26/9/08

Η τεχνική των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων [35]

Το 1645 ο Μ. Α. Σεβερίνο δημοσίευσε στη Νυρεμβέργη τη «Δημοκρίτεια Ζωοτομία» του, στο κείμενο της οποίας, παρετυμολογώντας τον όρο «ανατομία», χαρακτήριζε την ανερχόμενη επιστήμη σαν αναγωγή στα αδιαίρετα μόρια, που θεωρούσε σαν βασικά κομμάτια οποιασδήποτε ζωντανής μηχανής. Ο Σεβερίνο παρομοιάζει τον ανατόμο με τον ωρολογοποιό, που λύνοντας ένα ρολόι έκανε ορατά όλα του τα τμήματα και γνωρίζοντάς τα ήταν σε θέση να γνωρίζει και τη λειτουργία του ρολογιού αυτού. Οι επιθυμίες του στρέφονταν προς μια «τεχνική και λεπτολόγο» ανατομική, ικανή να οδηγήσει τον μελετητή μέχρι των «ατόμων», δηλαδή ως τις στοιχειώδεις μονάδες της οργανικής μηχανής. Φυσικά δεν του διέφευγε η σημασία της βοήθειας του μικροσκοπίου. Κατά τις προβλέψεις του, η τεχνική και λεπτολόγος ανατομική του θα έφτανε στους σκοπούς της και τη μεγαλύτερή της απόδοση μόνο πλαισιωμένη με το μικροσκόπιο.
Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν οι προσπάθειες των ερευνητών, προκειμένου να αποκτηθεί η δυνατότητα της παρατήρησης των απειροελάχιστων μορφολογικών σχηματισμών, πράγμα που θα επέτρεπε την κατανόησή τους και τη σύλληψη του τρόπου της λειτουργίας τους. Πρόκειται για τους σχηματισμούς που ο Μαλπίγγι χαρακτήριζε σαν «χορδές, ίνες, δοκίδες, μοχλούς, φίλτρα, ηθμούς» και που «αποτελούν τη βάση της μηχανής του σώματός μας». Ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τον συνδυασμό των προσπαθειών της τεχνικής και λεπτολόγου ανατομικής και της οπτικής μεγέθυνσης. Έτσι αφενός παρατηρούμε αδιάκοπες προσπάθειες για τη μεγαλύτερη δυνατή βελτίωση του μικροσκοπίου, την ανακάλυψη των πιθανών σφαλμάτων του και την επινόηση τρόπων για την εξουδετέρωσή τους. Αφετέρου συναντάμε όλο και λεπτότερες μεθόδους ετοιμασίας των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων, με την απώτερη επιδίωξη μιας ακριβέστερης και ζωηρότερης εικόνας, χωρίς αυτή να διαφέρει πολύ από την αρχική, τη φυσική μορφή των ιστολογικών στοιχείων.

ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ
Μια υπόνοια, που δεν άργησε να διατυπωθεί, έπαιξε εδώ σπουδαίο ρόλο. Σκέφτηκαν ότι το υπό εξέταση τεμαχίδιο, προτού τοποθετηθεί κάτω από το φακό ή το σύνθετο μικροσκόπιο, υφίστατο πολλές καταστροφές, που δεν αφορούσαν μόνο τα τμήματά του που πήγαιναν χαμένα. Παραμόρφωναν επί πλέον και τα τμήματα που απέμεναν και τα απομάκρυναν τόσο από τη φυσική τους μορφή, ώστε ο ερευνητής παρατηρώντας τα έπεφτε σε σοβαρές πλάνες και κατέληγε σε εσφαλμένες ερμηνείες. Έτσι το πρόβλημα τίθεται ωμά και βλέπουμε πράγματι τις μεγαλύτερες διάνοιες του αιώνα να απασχολούνται με τη λύση του. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Μαλπίγγι, απέκτησαν τέτοια τεχνική δεξιότητα, ώστε να εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα.
Προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή έκαναν και οι άμεσοι συνεχιστές του Βεσάλιου και ιδίως ο Μπαρτολομέο Εουστάκι (Ευστάχιος), που αφού γνώρισε πολλές απογοητεύσεις κατέληγε σε αποτελέσματα που υποχρέωσαν τον Μαλπίγγι να ομολογήσει: «Ο Ευστάχιος, αν είχε ερευνήσει τη λεπτή κατασκευή όλων των άλλων αγγείων και σπλάγχνων, χρησιμοποιώντας όχι μόνο το νυστέρι, αλλά καταφεύγοντας και στο μικροσκόπιο και τις ενέσεις υγρών, που χρησιμοποίησε μόνο στη μελέτη των νεφρών, θα είχε ασφαλώς απαλλάξει όλους τους μεταγενέστερους του από κάθε άλλη ανατομική έρευνα».
Η παράγραφος όμως αυτή του Μαλπίγγι, εκτός από τη δίκαιη τιμή που απονέμει στον Εουστάκι, υποδεικνύει και τα δυο βασικά μέσα που θα έπρεπε να συνεργάζονται με το μικροσκόπιο στην ανατομική έρευνα: το νυστέρι και τις εγχύσεις υγρών.
Η τελευταία αυτή τεχνική ήταν η μέθοδος στην οποία κατέφευγαν κατά προτίμηση οι ερευνητές του 17ου αιώνα, αφού είχαν επιχειρήσει προηγουμένως να εφαρμόσουν πλήθος άλλες. Η χρησιμοποίηση της μεθόδου αυτής, όχι μόνο αποκάλυπτε ένα πλήθος από λεπτότατους μορφολογικούς σχηματισμούς, αλλά προσέφερε και τη βεβαιότητα ότι δεν άλλαξε τη μορφή των ανατομικών παρασκευασμάτων, πράγμα που συνέβαινε με τις παλαιότερες μεθόδους. Είχε μάλιστα κι ένα ακόμα πλεονέκτημα: ξανάδινε στα αγγεία, στα οποία γινόταν η έκχυση, τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της ζωής, τα παρουσίαζε δηλαδή γεμάτα κι όχι όπως παρουσιάζονται μετά το θάνατο κενά, με τα τοιχώματά τους σε σύμπτωση. Το κενό άλλωστε των αρτηριών μετά θάνατον είχε παρατηρηθεί από την αρχαιότητα: σ’ αυτό απέδιδε ο Γαληνός το σφάλμα του Ερασίστρατου. Που πίστευε ότι οι αρτηρίες δεν περιείχαν αίμα, αλλά αέρα (από όπου και το όνομά).
Η κενότητα των αγγείων και η ανάγκη να παρατηρηθεί η κίνηση των υγρών μέσα τους, υπήρξε μια βασική αιτία που οδήγησε τον άνθρωπο, από την αρχαιότητα ακόμα, στην ανατομή ζωντανών ζώων, τη ζωοτομία. Αλλά και η ζωοτομία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει απόλυτα τις προθέσεις των ερευνητών: το ζώο που ανατεμνόταν εν ζωή δεν επιζούσε σε όλη τη διάρκεια του πειράματος, αλλά ούτε και οι απαραίτητοι χειρισμοί μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με την επιβαλλόμενη ταχύτητα και ακρίβεια. Το βασικό όμως μειονέκτημα ήταν ότι η μέθοδος της ζωοτομίας δεν επέτρεπε στην παρατήρηση να φτάσει ως τους απειροελάχιστους σχηματισμούς του οργανισμού, ως τα «άτομα» του Σεβερίνο. Συνεπώς, ήταν ανώφελη για τη σύλληψη της λειτουργίας της ανθρώπινης μηχανής.
Οι τεχνικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να παρακαμφτούν οι ατέλειες της ζωοτομίας, δηλαδή οι σκαριφισμοί, η εμβροχή, η επιπέδωση και η χαλάρωση του υπό παρατήρηση ιστού, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Βέβαια οι μέθοδοι αυτές που χρησιμοποιήθηκαν πολύ κατά τον 16ο αιώνα και μάλιστα από τον Εουστάκι, είχαν το μερίδιό τους στην προσφορά ανατομικών γνώσεων στον άνθρωπο, που δεν ήταν μάλιστα μικρό. Οι ίδιες όμως μέθοδοι στάθηκαν εμπόδιο στην απόκτηση άλλων τόσων γνώσεων, επιτρέποντας συγχρόνως και την υπόνοια ότι οι παρατηρήσεις που έγιναν, μπορεί να οφείλονταν σε τεχνικές αλλοιώσεις του υπό παρατήρηση παρασκευάσματος. Έτσι η έγχυση υγρών στα αγγεία, εκτελούμενη με επιδεξιότητα, ήταν η καλύτερη λύση. Οι πρώτες σχετικές προσπάθειες αρχίζουν με τον ντα Βίντσι και τον Μπερενγκάριο ντα Κάρπι. Ο πρώτος έκανε έγχυση λειωμένου κεριού στις κοιλίες του εγκεφάλου, ενώ ο δεύτερος μεταχειριζόταν απλό νερό. Η τεχνική της έγχυσης έφτασε σε τελειότητα τον 17ο αιώνα.

Ο ΓΙΑΝ ΣΒΑΜΜΕΡΝΤΑΜ
Η τιμή για την εισαγωγή της έγχυσης λειωμένου κεριού στα αγγεία ανήκει στον Ολλανδό Γιαν Σβάμμερνταμ (Άμστερνταμ, 1637-1680), γιο φαρμακοποιού και φανατικού συλλέκτη ζωολογικών και βοτανικών περίεργων. Τις πρώτες του γνώσεις και την έφεση για έρευνα απέκτησε βοηθώντας τον πατέρα του στην ταξινόμηση των ειδών του μουσείου του. Ύστερα σπούδασε ιατρική στο Λέιντεν από το 1661 ως το 1667. Υπήρξε μαθητής μιας μεγάλης διάνοιας του καιρού του, του χημικού και ανατόμου Φρανσουά ντε λα Μποέ, για τον οποίον έχουμε κιόλας λίγο μιλήσει. Στο διάστημα των σπουδών του στο Λέιντεν συνδέθηκε φιλικά με ορισμένα από τα μεγάλα ονόματα της εποχής του: τον Στένονα και τον Ρενιέ ντε Γκράαφ. Παρόλα αυτά, με τον τελευταίο ήρθε σε ρήξη για την προτεραιότητα μερικών ανακαλύψεων. Η πικρία για την καταστροφή της παλιάς αυτής μεγάλης φιλίας άφησε τα αποτυπώματά της στον ψυχικό του κόσμο. Το γεγονός αυτό, η στενοχώρια για τις αδιάκοπες επιπλήξεις του πατέρα του και τα κακά οικονομικά του, τον έκαναν εύκολη λεία του θρησκευτικού φανατισμού της Αντουανέττας Μπουρινιόν. Εξαντλημένος σωματικά και εξουθενωμένος ψυχικά, πέθανε τρελός, αφού έκαψε ένα μεγάλο μέρος των χειρογράφων του. Διασώθηκαν μόνον όσα είχε εμπιστευθεί στον αδελφικό του φίλο Μ. Τεβενό στο Παρίσι, ένα Μαικήνα των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής, που στην ιστορία της τέχνης είναι γνωστή ως εποχή του μπαρόκ.
Εν ζωή δημοσίευσε δυο βιβλία: τη «Γενική πραγματεία περί των άνευ αίματος ζώων» (1669) και τον «Βίο των εφήμερων» (1675). Μετά το θάνατό του, τα διασωθέντα χειρόγραφά του δημοσιεύθηκαν αναθεωρημένα μεταξύ 1737 και 1738 με τον τίτλο «Βιβλία της φύσης». Το βιβλίο αυτό χαρακτηρίζεται ως αληθινό μνημείο. Ποτέ πριν ή μετά από τον Σβάμμερνταμ δεν έγιναν τόσο φροντισμένες παρατηρήσεις, τέτοια σπάνιας ωραιότητας σχήματα, τόσο μεγάλος όγκος εργασίας. Στο έργο του Σβάμμερνταμ και η πιο περιληπτική εξέταση ενός αντικειμένου καταλαμβάνει δεκάδες σελίδες, μέσα στις οποίες συναντά κανείς τις βάσεις πάρα πολλών κεφαλαίων της σύγχρονης ζωολογίας κι εμβρυολογίας.
Εκτός από την άποψη αυτή, το έργο του Σβάμμερνταμ έχει και μια εξαιρετική ενδιαφέρουσα τεχνική πλευρά. Η επιδεξιότητά του στην ανατομή εντόμων και την έγχυση έγχρωμων κηρωδών ουσιών στο αγγειακό σύστημα, έτσι που να γίνονται ορατές κι οι πιο λεπτές του διακλαδώσεις, κρίνονται ανυπέρβλητες. Υπήρξε ο δάσκαλος του φίλου και συμπατριώτη, αργότερα δε και αντιπάλου του, Ρούις, στην τεχνική αυτή, που στη συνέχεια ο δεύτερος ανήγαγε σε επίπεδο, που κανείς μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να φτάσει.

Ο ΦΡΙΝΤΕΡΙΚ ΡΟΥΙΣ
Γεννήθηκε στη Χάγη το 1638. Στο Λέιντεν, από όπου πήρε το πτυχίο της ιατρικής το 1664, υπήρξε μαθητής του Ντε λα Μποέ. Από το 1666 τον συναντάμε στο Άμστερνταμ με τη σειρά, λέκτορα της ανατομικής, καθηγητή της μαιευτικής και τέλος καθηγητή της βοτανικής το 1685. Ανεξάρτητα όμως από την ειδικότητα της έδρας που κατείχε κάθε φορά, ο Ρουίς αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του στην «παρασκευή» πτωμάτων για ανατομικές μελέτες. Ήταν τέτοια η επιτυχία της τεχνικής του, ώστε οι «μούμιες» του, όπως ονόμασαν τότε τα πτώματά του, έδιναν, φτάνει να είχε κανείς λίγη καλή θέληση, την εντύπωση πως ζούσαν, σε αντίθεση με τις μακρινές τους αδελφές της Αιγύπτου που απέπνεαν έντονη την ιδέα του θανάτου. Γιατί κοντά στα άλλα, ο Ρουίς είχε ισχυρό το συναίσθημα του μακάβριου και το αποτύπωνε στις ανατομικές του συνθέσεις. Μπορούσες να δεις απίθανα συμπλέγματα σκελετών, τεμάχια από επίπλουν κι έντερα να καλύπτουν ένα δάπεδο από χολόλιθους και λίθους του νεφρού στο πλαίσιο ενός τοπίου, που σκιαζόταν από πολύχρωμες, χάρις στο χρωματιστό κερί που ήταν χυμένο μέσα τους, διακλαδώσεις αρτηριών και φλεβών! Και ήταν τέτοιο το ενδιαφέρον του πλήθους, που ο Ρουίς έκοβε κανονικό εισιτήριο. Ανάμεσα στους επισκέπτες, ήταν κι ο Μεγάλος Πέτρος της Ρωσίας, που αργότερα, το 1717, απέκτησε όλη τη συλλογή και τη μετέφερε στην Πετρούπολη. Τότε ο Ρουίς ετοίμασε μια δεύτερη συλλογή, που την πούλησε στον βασιλιά της Πολωνίας Ιωάννη Σομπιέσκι, ο οποίος αργότερα τη χάρισε στο πανεπιστήμιο της Βυττεμβέργης.
Την εντύπωση που έδιναν τα ανατομικά του παρασκευάσματα, οι «μούμιες» του, αποδίδει θαυμάσια ο ποιητής Λεοπάρντι στον παρακάτω διάλογο που φαντάζεται ανάμεσα στον Ρούις και τα δημιουργήματά του:
«Ω, διάβολε! Ποιος δίδαξε τη μουσική σ’ αυτούς τους πεθαμένους που τραγουδούν μες στα μεσάνυχτα σαν πετεινοί; Στα αλήθεια, κρύος ιδρώτας με περιβρέχει κι ακόμα λίγο θα ήμουν πιο νεκρός από αυτούς. Δεν ξέρω γιατί τους φύλαξα από τη φθορά... Δεν ξέρω τι να κάνω. Αν τους αφήσω εδώ κλεισμένους, ποιος ξέρει αν δεν σπάσουν την πόρτα ή δεν δραπετεύσουν από την κλειδαρότρυπα κι έρθουν να με βρούνε στο κρεβάτι; Να ζητήσω βοήθεια από φόβο για τους νεκρούς, δεν μου πάει καλά. Εμπρός, ας κάνουμε κουράγιο κι ας δοκιμάσουμε να τους τρομάξουμε.
(Μπαίνοντας) Ε! παιδιά! Τι παιχνίδι είναι αυτό που παίζουμε; Λησμονάτε πως είστε νεκροί; Τι θόρυβος είναι αυτός; Ξιπαστήκατε μήπως από την επίσκεψη του τσάρου και συλλογίζεστε πως δεν σας πιάνουν πια οι νόμοι οι πρωτύτεροι; Να ξέρετε πως θα πάρω την μπάρα της πόρτας και θα σας σκοτώσω όλους».
Ο ποιητής φανταζόταν τις «μούμιες» να ξυπνούν ξαφνικά και να τραγουδούν το μακάβριο τραγούδι του θανάτου!
Στη μακρά του ζωή (πέθανε το 1731 σε ηλικία 93 ετών), ο Ρουίς μελετώντας και παρασκευάζοντας πτώματα, έφτασε την τεχνική των ανατομικών παρασκευασμάτων στο υπέρτατο σημείο. Τις σπουδαιότατες παρατηρήσεις του ανακοίνωσε με μια επιβλητική σειρά κειμένων. Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωρίζουν οι «Εικονογραφήσεις των βαλβίδων των λεμφικών και των χοληφόρων αγγείων» και οι «Δέκα ανατομικοί θησαυροί», που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά λατινικά το 1737 και στη συνέχεια ολλανδικά το 1747 στο Άμστερνταμ μετά το θάνατό του.Οι πολλές ανακαλύψεις του Ρούις ξεσήκωναν αρκετές φορές άγρια πολεμική και ειδικότερα ο ισχυρισμός του ότι, κάνοντας εγχύσεις στο αγγειακό σύστημα, μπορούσε να του δώσει το μορφή που είχε εν ζωή. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν απόλυτο και στάθηκε αφορμή πλανών για τον Ρούις. Οι παρατηρήσεις όμως που έκανε σε παρασκευάσματα λεμφαγγείων, του οφθαλμού, των όρχεων και των νεφρών, στα οποία δεν έκανε μόνον εγχύσεις υγρών, αλλά φρόντιζε και να τα συντηρεί με αλκοόλη, τερεβινθίνη κ.ά. συντηρητικά, του εξασφαλίζουν εξαίρετη θέση ανάμεσα στους ερευνητές της εποχής του. Ο Ρούις έχει τη θέση του πλάι στον Μαλπίγγι, τον Γκριού, τον Σβάμμερνταμ και τον Λέβενχουκ, ως συνιδρυτής της μικροσκοπικής ανατομικής. Στο πρόσωπό του η τεχνική και λεπτολόγος ανατομική του Σεβερίνο γίνεται πραγματικότητα, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που πρόσφερε η εποχή του.

22/9/08

Το μικροσκόπιο στην υπόλοιπη Ευρώπη [34]

«Πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό και μια διαίρεση των σωμάτων, όχι βέβαια χρησιμοποιώντας τη φωτιά, αλλά μεταχειριζόμενοι τη λογική και την επαγωγική μέθοδο, που οδηγεί στην αλήθεια με τη βοήθεια του πειράματος και συγκρίνοντας με άλλα σώματα και ανάγοντάς τα στα απλά φυσικά στοιχεία και τις μορφές τους, που αθροίζονται και μπαίνουν σε αμοιβαία σχέση μέσα στο σύνθετο όργανο».
Οι γραμμές αυτές, που θα μπορούσαν και σήμερα να προλογίσουν ένα επιστημονικό σύγγραμμα, προέρχονται από ένα από τα «ιερά βιβλία» της επιστήμης, τα οποία γράφηκαν τον 17ο αιώνα, από το «Νέο Όργανο» του Βάκωνα (Francis Bacon), που δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο το 1620.
Να όμως που κι ο Γαλιλαίος, σ’ ένα «απόσπασμά» του με ακαθόριστη χρονολογία, γράφει τα ίδια πράγματα συζητώντας τη διαδικασία της ωρίμανσης των καρπών, κάτω από την επίδραση της θερμότητας και του ψύχους. Έτσι και στα δυο κείμενα συναντάμε τα πρώτα σπέρματα της συγκριτικής ανατομικής: την εφαρμογή της ατομικής αρχής (τη διαίρεση σε απλά σώματα που προτείνει ο Βάκων) και της μηχανιστικής αρχής στην ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Στα κείμενα του Γαλιλαίου, η ωρίμανση των οπωρικών γίνεται με τελείως μηχανικό τρόπο, με βάση την κοινή λεπτή κατασκευή όλων των καρπών.
Ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο θ’ ανακαλύψει ο Μαλπίγγι σαν βάση της κατασκευής του ήπατος λοβία, κοινό στοιχείο στο ήπαρ κάθε ζώου που είναι άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο ομοιογενές, χωρίς να παύει να περιέχει τα ίδια αυτά βασικά στοιχεία κατασκευής.
Η παρατήρηση αυτή του Μαλπίγγι («Περί της λεπτής υφής των σπλάγχνων», Μπολόνια, 1666), ό,τι αναφέρει ο Γαλιλαίος για τα «κυστίδια» που αποτελούν όλους τους καρπούς και η επαγωγική μέθοδος που τοποθετείται από το Βάκωνα σαν βάση της νέας επιστήμης, όλα κινούνται στον ίδιο κύκλο της ανανέωσης που σείει από τα θεμέλια την επιστημονική Ευρώπη του 17ου αιώνα.
Σε μια τέτοια κίνηση κανείς δεν μπορούσε να μείνει απαθής, εκτός αν θεληματικά έκλεινε τα μάτια ή ήταν τόσο κοντόφθαλμος και είχε τέτοια πνευματική τεμπελιά ώστε να αρκείται στην επιβεβαίωση των δεδομένων της παράδοσης. Από εδώ ξεκίνησαν σκληροί αγώνες και τραχιές πολεμικές, κάποτε γεμάτες από την πίκρα του φθόνου, που δεν ήταν κάτι το σπάνιο για τους συντηρητικούς της εποχής εκείνης: η μεγαλοφυΐα που καινοτομεί ενοχλεί πάντα την ειρηνική μετριότητα, όταν την προσκαλεί να υποβληθεί στον κόπο να σκεφτεί, να ερευνήσει, να αποκαλύψει!
Πολλοί ενοχλήθηκαν, και τότε, στο μακάριο ύπνο τους. Αλλά και πολλοί κατόρθωσαν να συλλάβουν το νόημα του σαλπίσματος του Βάκωνα, του Καρτέσιου και του Γαλιλαίου. Κι έδωσαν στο αναγεννητικό κίνημα ολόκληρη τη ψυχή τους.

Ο ΝΕΕΜΙΑΣ ΓΚΡΙΟΥ
Άγγλος φυτοανατόμος, υπήρξε από τους πρώτους που συνέλαβαν τη σημασία της μελέτης των προβλημάτων των ζωντανών οργανισμών επί συγκριτικής βάσης. Ο Ν. Γκριού (1641-1712) ήταν από τα πρώτα μέλη της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου. Η σύλληψή του αυτή δεν περιέχεται όπως θα περίμενε κανείς στο έργο του «Συγκριτική ανατομική των κορμών» (1685), αλλά στην «Ανατομική των φυτών» του.
Αν και ο όρος «συγκριτική ανατομική» βρίσκεται για πρώτη φορά στον τίτλο του πρώτου έργου, όμως ο καρπός των οξυδερκών και λεπτότατων παρατηρήσεων του συγγραφέα, που συγκεντρώθηκαν με το πνεύμα αυτής της μορφής της ανατομικής, παρουσιάζεται στο δεύτερο έργο του: στη σειρά των ομολόγων οργάνων, που ανακαλύπτει στα διάφορα φυτά, διαπιστώνει την κοινή βασική κατασκευή τους.
Βέβαια, τα φυτικά κύτταρα, που ο Γκριού ερμηνεύει σαν «φυσαλίδες» που προέρχονται από κάποια ζύμωση, είχαν κιόλας παρατηρηθεί από τον Μαλπίγγι. Υπάρχει όμως και η εντελώς προσωπική του προσφορά, που του εξασφαλίζει μια περίοπτη θέση στην ιστορία της ενθουσιώδους εκείνης εποχής. Είναι οι αρχές της συγκριτικής μεθόδου και οι μελέτες του πάνω στις γεννητικές λειτουργίες στα φυτά, με την αναγνώριση της αποστολής της γύρης στην αναπαραγωγή τους.

Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΧΟΥΚ
Δυο περίεργες ιδιοφυίες έχει ακόμα να μας παρουσιάσει η ιστορία της εποχής που συζητάμε. Είναι ο Ολλανδός Άντον Βαν Λέβενχουκ (Anton van Leeuwenhoek) και ο Άγγλος Ρόμπερτ Χουκ (Robert Hooke). Μετριοπαθής και σχολαστικός ο πρώτος, ζωηρός χαρακτήρας ο δεύτερος, αποτέλεσαν βασικούς συντελεστές προόδου της νέας επιστήμης.
Ο Χουκ (νησί Ουάιτ, 1637) είχε δείξει από την παιδική του ηλικία μια ιδιαίτερη επίδοση στη μηχανική. Οι σπουδές του υπήρξαν ακατάστατες, όπως ήταν και όλα τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, αν και ποτέ δεν τους έλειψε το γνώρισμα του μεγαλοφυούς. Το 1662 έγινε βοηθός της Βασιλικής Εταιρείας στα επιστημονικά πειράματα και ύστερα από ένα χρόνο μέλος της.
Ο Χουκ, μαθηματικός, φυσικός και εξαίρετος μηχανικός, είχε μια απέραντη σειρά από εμπνεύσεις, που έφταναν μέχρι την ιδέα της «παγκόσμιας βαρύτητας», σχετικά με την οποία έφτασε να διεκδικήσει, άδικα βέβαια, την προτεραιότητα από τον Νεύτωνα. Το έργο του, που ενδιαφέρει ειδικότερα το δικό μας θέμα, δημοσιεύθηκε δυο χρόνια μετά την είσοδό του σαν μέλος στη Βασιλική Εταιρεία, έχει τον τίτλο «Μικρογραφία» και περιέχει έναν ολόκληρο θησαυρό παρατηρήσεων και πιο πολύ θαυμάσιων εικόνων. Η πιο αξιοσημείωτη είναι αυτή που παριστάνει τη λεπτή κατασκευή του φλοιού ενός είδους βελανιδιάς (Querqus suber), γνωστού ως φελλόδρυς, στον οποίον ο Χουκ ανακάλυψε τη μεμβράνη που περιβάλλει κάθε κύτταρο, ονομασία που για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, αν και όχι τελείως με τη σημερινή έννοια.
Για την ακρίβεια, ο Χουκ υπήρξε στο πεδίο των φυσικών επιστημών ένας περίεργος, παρά ένας επιστήμονας. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι η ανθρωπότητα είχε ανάγκη και από τέτοια πνεύματα. Ήταν τόσα αυτά που έπρεπε να ανακαλυφθούν στον κόσμο, ώστε όσο περισσότερα βλέμματα τον ερευνούσαν τόσο πιο πολλές θα ήταν κι οι πληροφορίες που θα αποκτώντο.

Ο ΑΝΤΟΝ ΒΑΝ ΛΕΒΕΝΧΟΥΚ (1632-1723)
Ευφυής παρατηρητής και σχολαστικά μεθοδικός, ιδιότητες που απαιτούνται από κάποιον που έχει να συγκεντρώσει παρατηρήσεις, να τις οργανώσει μεθοδικά και να τους δώσει σωστή ερμηνεία, ήταν ο Λέβενχουκ. Γεννήθηκε το 1632 στο Ντελφτ της Ολλανδίας κι ήταν ένας απλός δημοτικός υπάλληλος που αγνοούσε τη λατινική γλώσσα και δεν είχε λάβει ποτέ συστηματική μόρφωση. Από τα στοιχεία αυτά εξηγούνται ορισμένα χαρακτηριστικά του έργου του. Πρώτον, το ότι όλα του τα βιβλία γράφτηκαν στα φλαμανδικά, για να μεταφραστούν αργότερα στα λατινικά και τα αγγλικά για χάρη άλλων ερευνητών της Ευρώπης. Δεύτερον, το ότι ο χαρακτήρας των λεπτολόγων και σχολαστικών ερευνών του είναι αποσπασματικός και φέρει τη σφραγίδα περισσότερο μιας ευφυούς περιέργειας παρά ενός επιστημονικού σχεδιασμού. Εκτός των άλλων, ο Λέβενχουκ ήταν ένας εξαιρετικά επιδέξιος κατασκευαστής φακών. Για να επιτύχει το καλύτερο όργανο δε δίστασε να χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο υλικό, ακόμα και διαμάντια. Μελέτησε επίσης έναν ειδικό τύπο μικροσκοπίου με μια αντικειμενοφόρο τράπεζα, πάνω στην οποία προσαρμοζόταν το προς παρατήρηση αντικείμενο: το σύνολο μπορούσε να μετακινηθεί πιο κοντά ή πιο μακριά από το φακό.
Με το πολύ απλό αυτό όργανο ο Λέβενχουκ πραγματοποίησε θαυμάσιες παρατηρήσεις, τις οποίες περιέγραψε, παρά το αποσπασματικό κι ανοργάνωτο των ερευνών του, με αξιοθαύμαστη ακρίβεια στη φλαμανδική γλώσσα, όπως ήδη αναφέραμε. Για την ευρύτητα των παρατηρήσεών του και τον λεπτολόγο τους χαρακτήρα, ο Λέβενχουκ μπορεί να θεωρηθεί σαν ένας από τους ιδρυτές της μικροσκοπίας και της μικρογραφίας με τη μεγαλύτερη προσφορά στο νέο αυτόν επιστημονικό κλάδο. Τα αποτελέσματα των ερευνών του ανακοίνωσε ο Λέβενχουκ με επιστολές του στη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου, της οποίας αργότερα ονομάστηκε μέλος. Στις επιστολές αυτές βρίσκουμε αξιοθαύμαστες περιγραφές των παρατηρήσεων που είχαν γίνει όλες με τα απλά όργανα που διέθετε: η μεγεθυντική τους ικανότητα έφτανε τις 200 φορές. Με τα μέσα αυτά παρατήρησε και περιέγραψε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος, την κυκλοφορία του αίματος στα τριχοειδή αγγεία της ουράς του γυρίνου του βατράχου, τις ραβδώσεις των μυών, την πορώδη κατασκευή του ελεφαντοστού και πλήθος άλλων λεπτομερειών σχετικών με τη λεπτή υφή των ιστών. Παρακινημένος από την παρατήρηση ενός φοιτητή της Ιατρικής με το όνομα Χαμ, έστρεψε το θαυματουργό του μικροσκόπιο προς το σπέρμα του ανθρώπου κι εκεί ανακάλυψε τα σπερματοζωάρια: στη περιγραφή τους, που περιείχε πάντως αρκετή δόση φαντασίας, υπάρχουν οι καταβολές μιας πολεμικής που απέκτησε αργότερα πανευρωπαϊκό χαρακτήρα. Τα παρουσίαζε σαν να υπήρχε μέσα στο καθένα τους ένας τέλειος άνθρωπος σε μικροσκοπικές διαστάσεις, παίρνοντας έτσι τη θέση της θεωρίας του προσχηματισμού, που αποτέλεσε τον 18ο αιώνα το επίκεντρο μιας από τις ζωηρότερες επιστημονικές διαμάχες.
Αλλά οι παρατηρήσεις του δεν περιορίζονται μέχρις εδώ. Παρατήρησε για πρώτη φορά πρωτόζωα στα λιμνάζοντα νερά, έφτασε ακόμα να δει και μικρόβια, πιθανότατα τη σπειροχαίτη του στόματος. Μελέτησε τα σύνθετα μάτια των εντόμων και στη συνέχεια ανακάλυψε, εκτελώντας τομές και μικροσκοπώντας, ότι η φυτόψειρα είναι ζωοτόκος και ότι αναπαράγεται με παρθενογένεση, άποψη που στήριξε στο γεγονός ότι ανάμεσα στα ζώα αυτά δεν είχε βρει ούτε ένα αρσενικό. Παρατήρησε ακόμα τη λεπτή κατασκευή και την ανάπτυξη των αραχνών, των μυρμηγκιών, των ψύλλων και άλλων πολλών εντόμων. Δραστηριότητα αξιοθαύμαστη που εμπνεόταν μόνο από φλογερό ενθουσιασμό, χωρίς να στηρίζεται στην ανάλογη επιστημονική κατάρτιση. Παρόλα αυτά, ο Λέβενχουκ συγκινείται από τα επιστημονικά ρεύματα της εποχής του: παίρνει θέση υπέρ της θεωρίας του προσχηματισμού και συντάσσεται με τον Ρέντι εναντίον της άποψης που παραδεχόταν την αυτόματη γένεση.
Αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τους χαρακτηρισμούς που ανήκουν στο Λέβενχουκ, θα έπρεπε να αναφέρουμε την ικανότητά του να είναι λεπτός δέκτης των ρευμάτων της εποχής του, ακούραστος παρατηρητής, σχολαστικός και ακριβολόγος στις περιγραφές και τα σχέδιά του και ευφυής ερμηνευτής των παρατηρήσεών του. Όταν του απονέμανε τον τίτλο του πατέρα της πρωτοζωολογίας και της μικροβιολογίας, δεν έπεφταν έξω. Όταν ο Λέβενχουκ πέθανε το 1723, σε ηλικία 91 ετών, ο όγκος των παρατηρήσεων που άφηνε ήταν πρωτοφανής.

Ο ΡΕΝΙΕ ΝΤΕ ΓΚΡΑΑΦ (Renie de Graaf) (1641-1673)
Ήταν συνάδελφος και θαυμαστής του Λέβενχουκ, καθώς και συμπατριώτης του. Γεννήθηκε στο Σόνχαβεν το 1641. Ύστερα από σπουδές στην Ουτρέχτη και το Λέιντεν κι επηρεασμένος από τις ιατροχημικές θεωρίες του Φρανσουά ντε λα Μποέ, δημοσιεύει το πρώτο του έργο «Περί της φύσης και της λειτουργία του παγκρεατικού υγρού», βιβλίο στο οποίο δεν αποκαλύπτεται ακόμα η μεγαλοφυΐα του. Παρόλα αυτά, αυτό του χάρισε τόση φήμη, ώστε το ταξίδι του στη Γαλλία, το 1665, να πάρει τη μορφή θριαμβευτικής πορείας. Επιστρέφοντας στην Ολλανδία έγινε δημοτικός ιατρός στο Ντελφτ και συγχρόνως αφοσιώθηκε στις έρευνές του, που τα αποτελέσματά τους περιλαμβάνονται σε τρία έργα του: «Περί των αναπαραγωγικών οργάνων του ανθρώπου» (το σπουδαιότερο), «Περί κλυσμάτων» και «Περί της χρήσης της σύριγγας στην ανατομική».
Ο Ντε Γκράαφ είναι αυτός που παρουσίασε τον Λέβενχουκ στη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου. Εφάρμοσε και ο ίδιος το μικροσκόπιο στις ανατομικές του έρευνες, ανακαλύπτοντας στην ωοθήκη τα ωοθυλάκια που φέρουν μέχρι σήμερα τα όνομά του (Γρααφιανά ωοθυλάκια), παρόλο που εσφαλμένα τα θεώρησε σαν ωάρια. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την ανακάλυψή του να παίξει το ρόλο της στην ανάπτυξη της εμβρυολογίας (2ο μισό του 16ου και 17ου αιώνα).
Ο Ντε Γκράαφ είχε όπως ήταν φυσικό και τους εχθρούς του, ένας από τους οποίους, ο Σβάμμερνταμ, τον κατηγόρησε ότι οικειοποιήθηκε τις ανακαλύψεις τού ντε λα Μποέ. Στη διαμάχη αυτή πάντως η νίκη του Ντε Γκράαφ υπήρξε εύκολη. Αν μένει κάτι από αυτή την υπόθεση, είναι ότι οι μεγάλες διάνοιες έχουν μια δύσκολη ζωή, πράγμα που συχνά ξεκινά από τα πρόσωπα εκείνα που έπρεπε αντίθετα να είναι οι στενοί τους σύμμαχοι. Είδαμε τον Ταλιακότσι να δέχεται τις επιθέσεις του Παρέ. Το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει και με τον Γκράαφ από το Γιάν Σβάμμερνταμ. Ιστορίες παράλληλες!