6/11/09

Φρέντερικ Μπάντινγκ (Sir Frederick Grant Banting) [110]

Στον ΒΔ Ατλαντικό, μπροστά στον κόλπο του Σαιν Λωράν, στις 11 Ιουλίου 1941, μερικοί ψαράδες βλέπουν να πέφτει ένα αεροπλάνο, που, πριν από λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, έκανε επικίνδυνους ελιγμούς: μια σειρά «βουτιές» από μεγάλο ύψος ώσπου να αγγίζει σχεδόν τη θάλασσα.
Το τραγικό αυτό δυστύχημα διέκοψε το τελευταίο πείραμα του Σερ Φρέντερικ Μπάντινγκ, του Καναδού επιστήμονα που πριν 24 χρόνια είχε συνδέσει το όνομά του με την ανακάλυψη της ινσουλίνης. Βρισκόταν σ’ εκείνο το αεροπλάνο για να συμπληρώσει τις νέες του έρευνες, τις σχετικές με την επίδραση των πτήσεων σε μεγάλα ύψη και τις συνέπειες των ισχυρών επιταχύνσεων στον οργανισμό του ανθρώπου. Έτσι χάθηκε ο άνθρωπος που με τα πειράματά του και με την αυταπάρνησή του κατόρθωσε να διαγράψει από τις αιτίες θανάτου του 20ου αιώνα το διαβήτη.
Ο Φρέντερικ Γκραντ Μπάντινγκ γεννήθηκε το 1891 στο Άλιστον, του Οντάριο. «Η ισχυρογνωμοσύνη» έλεγε «είναι ίσως το ελάττωμά μου εκείνο στο οποίο οφείλω να είμαι πιο ευγνώμων». Λέγοντας αυτό έδειχνε μια μεγάλη ουλή στον πήχυ του χεριού του, τραύμα του 1918, από το ευρωπαϊκό μέτωπο, όταν ως ανθυπολοχαγός επικεφαλής του αποσπάσματός του, των «Καναδών Ερυθροχιτώνων», είχε λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρα μάχη του Μάρνη. Οι χειρουργοί του μικρού πολεμικού χειρουργείου δεν του είχαν αφήσει άλλη εκλογή: ή ακρωτηριασμός ή θάνατος. «Αυτό το χέρι θέλω να το κρατήσω», είχε απαντήσει ο Μπάντινγκ. Και από τότε το πείσμα του άρχισε να τον δικαιώνει.
Όταν γύρισε στον Καναδά, ο νεαρός γιατρός Μπάντινγκ, που για να τελειώσει τις σπουδές του είχε δουλέψει ακόμα και παραγιός σε αγρόκτημα, εργάστηκε στην αρχή στην Παιδιατρική Κλινική του Τορόντο. Ύστερα εγκαταστάθηκε σε μια ήσυχη πολιτεία του Οντάριο, το Λόντον, αποφασισμένος να ασκήσει το επάγγελμα του χειρουργού. Κατάφερε, με αρκετή δυσκολία, να ανοίξει ιατρείο, αλλά επί 28 μέρες μάταια περίμενε τον πρώτο πελάτη να έρθει να χτυπήσει την πόρτα του. Ύστερα από δύο μήνες η κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί. Κανένας δεν προσέφευγε στον δόκτορα Μπάντινγκ, που κάνει μελαγχολικά το πρώτο του επαγγελματικό ισολογισμό: όταν αφαιρεθούν τα έξοδα, του μένουν στην τσέπη 4 δολάρια και 12 σεντς. Χρεωκοπία! Για να τα βγάζει πέρα είναι υποχρεωμένος να δεχθεί μια ασήμαντη θέση στην Ιατρική Σχολή του Τορόντο. Αργότερα θα ομολογήσει ότι δεν το έκανε αυτό από αγάπη για την επιστήμη, αλλά απλά «για να μπορεί να βγάζει το καθημερινό του ψωμί».
Ίσως σ’ αυτή την υποδεέστερη υπηρεσία να οφείλουμε αληθινά τη γένεση της βασικής του ανακάλυψης, γιατί, μεταξύ των καθηκόντων του, ο Μπάντινγκ, έχει και την υποχρέωση να εξετάζει ορισμένα απλά ιατρικά ζητήματα και προβλήματα. Τη νύχτα της 30ης Οκτωβρίου 1920 ετοιμάζει το θέμα που θα παρουσιάσει την επομένη στους φοιτητές: τον διαβήτη.
Από αιώνες οι άνθρωποι πεθαίνουν από διαβήτη χωρίς να το ξέρουν. Ήδη το 1674 ο Τόμας Ουίλλις (Thomas Willis) (1621-1675) έκανε σημαντικές παρατηρήσεις σχετικά με τα ούρα των διαβητικών, τα οποία βρήκε «εξαιρετικά γλυκά, σαν να ήταν ποτισμένα με μέλι ή ζάχαρη». Ο Μάθιου Ντόμπσον (Matthew Dobson) (1731-1784), το 1776, απέδειξε ότι τα ούρα αυτά περιείχαν σάκχαρο, αλλά μόλις το 1889 ο φον Μέρινγκ (Joseph, Baron von Mehring) (1849-1908) και ο Όσκαρ Μινκόβσκι (Oscar Minkowski) (1858-1931) έκαναν τα πρώτα πειράματα που απέδειξαν ότι η αφαίρεση του παγκρέατος σε σκύλους προκαλεί διαβήτη.
Ένας Γερμανός ερευνητής, ο Παύλος Λάνγκερχανς (Paul Langerhans) (1847-1888), διέκρινε στο πάγκρεας «νησίδια» κυττάρων, που διέφεραν από τα άλλα γύρω τους και τα οποία, αν και δεν είχαν εκφορητικό πόρο, παρήγαγαν ένζυμα.















Ο Ευγένιος Οπί (Eugene Opie) (1873-1971) είχε περιγράψει τις αλλοιώσεις των νησιδίων του Λάνγκερχανς στο θανατηφόρο διαβήτη και οι παρατηρήσεις του αυτές έκαναν τον Άγγλο φυσιολόγο Έντουαρντ Σάρπεϊ Σέφερ (Sir Edward Sharpey-Shäfer) (1850-1935) να συμπεράνει ότι εκεί μέσα θα πρέπει να βρίσκεται η ουσία που ρυθμίζει το μεταβολισμό των υδατανθράκων.












Ο Μπάντινγκ, λοιπόν, εκείνη τη νύχτα μελετούσε όλη αυτή την ύλη. Είχε καταγράψει με χρονολογική σειρά τις προσπάθειες και τις απόπειρες των φυσιολόγων και των βιοχημικών να βρουν το μυστηριώδες αίτιο του διαβήτη. Είναι φανερή η στενή σχέση μεταξύ του παγκρέατος και του σακχάρου που περιέχεται στο αίμα. Ο ίδιος, όπως θα ομολογήσει αργότερα, από αυτά τα προηγούμενα είχε συνάγει ένα παράτολμο συμπέρασμα, εκείνο που αργότερα θα αποδειχθεί σωστό, αλλά το οποίο δεν μπορούσε ακόμα να αποδείξει επιστημονικά: τα νησίδια του Λάνγκερχανς, με τα κύτταρά τους, είναι εκείνα που μας προστατεύουν από τον διαβήτη. Του φαινόταν πιθανό, ότι ακριβώς αυτά τα κύτταρα έδιναν στο αίμα την ουσία εκείνη που βοηθούσε τον οργανισμό μας να κάνει την καύση του σακχάρου που χρειάζεται.
Ως εκείνη τη στιγμή εκατομμύρια ανθρώπων στην Ευρώπη και στην Αμερική πέθαιναν από διαβήτη. Στην πείνα τους, στην άσβεστη δίψα τους δεν υπήρχε άλλο καταπραϋντικό ή ανακούφιση από τη «θεραπεία υποσιτισμού των Γκέλπα-Άλεν», που μοναδικό της αποτέλεσμα ήταν να φέρνει έναν πιο αργό θάνατο από ασιτία. «Η επιστήμη δεν μπορεί να αρκείται στην αντικατάσταση ενός θανάτου με έναν άλλον». Αυτό επαναλάμβανε στον εαυτό του ο Μπάντινγκ εκείνη τη νύχτα.
Κατά την αυγή την προσοχή του τράβηξε ένα άρθρο του Μόζες Μπάρον (Moses Baron), ο οποίος στην «Επιθεώρηση Χειρουργικής, Γυναικολογίας και Μαιευτικής» ανέφερε ότι όταν προκαλείτο απόφραξη του παγκρεατικού πόρου από ένα λίθο και ο ασθενής πέθαινε, όταν του έβγαζαν το πάγκρεας, παρατηρούσαν πάντα ένα περίεργο φαινόμενο: ενώ τα κύτταρα που παράγουν το παγκρεατικό υγρό είχαν εκφυλιστεί, τα νησίδια του Λάνγκερχανς παρουσιάζονταν τελείως υγιή. Το φαινόμενο αυτό το συναντούσαν και σε πειράματα που έγιναν σε ζώα. Το πιο σπουδαίο από αυτές τις παρατηρήσεις ήταν ότι ούτε οι άνθρωποι ούτε τα ζώα, που είχε αποφραχθεί ο παγκρεατικός τους πόρος, δεν πέθαιναν από διαβήτη.
Στον Μπάντινγκ ήρθε σαν αστραπή μια ιδέα: «Ένοιωσα μέσα μου», θα εξομολογηθεί αργότερα, «σαν μια προσπάθεια να στήσω μια γέφυρα πάνω από μια μεγάλη άβυσσο, μεταξύ δύο πολύ απομακρυσμένων μεταξύ τους ιδεών». Όχι το παγκρεατικό υγρό, αλλά μόνον η ουσία που εκκρίνουν τα κύτταρα του Λάνγκερχανς πρέπει να χύνεται στο αίμα. Αλλά πώς να αποκτήσουμε την ουσία αυτή; Πριν να κοιμηθεί, γράφει ο Μπάντινγκ επί λέξει σ’ ένα σημειωματάριο: «Να απολινώσω τον παγκρεατικό πόρο σκύλων, να περιμένω 7-8 εβδομάδες να επέλθει η εκφύλιση του οργάνου. Να αφαιρέσω τα υπολείμματά του και να κάνω από αυτό ένα εκχύλισμα».
Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα ήταν να βρεθούν τα σκυλιά για τα πειράματά του. Αποφάσισε να τα ζητήσει από τον διάσημο καθηγητή Μακλέοντ (John James Richard MacLeod) (1876-1935), διευθυντή του Εργαστηρίου Φυσιολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο.
Ό,τι κατορθώνει είναι απλά να αποκτήσει δέκα σκυλιά και τη δυνατότητα να απασχολεί ένα νεαρό βοηθό: τον Τσαρλς Μπεστ (Charles Herbert Best) (1899-1978), δευτεροετή φοιτητή της Ιατρικής. Ο Μπάντινγκ αποφασίζει να θυσιάσει τα πάντα, ακόμα και αυτό το μέλλον του ως χειρουργού, για να πετύχει το πείραμα: πουλά τα έπιπλα του ιατρείου του και εγκαθίσταται, με τα ζώα, σε μια αίθουσα του Ινστιτούτου.
Την ώρα που ο Μπάντινγκ χειρουργεί, ο Μπεστ ελέγχει το ποσοστό του σακχάρου στα ούρα και στο αίμα των ζώων. Γίνονται πολλά λάθη από απειρία. Είναι μέρες τέλειας αποθάρρυνσης. Στις 10 το πρωί της 27ης Ιουλίου 1921 τα τελευταία δύο σκυλιά τους είναι έτοιμα για το πείραμα. Το ένα πνέει πια τα λοίσθια από διαβήτη. Το άλλο, που λίγες εβδομάδες πριν είχε υποστεί την απολίνωση του παγκρεατικού πόρου, χειρουργείται από τον Μπάντινγκ. Το πάγκρεάς του έχει εκφυλιστεί, μόλις και έχει το μέγεθος ενός αντίχειρα. Όπως πάντα, το πολτοποιεί, το διηθεί, το θερμαίνει, το αναμιγνύει με φυσιολογικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου και δίνει το εκχύλισμα με ένεση στη σφαγίτιδα του ετοιμοθάνατου σκύλου. Η αναμονή και τώρα, όπως και σε όλες τις άλλες περιστάσεις είναι δραματική. Ο Τσαρλς Μπεστ ελέγχει τα ποσοστά του σακχάρου στο αίμα του σκύλου. Ύστερα από μια ώρα το μεγάλο μήνυμα: το ποσοστό του σακχάρου μόλις υπερβαίνει το επίπεδο του υγιούς ζώου.
Η σκυλίτσα του εργαστηρίου που έχει τον αριθμό 33 αναλαμβάνει. Κουνά ευτυχισμένη την ουρά της. Ο Μπεστ εξακολουθεί να ελέγχει διαρκώς τα ούρα. Πέντε ώρες μετά από το πείραμα το ποσοστό του σακχάρου είναι 75 φορές μικρότερο από ό,τι έδειχναν οι αναλύσεις της προηγούμενης ημέρας. Πρόκειται για θαύμα, εφήμερο όμως. Μόλις 24 ώρες αργότερα το σκυλί ψόφησε.
Η τεράστια δυσκολία που έχουν στο να βρουν παγκρεατικό εκχύλισμα καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη συνέχιση των πειραμάτων. Χρειάζεται να θυσιαστούν 8 σκυλιά για να κρατήσουν ένα μόνο στη ζωή και μόνο για λίγες μέρες. Πρόκειται για απροσδόκητες, αλλά άχρηστες αναστάσεις. Θα ήταν δυνατόν να τις πετύχουν και στον άνθρωπο;
Στην πολύτιμη ουσία, που βγάζουν σε τόσο ελάχιστες και ασφαλώς ανεπαρκείς δόσεις, δόθηκε το όνομα «νησιδίνη». Ο καθηγητής Χέντερσον (Henderson) είναι εκείνος που θα προσφέρει στον Μπάντινγκ τα μέσα για να συνεχίσει τα πειράματά του στο δικό του Ινστιτούτο Φαρμακολογίας.
Μια βραδιά, μελετώντας ένα παλιό δημοσίευμα του Λαγκές (Edouard Laguesse) (1861-1927) για το πάγκρεας των νεογέννητων, που είναι πλούσιο σε νησίδια του Λάνγκερχανς, ο Μπάντινγκ σκέπτεται ότι τα έμβρυα των ζώων θα πρέπει να διαθέτουν άφθονη νησιδίνη. Αλλά πού θα τα βρει; Οι δυο ερευνητές πείθουν τον διευθυντή των σφαγείων του Τορόντο να προμηθεύει στο Ινστιτούτο έμβρυα βοοειδών, τα οποία, όπως είχε διαισθανθεί ο Μπάντινγκ, προσφέρονται εξαιρετικά γι’ αυτή τη δουλειά.
Ακόμα και από το πάγκρεας φρεσκοσφαγμένων ζώων έχουν καλά αποτελέσματα. Η τεχνική τους έχει πια τελειοποιηθεί. Χρησιμοποιούν οξινισμένο οινόπνευμα για να εξαγάγουν απευθείας τη νησιδίνη.
Ο πρώτος άνθρωπος που υποβάλλεται στη νέα θεραπεία είναι ένας σύντροφος των παιδικών χρόνων του Μπάντινγκ: ο Τζο Τζίλιριστ, διδάκτωρ της Ιατρικής, που εξαντλημένος τελείως από το διαβήτη παρουσιάζεται, στις 11 Φεβρουαρίου 1922, στο εργαστήριο. Η κατάστασή του είναι πράγματι απελπιστική. Ο Μπάντινγκ είχε ήδη πειραματιστεί στον εαυτό του με τη νησιδίνη, αποδεικνύοντας έτσι ότι είναι ακίνδυνη για τον άνθρωπο. Όμως ο Τζο Τζίλιριστ θα είναι ο πρώτος του ασθενής. «Ξαναβρήκα τη ζωή», θα πει αυτός ο άνθρωπος που επέζησε και του σωτήρα του. «Έγινα ο ινδόχοιρος, ο σκύλος, το κουνέλι, το πιο πολύτιμο του εργαστηρίου τους».
Ο ίδιος ο καθηγητής Μακλέοντ συνεργάζεται με το νεαρό Καναδό ερευνητή που είχε βρει τη λύση του προβλήματος με το οποίο είχαν ασχοληθεί ολόκληρες γενεές φυσιολόγων. Ο Μακλέοντ μετονομάζει τη νησιδίνη σε «ινσουλίνη». Χιλιάδες άρρωστοι, ως τότε αθεράπευτοι, αρχίζουν να καταφεύγουν στο Τορόντο, που γίνεται η πόλη της ελπίδας.
Στην ομάδα προστίθεται ο δόκτωρ Κόλιπ (James Bertram Collip) (1892-1965), ειδικός στις ορμόνες. Πρέπει να λυθεί ένα πρόβλημα: η παραγωγή ινσουλίνης σε μεγάλες δόσεις. Η Αμερικανική Ιατρική Εταιρεία δίνει την υποστήριξή της. Κινητοποιούνται όλα τα εργαστήρια. Η παραγωγή ινσουλίνης γίνεται σύνθημα. Η κατασκευή της σε μεγάλη κλίμακα αλλάζει τελείως την κλινική εικόνα της ασθένειας. Ως το 1922 κανένας διαβητικός δεν είχε μπορέσει να συνέλθει από το διαβητικό κώμα για να διηγηθεί την ιστορία του. όμως ο Τζο Τζίλιριστ διέρρηξε το θανατηφόρο κλοιό. Ο σακχαρώδης διαβήτης έχει νικηθεί. Ο Φρέντερικ Μπάντινγκ πήρε το 1923 το βραβείο Νόμπελ μαζί με τον καθηγητή Μακλέοντ και το 1935 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου.
Την ινσουλίνη θα παρασκευάσει αργότερα υπό κρυσταλλική μορφή ο Τζ. Τζ. Άμπελ, ο Αμερικανός φαρμακολόγος που ήδη είχε απομονώσει την αδρεναλίνη και είχε κάνει σπουδαίες μελέτες γύρω από την υπόφυση.Παρ’ όλες τις προόδους της ιατρικής και την ύπαρξη πλέον υπογλυκαιμικών παρασκευασμάτων που λαμβάνονται από το στόμα, η θεραπεία με ινσουλίνη εξακολουθεί να λύνει, κάθε μέρα, για εκατομμύρια διαβητικούς, το πρόβλημα που ως το 1922, μόνη λύση είχε το θάνατο.

2/11/09

Χάρβεϊ Κάσινγκ (Harvey Cushing) [109]

Ο Χάρβεϊ Κάσινγκ, αρχηγός της νεώτερης νευροχειρουργικής σχολής, γεννήθηκε στην Αμερική το 1869 από οικογένεια γιατρών. Καμιά αμφιβολία λοιπόν και κανένας δισταγμός για το μέλλον του νεαρού Χάρβεϊ: θα γινόταν κι αυτός γιατρός.
Το Σεπτέμβριο του 1891 εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και πολύ σύντομα γίνεται ένας από τους καλύτερους φοιτητές. Στις ασκήσεις ανατομίας πολλοί θαυμάζουν την τέχνη, με την οποία το μαχαιρίδιό του αποκαλύπτει και την παραμικρή λεπτομέρεια των νεύρων και των αγγείων.
Το δεύτερο έτος στο Χάρβαρντ του επιφυλάσσει όμως μια πικρή εμπειρία: ένας ασθενής στον οποίον έχει δώσει νάρκωση, πεθαίνει πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Ανάλογη περίπτωση παρουσιάζεται τον επόμενο μήνα και ο Κάσινγκ αναστατώνεται τόσο, που αποφασίζει να αφοσιωθεί στη μελέτη των μέσων για την αποτροπή των κινδύνων της νάρκωσης. Μαζί με το συνάδελφό του Έρνεστ Άμορυ Κόντμαν (Ernest Amory Codman) (1869-1940) εισάγει στην αναισθησιολογία τη χρήση των γραφικών παραστάσεων για τον έλεγχο των σφυγμών και του ρυθμού μιας αναπνοής κατά τη διάρκεια της νάρκωσης.
Το 1901, ύστερα από ένα έτος παραμονή στην Ευρώπη, ο Κάσινγκ προσθέτει στις πρώτες του καινοτομίες και τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης: ίσως να είναι αυτό μια από τις πιο σημαντικές συμβολές του στην τελειοποίηση της χειρουργικής των χρόνων εκείνων.
Από το 1896, που εγκαταλείπει το General Hospital (Γενικό Νοσοκομείο) της Βοστώνης, το νεαρό Κάσινγκ περιμένει ολόκληρη σειρά ταξιδιών, κυρίως όμως επιστημονικής εμπειρίας: με τον Ουίλιαμ Χάλστεντ (William Halsted) (1852-1922) βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, στην Ελβετία είναι με τον Κρόνεκερ (Hugo Kronecker) (1823-1891) και τον Κόχερ (Theodore Kocher) (1841-1917), στην Ιταλία, στο Τορίνο, τον βρίσκουμε με το φυσιολόγο Άντζελο Μόσο (Angelo Mosso) (1846-1910), στο Λίβερπουλ περνά ένα μήνα κοντά στον καθηγητή Σέρινγκτον (Charles Scott Sherrington) (1857-1952), που ακριβώς εκείνο τον καιρό ασχολείται με τη διεγερσιμότητα της κινητικής ζώνης του εγκεφαλικού φλοιού των ανθρωποειδών.

Όταν γύρισε στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε επί 11 χρόνια, δηλαδή ως το 1912, μέλος του ιατρικού προσωπικού του νοσοκομείου John Hopkins, όπου τελειοποίησε τη νευροχειρουργική του τεχνική: τα πρώτα αποτελέσματα είναι αποθαρρυντικά. Πολλοί ασθενείς, που χειρουργούνται για όγκο του εγκεφάλου, πεθαίνουν στη διάρκεια της εγχείρησης, πράγμα που δημιουργεί κάποια δυσπιστία ως προς την εγχειρητική του τεχνική.
Το Φεβρουάριο του 1910, ο Κάσινγκ εκτελεί μια τολμηρή επέμβαση στον στρατηγό Leonard Wood, τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου του αμερικανικού στρατού, αφαιρώντας του με επιτυχία από τον ινιακό λοβό του εγκεφάλου ένα μηνιγγίωμα. Από τη στιγμή εκείνη εκτελεί συχνότερα και με περισσότερη επιτυχία εγχειρήσεις όγκων του εγκεφάλου. Αρχίζει να δημιουργεί το χειρουργικό του επιτελείο, και όταν, το 1912, καλείται στο Χάρβαρντ, τον ακολουθεί η ομάδα των βοηθών του και μαζί ιδρύουν μια από τις πιο περίφημες χειρουργικές κλινικές των Ηνωμένων Πολιτειών: το «Peter Bent Brigham Hospital».
Αλλά ξεσπάει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Κάσινγκ αφήνει τη νεοεγκαινιασμένη κλινική του για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως γιατρός στο αμερικανικό στρατιωτικό χειρουργείο στο Παρίσι, όπου περνά την άνοιξη του 1915. Είναι πεπεισμένος ότι η Αμερική δεν μπορεί να μείνει ξένη προς τη σύρραξη. Επιστρέφει λοιπόν στη Βοστώνη και ανακινεί το πρόβλημα της προετοιμασίας του ιατρικού και χειρουργικού προσωπικού του Στρατού και του Ναυτικού.
Ο Κάσινγκ θα μας αφήσει την ανάμνηση εκείνων των ημερών με ένα ημερολόγιό του που δημοσιεύθηκε το 1936 με τον τίτλο «Από το ημερολόγιο ενός χειρουργού», βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο Χάρβεϊ Κάσινγκ, εκτός του ότι είναι επιφανής νευροχειρουργός, είχε επίσης πάρει, το 1926, το βραβείο Pulitzer (Πούλιτζερ) της λογοτεχνίας, για μια βιογραφία που έγραψε του δασκάλου του Ουίλιαμ Όσλερ (William Osler) (1849-1919), με τον οποίον είχε εργαστεί στη Βαλτιμόρη και του οποίου είχε γίνει ο πιο αγαπητός μαθητής.
Όμως, τώρα, δάσκαλος είναι αυτός. Μετέτρεψε τη χειρουργική του κλινική σε μοντέρνο κέντρο, από όπου, από το 1920-1925, βγήκαν 50 βασικής σημασίας δημοσιεύματα πάνω σε θέματα νευροχειρουργικής. Από όλα τα μέρη του κόσμου καταφθάνουν μαθητές για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά του. Πολλοί διάσημοι χειρουργοί, Βέλγοι, Ελβετοί, Ολλανδοί, Γάλλοι, θέλουν να παρακολουθήσουν τις επεμβάσεις του: ο Κλοβίς Βενσάν, ο Πουλ Μαρτέν (Poul Martin), ο Άρτουρ βαν Ντέσσελ, ο Ζαν Μορέλ (Jean Morel).
Το 1933, όταν ο Κάσινγκ είδε για πρώτη φορά τον Κλοβίς Βενσάν να κάνει νευροχειρουργική επέμβαση έμεινε έκπληκτος. Ο Άρνολντ Κλεμπς (Arnold Klebs) (1870-1943) συνοψίζει το σιωπηλό ενθουσιασμό του Κάσινγκ την ώρα που παρακολουθούσε τον Βενσάν να χειρουργεί, ως εξής: «Να τι θα δοκίμασε ο Περουντζίνο κοιτάζοντας, πίσω από τις πλάτες του Ραφαήλ, τον πίνακα που λίγο-λίγο γεννιόταν από τα χέρια του».
Από επιστημονική άποψη το κύριο έργο του Κάσινγκ συνίσταται στο ότι ξεκαθάρισε ότι αναπτύσσονται ενδοκρανιακοί όγκοι με διαφορετικούς ιστολογικούς χαρακτήρες. Μαζί με το νεαρό συνεργάτη του Πέρσιβαλ Μπέλεϊ (Percival Bailey) (1892-1973), ο Κάσινγκ ανέλαβε την ιστολογική ταξινόμηση όλων των τύπων των εγκεφαλικών όγκων που είχε παρατηρήσει και συμπληρώνει το έργο αυτό με τα ιστορικά των ασθενών, σε συσχετισμό με τους διάφορους τύπους των όγκων. Η γιατρός Λουΐζα Άιζενχαρντ (Louise Eisenhardt) (1891-1967) φροντίζει να ενημερώνει συνεχώς τους φακέλους των ασθενών που είχε χειρουργήσει ο Κάσινγκ και που ως εκείνη τη στιγμή έφταναν τους 700.
Ο Κάσινγκ έγραψε πολλές μονογραφίες. Η πρώτη, που αφορά τους όγκους της υπόφυσης, δημοσιεύτηκε το 1912. Πέντε χρόνια αργότερα, δημοσίευσε άλλη εργασία σχετικά με τους όγκους του ακουστικού νεύρου. Κατόπιν εκδόθηκαν οι εξής μονογραφίες του: «Ιστολογική ταξινόμηση των γλοιωμάτων μετά μελέτης της διαγνωστικής τους» (1926, μαζί με τον Πέρσιβαλ Μπέλεϊ), «Μελέτη της ενδοκρανιακής φυσιολογίας και χειρουργικής» (1926), «Όγκοι των εγκεφαλικών αγγείων» (1928, μαζί με τον Μπέλεϊ), «Οι ενδοκρινείς όγκοι» (1932) και τέλος τα «Μηνιγγιώματα» (1938, μαζί με τη Λουΐζα Άιζενχαρντ). Η τελευταία αυτή μονογραφία, των 785 σελίδων με 685 χαλκογραφίες, είναι το αριστούργημα του Κάσινγκ, ο οποίος σε όλη του τη ζωή θα εξακολουθεί να δημοσιεύει εργασίες λογοτεχνικές και ιστορικές που αργότερα συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόμο με τον τίτλο: «Consecratio Medici».
Ένας άλλος τόμος περιλαμβάνει τα λογοτεχνικά του γραπτά. Το βιβλίο αυτό, που τυπωνόταν τη στιγμή του θανάτου του, βγήκε το 1940 με τίτλο «Η ιατρική σταδιοδρομία».
Η «Βιογραφία του Ανδρέα Βεσάλιου», την οποία τέλειωσε το 1939, θα εκδοθεί μετά το θάνατό του, το 1943.
(Charles Sherrington, Harvey Cushing, William Welch, ένας άγνωστος ερευνητής, John F. Fulton)

Το 1932 κατέλαβε τον Κάσινγκ το όριο ηλικίας και υποχρεώθηκε να αφήσει τη θέση του ως πρώτου χειρουργού του «Peter Bend Brigham Hospital».
«Είναι η πιο πικρή στιγμή: μια στιγμή που έρχεται σε όλους», θα γράψει ο επιστήμονας αυτός στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του. «Ευτυχώς το Πανεπιστήμιο Yale, το ίδιο εκείνο πανεπιστήμιο όπου είχα εγγραφεί φοιτητής το 1887, ανέλαβε να μου προσφέρει μια δεύτερη νεότητα». Πράγματι, στο Yale το όριο ηλικίας των καθηγητών είναι ανώτερο και έτσι προσφέρουν στον Κάσινγκ την Έδρα της Νευρολογίας.
Ο Κάσινγκ δέχεται συγκινημένος. Στο New Haven, μεταξύ άλλων, είχε συναντήσει, πριν από πολλά χρόνια, το νεαρό μαθητή του Τζων Φούλτον (John Fulton) (1899-1960), στον οποίο σκόπευε να «παραδώσει τη δάδα και το παρασύνθημα που είχε λάβει από τον καθηγητή Ουίλιαμ Όσλερ, το μεγαλύτερο ανθρωπιστή γιατρό της γενιάς του». Πρόκειται πάντα για λόγια του Κάσινγκ, που ήθελε να τον συνδέει με τη μνήμη του Όσλερ κάτι πιο συγκεκριμένο.
Και πράγματι, τον Οκτώβριο του 1933, έρχεται σε επαφή με το φίλο του Κλεμπς από τη Γενεύη και του προτείνει να ενωθεί μαζί του και με τον Φούλτον σ’ ένα «σύμφωνο φιλίας και αφοσίωσης στην επιστήμη». Συμφωνούν, λοιπόν, οι τρεις συνάδελφοι και ορίζουν ότι όταν πεθάνουν, θα χαρίσουν τις βιβλιοθήκες τους στο Πανεπιστήμιο Yale. Πρόκειται για βιβλιοθήκες πολύτιμες, πλούσιες σε σπάνια έργα, με εξαιρετικό επιστημονικό ενδιαφέρον. Θέλουν να αποτελέσουν, οι βιβλιοθήκες αυτές, τη βάση ενός Ιστορικού Ιατρικού Ινστιτούτου. «Θα ήθελα να ονομαστεί», γράφει ο Κάσινγκ σε γράμμα του προς το φίλο του στη Γενεύη, «‘Επιστημονική και Ιατρική Βιβλιοθήκη’, για να λάβει η πρωτοβουλία μας κάποιο άρωμα ανθρωπισμού, έστω και στο όνομά της».
Γίνεται, συνεπώς, απαραίτητο (κι αυτή είναι η τελευταία επιθυμία του Κάσινγκ) να αναλάβει το Yale να οικοδομήσει ένα κτίριο κατάλληλο να περιλάβει τη βιβλιοθήκη και να ιδρύσει μια έδρα Ιστορίας της Ιατρικής.
Στις 7 Οκτωβρίου 1939 πεθαίνει ο Κάσινγκ. Το Yale σέβεται τις συμφωνίες, και ευγνωμονεί γι’ αυτήν την εξαιρετική δωρεά. Βρίσκει τα αναγκαία κεφάλαια για το χτίσιμο και αρχίζει να ταξινομεί και να καταγράφει τα έργα της μεγάλης αυτής βιβλιοθήκης. Η Βιβλιοθήκη του Yale, το όνειρο του Κάσινγκ, εγκαινιάστηκε στις 15 Ιουνίου 1941.
Δυο χρόνια αργότερα, πέθανε και ο Άρνολντ Κλεμπς και η βιβλιοθήκη του άφησε την Ελβετία για να πάει να ανταμώσει στο Yale τη βιβλιοθήκη του πιο αγαπητού και σεβαστού του φίλου.
Ο Κάσινγκ λοιπόν δε δημιούργησε μόνο ένα νέο πεδίο δράσης για τη Χειρουργική και μια σχολή πιστών μαθητών, αλλά και την τεράστια εκείνη βιβλιοθήκη που και σήμερα ακόμα δέχεται μελετητές από όλον τον κόσμο και παραμένει η πιο ζωντανή μαρτυρία του πνεύματός του και της αγάπης του για την ανθρωπότητα.

(Arnold Klebs, William Welch, Harvey Cushing, Charles Sherrington)

Δέκα χιλιάδες βιβλία και χειρόγραφα αποτελούν την ηγεμονική του δωρεά. Και σ’ αυτά προστέθηκαν οι είκοσι χιλιάδες που χάρισε ο Κλεμπς.«Είναι ένας τρόπος αυτός», θα πει ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου του Yale, εγκαινιάζοντας τη Βιβλιοθήκη, «που μόνον οι μεγάλοι επιστήμονες τον κατέχουν: να μιλούν και να διδάσκουν ακόμα και πέρα από τον τάφο».