20/8/08

Η Ρωμαϊκή Ιατρική [9]

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ
Όπως σημειώναμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, πριν εισαχθεί η ελληνική ιατρική στη Ρώμη, δεν υπήρχε ιατρική παράδοση. Ιατρική ήταν «η επιστήμη μερικών βοτάνων με αιμοστατικές ή ουλοποιητικές ιδιότητες», βεβαιώνει ο Σενέκας
[1] στην 95η επιστολή του προς το νεαρό φίλο του Λουκίλιο. Ο ασθενής έκανε μόνος του τη θεραπεία, καταφεύγοντας στα πατροπαράδοτα γιατροσόφια της λαϊκής ιατρικής.
Με την εμφάνιση του Ασκληπιάδη, η θεραπευτική κάνει τεράστιες προόδους. Όπως γράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Ασκληπιάδης είχε διατυπώσει τη θεωρία των πόρων και ερμήνευε τη νόσο σαν αποτέλεσμα της διακοπής της ροής των ατόμων μέσα απ’ αυτούς. Για να αποκαταστήσει τη διαβατότητά τους, πρότεινε μια σειρά πολύπλοκων θεραπευτικών μέτρων (που βασικά αποτελούντο από σωματικές ασκήσεις) και ένα εξισορροπημένο διαιτητικό σύστημα. Χάρις στα μέτρα αυτά, ο Ασκληπιάδης πετύχαινε καταπληκτικές θεραπείες, στις οποίες και οφείλει την εξαιρετική του φήμη. Ο ρόλος του ως θεραπευτή ενισχυόταν κι από άλλους παράγοντες: την εξαιρετική προσωπικότητά του, ικανή να ασκεί μεγάλη δύναμη υποβολής στον ασθενή και τις υψηλές του σχέσεις.
[2] Ο Ασκληπιάδης συμβούλευε κυρίως, λογική κατανομή τού χρόνου εργασίας κι ανάπαυσης, σε συνδυασμό με σωματικές ασκήσεις, λουτρά και μαλάξεις, καθώς κι ένα καλό διαιτολόγιο. Με τέτοια αγωγή αποκτούσε ευκολότερα τη συνεργασία των ασθενών του, σε αντίθεση με τους γιατρούς που, στο όνομα δήθεν της ιπποκρατικής διδασκαλίας, τυραννούσαν τους πελάτες τους με καθαρτικά, εμετικά κι αφαιμάξεις. Ασφαλώς όμως η θεραπευτική τού Ασκληπιάδη δεν κατευθυνόταν από θεωρητικούς και μόνο λόγους, αλλά και από μια μεγάλη δόση θεραπευτικής εμπειρίας, την οποία ερμήνευε και εφάρμοζε με ευφυή τρόπο.
Τη θεραπευτική τους εμπειρία αξιοποιούσαν κι άλλοι διακεκριμένοι Έλληνες ιατροί τής Ρώμης, όπως ο Αθηναίος και ο Αγαθίνος. Ο Αγαθίνος, μάλιστα, μετά τη δυσάρεστη εμπειρία της εφαρμογής των θερμών λουτρών στην ασθένεια του γιου του, είχε κηρύξει απηνή πόλεμο εναντίον τους.
Κοντά στις θεραπείες αυτές σύντομα προστέθηκε και η λουτροθεραπεία με μεταλλικά ύδατα. Εισηγητής της υπήρξε ο Έλληνας Αρχιγένης, μαθητής του Αγαθίνου, «εκλεκτικός», που διέπρεψε στη Ρώμη επί Τραϊανού (τέλος 1ου – αρχές 2ου μ.Χ. αιώνα). Αυτός συνιστούσε λουτροθεραπείες σε πηγές θειούχες, σιδηρούχες και οξυανθρακούχες, με θαυμάσια αποτελέσματα.
Κοντά στις παθολογικές θεραπείες, σημαντικές προόδους παρουσίασε κι η χειρουργική, οφειλόμενες στις βαθιές κι ακριβείς ανατομικές γνώσεις που είχαν θέσει στη διάθεση τού ιατρικού κόσμου οι Αλεξανδρινοί. Την εποχή εκείνη εφαρμοζόταν μια πρωτόγονη, αλλά αρκετά αποτελεσματική μορφή νάρκωσης. Πρόκειται για το ναρκωτικό σπόγγο, που ποτισμένο με φυτικούς χυμούς, γνωστούς εκ πείρας για τις ναρκωτικές τους ιδιότητες,
[3] τον τοποθετούσαν στο στόμα ή τη μύτη τού ασθενούς και προκαλούσε ύπνο. Επί πλέον οι χειρουργοί μπορούσαν να σταματήσουν μια αιμορραγία (περιδένοντας το αγγείο που αιμορραγούσε), να κάνουν έναν ακρωτηριασμό, αφαίρεση όγκου του μαστού, εκτομές τμημάτων οστών κλπ.

ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ
Τη διάκριση των ιατρών σε ειδικότητες συναντάμε για πρώτη φορά στην αιγυπτιακή ιατρική. Στη ρωμαϊκή, όμως, περίοδο οι ειδικότητες φτάνουν σε τόσο μεγάλο αριθμό, που προκαλούν τα ειρωνικά σχόλια ποιητών και θεατρικών συγγραφέων, όπως και στην εποχή μας το ίδιο θέμα αποτελεί ανεξάντλητη πηγή των ευθυμογράφων. Ενώ τον καιρό τού Κικέρωνα
[4], σύμφωνα με τα λεγόμενά του, υπήρχαν παθολόγοι, χειρουργοί κι οφθαλμίατροι, στις ημέρες τού ποιητή Μαρτιάλη (2ο ήμισυ του 1ου μ.Χ. αιώνα) είναι τόσες οι ιατρικές ειδικότητες, ώστε ο δηκτικός ποιητής να γράφει: «ο Κασέλιος βγάζει ή γιατρεύει τα άρρωστα δόντια. Αντίθετα εσύ, Ιγίνε, καις τις βλεφαρίδες που ερεθίζουν τα μάτια, ενώ ο Φάνιος θεραπεύει χωρίς τομή την πρόπτωση της σταφυλής, ο Έρως εξαλείφει τις επώδυνες ουλές των δούλων κι ο Ερμάς έχει τη φήμη του διακεκριμένου ιατρού των κηλών. Αλλά για πες μου, Γάλλε, υπάρχει κανείς να αναζωογονεί τον τσακισμένο από την κούραση;».
Δεν έλειπαν και οι ειδικοί για τις νευρικές παθήσεις, ο καλύτερος από τους οποίους ήταν ο Ασκληπιάδης. Φαίνεται όμως ότι λίγοι είχαν την ειδικότητα αυτή. Πώς να εξηγήσει κανείς την έντονη αυτή τάση προς εξειδίκευση; Δυστυχώς όχι πάντα απ' αγάπη για την εκτεταμένη μελέτη ενός περιορισμένου αντικειμένου, αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: τον περιορισμό του χρόνου της απασχόλησης σ’ ένα επάγγελμα που, όπως φαίνεται, ήταν πολύ κερδοφόρο. Όλ' αυτά βέβαια, μέχρι την επιβολή της νομοθεσίας που ρύθμιζε το ιατρικό επάγγελμα.

ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΙ
Μες στις τόσες ειδικότητες υπήρχε και μια που την ασκούσαν με σοβαρότητα: η οφθαλμολογία. Από τους τότε οφθαλμίατρους σώζονται πλούσια τεκμήρια. Πρόκειται για 230 περίπου σφραγίδες, μικρά πλακίδια παραλληλεπίπεδα, με αποστρογγυλευμένες γωνίες, καμωμένα από σκληρή πέτρα (οφίτη, νεφρίτη κ.ά.). Στις 4 μικρότερες επιφάνειες του παραλληλεπιπέδου ήταν χαραγμένο το όνομα του ιατρού, ενός κολλυρίου και κάποτε οδηγίες για τη χρήση του. Τη σφραγίδα αυτή αποτύπωνε ο οφθαλμίατρος πάνω στα κολλύρια, που παρασκευάζονταν υπό στερεά μορφή.
Τέτοιες σφραγίδες βρέθηκαν κυρίως στις βόρειες και ΒΔ επαρχίες της αυτοκρατορίας κι έχουν χαραγμένα κυρίως μόνο ρωμαϊκά ονόματα. Απ’ τα ευρήματα αυτά συνάγεται ότι η οφθαλμολογία είχε ευρεία διάδοση μεταξύ των Ρωμαίων ιατρών, ενώ απ' το γεγονός ότι οι σφραγίδες βρέθηκαν κατά κανόνα στην επαρχία, δημιουργούνται δικαιολογημένες υποψίες ότι μόνο εκεί ήταν το έδαφος πρόσφορο για τέτοιες θεραπείες. Ίσως όμως και να πρόκειται για φάρμακα τοπικής κυκλοφορίας. Φαίνεται όμως, ότι οι οφθαλμίατροι απολάμβαναν ιδιαίτερα μεγάλη εκτίμηση στο ρωμαϊκό κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΑ
Παρά την ύπαρξη περίφημων συγγραμμάτων, όπως εκείνο τού Σωρανού, δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη γυναικολόγων, όπως τους εννοούμε σήμερα. Αντί για αυτούς συναντάμε μαίες σε μεγάλο αριθμό. Οι περισσότερες κινούνται στα όρια της αγυρτείας, ενώ μερικές απ' αυτές διαθέτουν αξιόλογη θεωρητική και πρακτική εξάσκηση κι έχουν στη διάθεσή τους και ανάλογα εγχειρίδια, κυρίως περιλήψεις πιο μεγάλων συγγραμμάτων γυναικολογίας. Υπήρχαν βέβαια κι οι μαίες, που κύριο έργο τους ήταν οι αμβλώσεις. Όταν, όμως, τις ανακάλυπταν, δέχονταν τις αυστηρές κυρώσεις του νόμου, που ήταν αμείλικτος.

ΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ
Ο χώρος, όπου ο ιατρός ασκούσε το επάγγελμά του, μας είναι αρκετά γνωστός, χάρη στο συνδυασμό γραπτών μαρτυριών και αρχαιολογικών ευρημάτων. Το σπίτι ενός γιατρού, που ήρθε στο φως με τις ανασκαφές τής Πομπηίας, μας επιτρέπει να τον παρακολουθήσουμε σε όλες τις στιγμές της καθημερινής του ζωής. Κατ’ αρχήν υπάρχουν οι χώροι, που προορίζονται για ιδιωτική χρήση του γιατρού: τραπεζαρίες, κουζίνα, αρχείο, ή βιβλιοθήκη, υπνοδωμάτια κι επιπλέον το θυρωρείο κι η ταράτσα με τη σκάλα της. Όλοι οι χώροι βρίσκονται γύρω απ' το άτριο. Το ιατρείο του επικοινωνεί αφενός με το δρόμο κι αφετέρου με το άτριο. Εδώ περνούσε ο γιατρός τις περισσότερες ώρες της μέρας του και δεχόταν τους πελάτες του. Μετά το ιατρείο, τον επισκέπτονταν ασθενείς κατ’ οίκον ή τον καλούσαν για επείγονται περιστατικά.
Όποτε έβγαινε από το ιατρείο του για επισκέψεις, ο γιατρός είχε μαζί του ένα κιβώτιο γεμάτο εργαλεία και συνοδευόταν από μικρό ή μεγάλο αριθμό μαθητών. Οι φημισμένοι δάσκαλοι, αλλά κι οι ιατροί που ήθελαν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη αίγλη για τον εαυτό τους, σε σύγκριση ιδίως με τους συναδέλφους τους, συνοδεύονταν από απίθανο αριθμό μαθητών. Ο Μαρτιάλης δεν χάνει την ευκαιρία να τους σατιρίσει: «Ήμουν άρρωστος. Και τότε συ, Σίμακε, ήρθες ξαφνικά να με επισκεφτείς με μια ακολουθία 100 τουλάχιστον βοηθών. Με ψηλάφισαν 100 τουλάχιστον χέρια παγωμένα από το βορρά κι έτσι ενώ πριν δεν είχα πυρετό, τώρα έχω».
Αλλά τι είχε το κιβώτιο; Από τα κοχλιάρια για τις αλοιφές ως τις παλέτες για το μασάζ, από τα νυστέρια ως τα ξυράφια, από τις αιμοστατικές λαβίδες μέχρι τις πένσες για τις εξαγωγές των δοντιών, καθώς και πιο πολύπλοκα εργαλεία, όπως τα απαγωγά, με τα οποία κρατούσαν ανοικτά τα τραύματα. Σώζεται μια πλούσια συλλογή χειρουργικών εργαλείων, μερικά από τα οποία δεν διαφέρουν σχεδόν καθόλου απ’ τα αντίστοιχα σημερινά. Άλλωστε η εξωτερική εμφάνιση των εργαλείων θα πρέπει να εντυπωσίαζε αρκετά τον ασθενή, όπως και η διακόσμηση της εργαλειοθήκης. Ένα ωραίο κιβώτιο κι ωραία εργαλεία προκαλούσαν στον ασθενή την ίδια εντύπωση που και σήμερα προκαλούν τα ιατρεία, που είναι γεμάτα από μηχανικές συσκευές που λαμποκοπούν.

ΟΙ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ
Στην αρχή ξέρουμε ότι ήταν εξευτελιστικές. Τον 1ο μ.Χ. αιώνα η επίσκεψη πληρωνόταν 2 δρχ. Αργότερα όμως οι αμοιβές αυξήθηκαν και πολλοί από τους καλύτερους επαγγελματίες έγιναν εκατομμυριούχοι. Ξέρουμε ότι τον καιρό τού Κλαύδιου,
[5] ο ιατρός Στερτίνιος κέρδιζε 3.500 Ευρώ το χρόνο και ότι ο αδελφός του Γάϊος Στερτίνιος Ξενοφών άφησε μετά το θάνατό του μια κληρονομιά 320.000 σημερινών Ευρώ.
Παρά το γεγονός, άλλωστε, ότι ο Βαλεντινιανός (4ος μ.Χ. αιών) επέβαλε στους κρατικούς ιατρούς να εξετάζουν δωρεάν τους απόρους, ο ιατρός κέρδιζε τόσα απ’ τους πλούσιους πελάτες του, ώστε μπορούσε, περιορίζοντας την επαγγελματική του δραστηριότητα, να διαθέτει αρκετό χρόνο για σπουδή και μελέτη.


[1] Lucius Annaeus Seneca (4 π.Χ-65 μ.Χ.), Λατίνος φιλόσοφος, πολιτικός και συγγραφέας. Από τις πιο σημαντικές πνευματικές μορφές του ρωμαϊκού κόσμου του 1ου αιώνα μ.Χ.[2] Υπήρξε προσωπικός ιατρός και έμπιστος του Κικέρωνα, του Κράσου, του Αντωνίου κι άλλων διακεκριμένων Ρωμαίων.[3] Περιείχαν σκοπολαμίνη και άλλα αλκαλοειδή.[4] Marcus Tullius Cicero (106-43 π.Χ.), Ρωμαίος ρήτορας, συγγραφέας και πολιτικός.[5] Tiberius Claudius Drusus Nero Germanicus, Ρωμαίος αυτοκράτορας (41-54 μ.Χ.). Ανιψιός του Τιβέριου, θείος και διάδοχος του Καλιγούλα.

19/8/08

Οι ιατρικές σχολές στους Ρωμαϊκούς χρόνους [8]

Πώς δέχτηκε η Ρώμη την ιατρική, όπως και τα άλλα αγαθά του πολιτισμού από τις χώρες που υπέταξε, φαίνεται από τα ακόλουθα λόγια του Κάτωνα του Πρεσβυτέρου,[1] χαρακτηριστικού εκπροσώπου των παλαιών Ρωμαίων: οι Έλληνες «αποφάσισαν να εξοντώσουν με την ιατρική όλους τους βαρβάρους και μάλιστα έπ’ αμοιβή». Όταν λένε «βαρβάρους», θεωρούν τέτοιους και τους Ρωμαίους και μάλιστα «πιο πολύ από τους άλλους», αποκαλώντας τους «άξεστους κι απολίτιστους», επειδή προέρχονται από έναν αγροτικό πληθυσμό, ιδιαίτερα οπισθοδρομικό κι αμόρφωτο. Και τελειώνει ο Κάτων την επιστολή στο γιο του σε κατηγορηματικό ύφος: «σου απαγορεύω να καταφύγεις σε ιατρούς…».
Βέβαια ο Κάτων δεν διακρινόταν για το πλατύ πνεύμα του
[2] ούτε κι η Ρώμη για την ιατρική της παράδοση. Για πολλούς αιώνες το ρόλο του ιατρού έπαιξε ο «πάτερ φαμίλιας», με πλούσια… κτηνιατρική εμπειρία, πτωχή επιστημονική κατάρτιση και ελάχιστες φαρμακολογικές γνώσεις. Το πράγμα όμως ερμηνεύεται και από τη γενικότερη θέση της Ρώμης, που δεν ήταν ακόμα παρά μια δύναμη «εν τω γεννάσθαι». Αργότερα, όταν έγινε κυρία της Μεσογείου κι επέκτεινε το όνομά της από τα όρια μιας πόλης στα πέρατα μιας αχανούς αυτοκρατορίας, έγινε και πόλος έλξης για πλήθη καλλιεργημένων ανθρώπων, που συνέρεαν εκεί από κάθε σημείο των κτήσεών της. Τότε ο Ρωμαίος αισθάνθηκε την ανάγκη να συναγωνιστεί και στον πολιτιστικό τομέα τους λαούς που είχε υποτάξει με το ξίφος του και συνεπώς να προσχωρήσει στην επιστημονική αντίληψη για τον ιατρό και το έργο του.
Ίσως όμως ο Κάτων να μην είχε γνωρίσει ένα πραγματικό ιατρό, αλλά ανθρώπους όπως ο Αρχάγαθος, πρώτος Έλληνας ιατρός στη Ρώμη, για τον οποίον υπάρχουν πληροφορίες ότι άφησε πολύ δυσάρεστες αναμνήσεις στο ρωμαϊκό λαό. Ο πρώτος, άλλωστε, διακεκριμένος Έλληνας ιατρός έφτασε στη Ρώμη αργότερα, μόλις το 91 π.Χ. Πρόκειται για τον Ασκληπιάδη τον Προυσαέα.

ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ Ο ΠΡΟΥΣΑΕΥΣ
Ο Ασκληπιάδης ήταν οπαδός των αντιλήψεων του Ηρακλείδη του Ποντικού, φιλοσόφου κατά 3 αιώνες αρχαιότερού του, γνωστού για τη μοριακή του θεωρία, που ξεπερνούσε την ατομική θεωρία του Δημόκριτου, την οποία είχε σαν αφετηρία της: ο κόσμος έχει δημιουργηθεί από ποικίλους συνδυασμούς ατόμων, τα μόρια, που οι μορφές και οι μαθηματικά υπολογίσιμες κινήσεις τους δίνουν γένεση σε όλα τα φαινόμενα τής φύσης. Έτσι ο Ασκληπιάδης, εγκαταλείποντας την ιπποκρατική θεωρία των «χυμών», υποστήριξε ότι το ανθρώπινο σώμα σχηματίζεται από σωλήνες και πόρους, αλλού στενότερους και αλλού πλατύτερους, καμωμένους από συνδυασμούς ατόμων κι ότι μέσα στο σύστημα αυτό κινούνταν αδιάκοπα άλλα άτομα. Η υγεία, κατά τον Ασκληπιάδη, συμπίπτει με την ανεμπόδιστη ροή των ατόμων αυτών, ενώ η καθυστέρηση ή η διακοπή της, για οποιονδήποτε λόγο, αποτελεί τη νόσο. Τις αντιλήψεις τού Ασκληπιάδη συστηματοποιεί, μετά το θάνατό του, ο μαθητής του Θεμίσων ο Λαοδικέας, που θεωρείται ο πραγματικός ιδρυτής της λεγόμενης «μεθοδικής» σχολής, σε αντίθεση προς τις άλλες 2 σχολές της εποχής: τη «δογματική» και την «εμπειρική», στην οποία φοίτησαν πολλοί κατοπινοί διάσημοι ιατροί. Ο Θεμίσων έζησε στη Ρώμη τον καιρό τού Πομπήιου (1ος αιών μ.Χ.).

ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ
Ποια υπήρξε η στάση των Ρωμαίων απέναντι στις τάσεις αυτές που επικρατούσαν στην Ιατρική; Δε πρέπει να λησμονούμε ότι ο ρωμαϊκός χαρακτήρας δύσκολα ικανοποιούταν με τις αφηρημένες έννοιες, ήταν κατεξοχήν ρεαλιστικός και είχε τις δικές του αντιλήψεις για τη ζωή και τον άνθρωπο. Για τον Ρωμαίο, ο άνθρωπος είναι κυρίως «πολίτης», δηλαδή κοινωνικό και νομικό πλάσμα, αντίληψη, πάνω στην οποία άλλωστε οικοδομείται όλος ο ρωμαϊκός πολιτισμός. Ο κατεξοχήν Ρωμαίος ιατρός του τέλους του 1ου π.Χ. και της αρχής του 2ου μ.Χ. αιώνα είναι ένας «εμπειρικός»: ο Αντώνιος Μούσας. Η θεραπευτική του βασιζόταν κυρίως στην υδροθεραπεία: συνιστούσε λουτρά με παγωμένο νερό σε συνδυασμό με διάφορες διαιτητικές συμβουλές. Με τη μέθοδο αυτή θεράπευσε τον Αύγουστο και τιμήθηκε με χάλκινη προτομή στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης, ενώ βρισκόταν ακόμα εν ζωή. Η ίδια θεραπεία απέτυχε στο γιο τού Αύγουστου, Μάρκελλο, στον οποίον ο πατέρας του στήριζε όλες τις ελπίδες του για τη διαδοχή του στον αυτοκρατορικό θρόνο. Το γεγονός όμως αυτό δεν μείωσε καθόλου τη φήμη τού αυτοκρατορικού ιατρού, ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να πείσει και τον Οράτιο, το μεγάλο ποιητή της εποχής του, να υποβληθεί στην ίδια θεραπεία για τη χρόνια επιπεφυκίτιδα, την αρθρίτιδα και την αϋπνία, από την οποία υπέφερε.
Την ίδια περίπου εποχή συναντούμε στη Ρώμη και μια «δογματική» σχολή, τη λεγόμενη «πνευματική», ο ιδρυτής της δεν είναι Ρωμαίος, αλλά ξένος. Πρόκειται για τον Αθηναίο από την Αττάλεια (μέσα 1ου αιώνα π.Χ.), που στην ιπποκρατική θεωρία των χυμών πρόσθεσε την αντίληψη για το «πνεύμα», κάτι ενδιάμεσο μεταξύ σώματος και ψυχής, που από την ένωσή του μαζί τους εξαρτιόταν η ίδια η ζωή. Όταν το πνεύμα αυτό, που εισπνεόταν με τον αέρα, ήταν μολυσμένο, προκαλούσε μια νόσο.
Μισό αιώνα αργότερα, ιδρύεται στη Ρώμη η «εκλεκτική» σχολή. Ιδρυτής της είναι και πάλι Έλληνας: ο Σπαρτιάτης Αγαθίνος, μαθητής του Αθηναίου από την Αττάλεια και του στωικού φιλοσόφου Ανναίου Κορνούτου.
[3] Ο Αγαθίνος συνδυάζει κι εναρμονίζει τις αντιλήψεις της εμπειρικής με τις διδασκαλίες της μεθοδικής σχολής, χωρίς όμως και να απορρίπτει τελείως τη θεωρία της πνευματικής σχολής του δασκάλου του. Η «εκλεκτική» σχολή ανέδειξε μεγάλους ιατρούς: το Ρούφο τον Εφέσιο,[4] τον Αρεταίο τον Καππαδόκη[5] και τους λιγότερο γνωστούς, Άντυλλο [6] και Μαρίνο.[7]

ΣΩΡΑΝΟΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ
Ένας από τους σπουδαιότερους ιατρούς τής ρωμαϊκής εποχής ήταν ο Σωρανός ο Εφέσιος, οπαδός της μεθοδικής σχολής, που σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και άσκησε το επάγγελμα στη Ρώμη την εποχή του Τραϊανού (αρχές 2ου μ.Χ. αιώνα). Τα συγγράμματά του, τόσο στο πρωτότυπο όσο και σε λατινική μετάφραση, ήταν τόσα, ώστε να αποτελούν ολόκληρη βιβλιογραφία. Δυο απ’ αυτά γνώρισαν δόξα κι εκτίμηση που απέμεινε μνημειώδης: το «Περί επιδέσμων» και το «Περί γυναικείων νοσημάτων». Το τελευταίο ίσχυσε ως κλασικό σύγγραμμα Γυναικολογίας και Βρεφοκομίας μέχρι το 1400 μ.Χ. Στο σύγγραμμα αυτό ο Σωρανός μετά τη περιγραφή του γεννητικού συστήματος αναφέρεται στις συζυγικές σχέσεις, μελετά τη γενετήσια ζωή στις διάφορες φάσεις της, προχωράει στη μελέτη της εγκυμοσύνης και των θέσεων τού εμβρύου στη μήτρα και καταλήγει σε πρακτικές υποδείξεις για την αντιμετώπιση του ομαλού και ανώμαλου τοκετού. Ασχολείται επίσης με την καθυστέρηση της υστεροτοκίας και τη λοχεία και τελειώνει το σύγγραμμά του με 23 κεφάλαια, αφιερωμένα στην περιποίηση του νεογέννητου τους πρώτους μήνες της ζωής του. Φανατικός μελετητής της ιστορίας της ιατρικής, ο Σωρανός γράφει και το βιβλίο «Βίοι ιατρών», που απέκτησε μεγάλη φήμη. Το βιβλίο για τη ζωή τού Ιπποκράτη, που έφτασε μέχρι των ημερών μας, ενώ φέρεται υπό το όνομά του, δεν αποτελεί παρά περίληψη ενός μέρους από προηγούμενο βιβλίο τού Σωρανού.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ
Μέχρι την εγκατάσταση του οικουμενικού κράτους τής Ρώμης, ο οποιοσδήποτε μπορούσε να ασκήσει την Ιατρική. Γι’ αυτό και το επάγγελμα ήταν γεμάτο από κομπογιαννίτες κι απατεώνες. Το οργανωτικό ρωμαϊκό πνεύμα όμως με μια σειρά μέτρων επαγγελματικής προστασίας των ιατρών, κάνει δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη ζωή για τους τσαρλατάνους.
Συχνά οι γιατροί ήταν δούλοι. Στον καιρό τού Ιουστινιανού π.χ. η αγορά τους στοίχιζε γύρω στα 3.000 Ευρώ, ενώ ένας κοινός ευνούχος μπορούσε να αγοραστεί αντί 2.500 Ευρώ. Αν όμως ήταν ελεύθερος, τον καιρό τού Αυγούστου είχαν πλήρη απαλλαγή από τους φόρους.
Έμμισθοι κρατικοί ιατροί υπήρχαν και πριν τον Αύγουστο. Οι μισθοί τους, συγκριτικά με τη μεγάλη αγοραστική αξία τού νομίσματος την εποχή εκείνη, πρέπει να χαρακτηριστούν ανεκτοί. Ο μισθός τους υπολογίζεται, την εποχή του Καίσαρα σε 500, στα χρόνια του Δομιτιανού
[8] σε 660 και τον καιρό του Σεπτίμιου Σεβήρου[9] σε 1.100 Ευρώ. Οι έμμισθες αυτές θέσεις υπήρχαν στο στρατό ξηράς και στο ναυτικό, στις σχολές των μονομάχων, στα θέατρα και τα δημαρχεία (είδος κοινοτικών ιατρείων). Ο Αδριανός[10] απάλλαξε τους γιατρούς απ' τη στρατιωτική υπηρεσία. Μετά όμως ακολούθησε τέτοια συρροή στους διαγωνισμούς για τη θέση του δημοτικού ιατρού που ο διάδοχός του Αντωνίνος ο Ευσεβής [11]αναγκάστηκε να περιορίσει τον αριθμό των γιατρών.[12] Κοινοτικοί ιατροί υπήρχαν και στην πρωτεύουσα. Ο Βαλεντινιανός[13] εισάγει (368), το θεσμό του αρχίατρου, απ' τους οποίους υπήρχε ένας για κάθε συνοικία της Ρώμης.
Εκτός απ’ τους κρατικούς ιατρούς υπάρχουν κι οι ελευθεροεπαγγελματίες. Τους βλέπουμε, όμως, να αντιμετωπίζουν τον καιρό τού Σεπτίμιου Σεβήρου πολύ αυστηρό κρατικό έλεγχο πριν πάρουν την άδεια ασκήσεως τού επαγγέλματος. Λίγα χρόνια μετά, ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος
[14] κρατικοποιεί την ιατρική τελείως, ενώ ταυτόχρονα χορηγεί επιδόματα και υποτροφίες σε φτωχούς κι άξιους σπουδαστές. Όσοι σπουδάζουν έτσι, αναλαμβάνουν, μετά από διάταγμα του Βαλεντινιανού Α΄, την υποχρέωση να παρέχουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους στους φτωχούς και να περιορίσουν την ελεύθερη άσκηση τού επαγγέλματος μόνο στους πλούσιους. Νέος νόμος ρυθμίζει τα σχετικά με την άσκηση τού ιατρικού επαγγέλματος και προβλέπει σοβαρές ποινές, ακόμα και σωματικές, για τους παραβάτες. Διώκονται οι γιατροί που κάνουν αμβλώσεις, που αρνούνται τη παροχή ιατρικής περίθαλψης ή που περιθάλπουν ανεπαρκώς έναν ασθενή κλπ. Όπως βλέπουμε, πρόκειται για τα ίδια αδικήματα, που και σήμερα αποτελούν σοβαρά παραπτώματα, τόσο απέναντι στο νόμο, όσο κι απέναντι τής ηθικής τού ιατρικού επαγγέλματος.
Το 370 μ.Χ. ο Μέγας Θεοδόσιος
[15] εκδίδει διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο κάθε υποψήφιος για εγγραφή σε ιατρική σχολή, υποχρεωνόταν να παρουσιάσει πιστοποιητικό καλής διαγωγής, που εξέδιδαν οι αστυνομικές αρχές του τόπου γέννησής του. Όλοι οι σπουδαστές των ιατρικών σχολών υποβάλλονταν σ' ετήσιο έλεγχο τής πορείας των σπουδών τους, τα αποτελέσματα του οποίου υποβάλλονταν απευθείας στις αυτοκρατορικές αρχές.
Από όλες αυτές τις πληροφορίες μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ιατρικό επάγγελμα παρουσιάζεται στη Ρώμη, ιδίως μεταξύ Δυτικού κι Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους (που σύντομα θα εξελιχθεί σε Βυζαντινή Αυτοκρατορία), με μορφή όμοια εντελώς με τη σημερινή κι ίσως από πολλές πλευρές, καλύτερα οργανωμένο από ό,τι εμφανίζεται σήμερα.


[1] Marcus Porcius Cato (234-149 π.Χ.), Ρωμαίος πολιτικός και συγγραφέας.[2] Πίστευε πως το κουνουπίδι μπορούσε να θεραπεύσει όλες σχεδόν τις ασθένειες.[3] Lucius Αnneus Cornutus, Ρωμαίος στωικός φιλόσοφος του 1ου μ.Χ. αιώνα. Υπήρξε δάσκαλος του ποιητή Λουκανού. Εξορίστηκε από το Νέρωνα το 66 ή 68 μ.Χ. σ' ένα νησί, όπου αργότερα σκοτώθηκε.[4] Έζησε το β' μισό 1ου αιώνα - α' μισό 2ου αιώνα μ.Χ. και έγραψε πολλά ιατρικά συγγράμματα και πραγματείες.[5] Έλληνας ιατρός από την Καππαδοκία (2ος μ.Χ. αιών). Εργάστηκε στη Ρώμη και στην Αλεξάνδρεια, αποκτώντας τη φήμη του πιο σημαντικού ιατρού της αρχαιότητας μετά τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό.[6] Έζησε πριν τον Γαληνό, τον 2ο αιώνα μ.Χ. Επιδόθηκε ιδιαίτερα στη χειρουργική, ασχολήθηκε όμως και με την υγιεινή και τη θεραπευτική. Ανήκε στην Πνευματική σχολή.[7] Ανατόμος (τέλη 2ου-αρχές 1ου αιώνα π.Χ.). Άκμασε γύρω στο 90 π.Χ. και υπήρξε δάσκαλος του εμπειρικού Κόιντου. Ο Γαληνός τον αποκαλούσε «επανορθωτή τής ανατομίας». Σ' αυτόν αποδίδονται οι τίτλοι 20 βιβλίων σχετικών με τις εγχειρήσεις, τα οποία δεν διασώθηκαν.[8] Titus Flavius Domitianus (51-96 μ.Χ.), Ρωμαίος αυτοκράτορας (81-96), γιος του Βεσπασιανού. Καταδίωξε Εβραίους και Χριστιανούς. Ήταν αυτός που εξόρισε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.[9] Lucius Septimius Severus (146-211 μ.Χ.), Ρωμαίος αυτοκράτορας.[10] Publius Aelius Hadrianus (76-138 μ.Χ.), Ρωμαίος αυτοκράτορας (117-138), που διαδέχθηκε τον αυτοκράτορα Τραϊανό.[11] Antoninus Pius (86-161 μ.Χ.), Ρωμαίος αυτοκράτορας (138-161).[12] 10 στους μεγάλους, 7 στους μεσαίους και 5 στους μικρούς δήμους.[13] Valentinian Α' (321-375 μ.Χ.), αυτοκράτορας του Δ. Ρωμαϊκού κράτους.[14] Marcus Aurelius Alexander Severus (208-235 μ.Χ.), Ρωμαίος αυτοκράτορας (222-235 μ.Χ.). Έδειξε ανεκτικότητα στο Χριστιανισμό.[15] Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (379-395) και της Ρώμης (388-395).