιλιάδες ανθρώπινες ζωές σώζονταν με τις μεταγγίσεις αίματος που έκαναν δυνατές οι ανακαλύψεις του.