12/2/09

Τα μουσεία [52]

Η ανανεωτική ορμή του 17ου αιώνα, που όμοιά της δεν έχει καμιά άλλη εποχή στην ιστορία της ιατρικής, δεν επιδιώκει το νέο μόνον από τη θεωρητική του άποψη, αλλά και για την πρακτική του πλευρά.
Η επιδίωξη του νέου είναι άλλωστε ένα γενικότερο χαρακτηριστικό του αιώνα για τον οποίον μιλάμε. Αρκεί να στραφεί κανείς προς την πλευρά της τέχνης και ιδίως της λογοτεχνίας για να διαπιστώσει ότι τόσο η νοοτροπία των ποιητών του μπαρόκ, όσο και η επάνοδος με επιμονή στο κλασικό πρότυπο των αντιπάλων τους έχουν κάτι το κοινό: την αναζήτηση του νέου. Οι πρώτοι, θέλουν να καταπλήξουν με την πρωτοτυπία τους, οι δεύτεροι αναζητούν τα πρότυπά τους στους κλασικούς εκείνους που είτε κανείς μέχρι τότε δεν είχε μιμηθεί, όπως στον Πίνδαρο, είτε σε εκείνους που μόλις είχαν ανακαλυφθεί τα έργα τους, όπως στον Ανακρέοντα.
Μέσα στον οργασμό αυτό των καινοτομιών, των ερευνών και των ανακαλύψεων, δημιουργείται κάποια στιγμή κι η ανάγκη της οργάνωσης του υλικού που αδιάκοπα συγκεντρώνεται. Έτσι στο θεωρητικό τομέα βλέπει κανείς να γίνεται πολύ αισθητή η ανάγκη μιας αναταξινόμησης που περιλάμβανε σε μια συστηματική κατάταξη όλο το παλαιό και το νέο υλικό της γνώσης. Στον πρακτικό τομέα βλέπουμε να παρουσιάζεται ένας νέος θεσμός, ό,τι ονομάζουμε σήμερα «μουσείο φυσικής ιστορίας».

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ
Από τα τέλη του 16ου αιώνα βλέπουμε εδώ κι εκεί μερικούς επιστήμονες να οργανώνουν κάποιο μικρό ιδιωτικό βοτανικό κήπο για τις μελέτες και τις παρατηρήσεις τους. Ακόμα παλαιότερα, κάτι τέτοιο είχε ιδρύσει και ο γνωστός μας Φρακαστόρο, από όπου και προέβαινε σε τολμηρή κριτική του Πλίνιου του Πρεσβύτερου.
Για τέτοιες ιδιωτικές συλλογές που το υλικό τους στην πλειονότητα χάθηκε, ενώ μερικά κομμάτια μπορεί να συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερες συλλογές, έχουν διασωθεί μόνον πληροφορίες και σε μερικές περιπτώσεις και αναπαραστάσεις. Στις τελευταίες ανήκει ο Βοτανικός κήπος του Ιμπεράτο (1550-1631) από τη Νάπολη. Φαρμακοποιός από εκείνους που βρίσκονταν σε συνεχή διαμάχη με τους γιατρούς για τα δικαιώματα της φαρμακοθεραπείας, ο Ιμπεράτο έζησε σ’ ένα αιώνα, που το πάθος για την αλήθεια ήταν πιο ισχυρό από τις στείρες πολεμικές. Μελετητής της Φυσικής Ιστορίας με πάθος, οργάνωσε ένα βοτανικό κήπο, στον οποίο συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών και εξωτικών ζώων, που τα βλέπουμε σε μια ωραία χαλκογραφία της «Φυσικής Ιστορίας» του. Το βιβλίο αυτό δημοσιεύτηκε σε 28 τόμους στη Νάπολι το 1599. Είχε ακόμα και μια ωραία συλλογή ορυκτών. Το έργο του, για το οποίο μόλις μιλήσαμε, είναι ένας εκτεταμένος κατάλογος φυτών, ορυκτών, πολύτιμων λίθων και απολιθωμάτων που είχε μελετήσει ο Ιμπεράτο.
Σε μια άλλη του πραγματεία «Περί απολιθωμάτων» (Νάπολι, 1610), διατυπώνει την υπόθεση ότι πρέπει τα τωρινά βουνά να σκεπάζονταν κάποτε από θάλασσα. Την άποψή του αυτή στηρίζει σε παρατηρήσεις γεωλογικού χαρακτήρα, που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του με τον τίτλο «Δοκίμιο περί των μεταβολών των χωρών» (Βενετία, 1672). Εκεί μιλάει και για το ρόλο των βραδυσεισμικών κινήσεων, στις οποίες αποδίδει την καταγωγή των βουνών.
Με όλα αυτά τα προσόντα του, ο Ιμπεράτο μπορεί να θεωρηθεί από τους πρώτους οργανωτές ενός πραγματικού μουσείου φυσικής ιστορίας. Στο χώρο του, βρίσκονται, το ένα δίπλα στο άλλο, ζώα, ορυκτά και απολιθώματα, όσο κι αν η τοποθέτησή τους δεν κατευθύνεται από σαφή επιστημονικά, αλλά περισσότερο από διακοσμητικά κριτήρια. Αλλά μήπως και το μουσείο του Ρούις, για το οποίο έχουμε αλλού μιλήσει διεξοδικά,
[1] ήταν κάτι διαφορετικό; Πρέπει να έμοιαζε πολύ με το βοτανικό κήπο του Ιμπεράτο, αν κρίνει κανείς από τις εικόνες που διασώθηκαν, δίνοντας μια γενική εντύπωση για το είδος των συλλογών αυτών.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ
Ο 17ος αιώνας θα είναι πάλι εκείνος που θα δώσει στο μουσείο την αληθινή του υπόσταση, μεταβάλλοντάς το από ιδιωτική συλλογή αξιοπερίεργων σε οργανικό και συστηματικά διαρθρωμένο σύνολο, προορισμένο για τη μελέτη και την έρευνα.
Το πρώτο μουσείο τέτοιου τύπου ιδρύθηκε στη Βιέννη από τους Ιησουίτες, με τη βοήθεια του Φερδινάνδου Β'. Σκοπός του ήταν η διδασκαλία. Όταν οι Ιησουίτες είδαν την επιτυχία του έργου τους, επανέλαβαν την απόπειρα στη Ρώμη, ιδρύοντας εκεί το «Μουσείο Φυσικής Ιστορίας» με εμψυχωτή και διευθυντή του τον Αθανάσιο ΚίρχερΚιρχεριανό Μουσείο»). Το μουσείο αυτό διατηρείται και σήμερα στη Ρώμη ως «Εθνολογικό Μουσείο».
Πολύ γρήγορα τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάστηκαν, γιατί η χρησιμότητα, αν όχι η αναγκαιότητά τους, για τη μελέτη και τη διδασκαλία ήταν προφανής. Η ανάγκη πάντως να αντιλαμβάνεται ο μαθητής, από άμεση εποπτεία, ό,τι του δίδασκαν, γινόταν κάθε μέρα και πιο αισθητή. Καλούσαν ικανούς σχεδιαστές για να αναπαραστήσουν σε εικόνες ό,τι έβλεπαν, π.χ. στο μικροσκόπιο.
[2] Ο μαθητής ή ο ακροατής έπρεπε να συλλαμβάνει με τις αισθήσεις του το ζώο, το φυτό, το ανατομικό παρασκεύασμα για το οποίο διδασκόταν.
Οι ανάγκες της εποπτικής διδασκαλίας δεν οδήγησαν μόνο στην ίδρυση των μουσείων, αλλά συνετέλεσαν και στην ανακάλυψη νέων μεθόδων παρασκευής και διατήρησης του βιολογικού υλικού. Από τις ενέσεις του Ρούις με το κηρώδες υλικό, πέρασαν στη διατήρηση μέσα σε διάφορα υγρά. Άρχισαν με την τερεβινθίνη, για να καταλήξουν το 1663 στο οινόπνευμα, με βάση την αυθεντική γνώμη του Μπόιλ.

ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΥΡΩΠΗ
Το πρώτο μεγάλο μουσείο στην Αγγλία ήταν εκείνο της «Βασιλικής Εταιρείας», αν κι έδινε περισσότερο την εντύπωση ιδιωτικής συλλογής. Ακολουθούν το «Ασμόλειο Μουσείο» της Οξφόρδης (1685) και η μεγάλη συλλογή του Χανς Σλόαν (1660-1753), διάδοχου του Νεύτωνα στην προεδρία της «Βασιλικής Εταιρείας» και αρχίατρου του Γεωργίου Β' της Αγγλίας. Τα μουσεία και η συλλογή αυτή, που κληροδοτήθηκε από τον κάτοχό της στο κράτος, μετά το θάνατό του, αποτέλεσαν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, χωρίς αμφιβολία ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Στη Γαλλία, το πρώτο μουσείο οργανώνεται γύρω από το Βασιλικό Κήπο, που ιδρύθηκε το 1626 με πρώτο διευθυντή τον Γκι ντε λα Μπρος. Τον αιώνα που ακολούθησε υπήρξε διευθυντής του και ο μεγάλος φυσιοδίφης Μπυφφόν (1707-1788). Τότε δημιουργήθηκε εκεί ένα μεγάλο μουσείο με το όνομα Βασιλικό Περίπτερο. Μετά την Επανάσταση τα ονόματα άλλαξαν: το Βασιλικό Περίπτερο έγινε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και ο Βασιλικός Κήπος, Βοτανικός Κήπος. Τα δυο αυτά ιδρύματα πολύ σύντομα απέκτησαν παγκόσμια φήμη.
Έτσι ο 17ος αιώνας, κοντά στους τόσους φωτισμένους νεωτερισμούς του, μας πρόσφερε μια ακόμα μορφή διάδοσης του πολιτισμού και συγκέντρωσης στοιχείων πολύτιμων για την ανάπτυξη των επιστημών: το μουσείο. Αν αναλογιστούμε τη σημασία που απέκτησαν τα μουσεία αυτά για την επιστήμη, στον αιώνα που ακολούθησε, θα δούμε για άλλη μια φορά, πόσο οφειλέτες είμαστε στους «πρώτους άγιους του σύγχρονου κόσμου», όπως τους αποκαλεί ο ντε Σάνκτις, τους διαλεκτούς εκείνους ανθρώπους του 17ου αιώνα, που χωρίς το δικό τους έργο δε θα ήταν ποτέ νοητή η πρόοδος των αιώνων που ακολούθησε.


[1] Όχι τόσο μουσείο, όσο συλλογή αξιοπερίεργων, που θα είχαν τη θέση τους και στο πλαίσιο μιας εμποροπανήγυρης.[2] Ας θυμηθούμε τους θαυμάσιους πίνακες των μικροσκοπικών παρασκευασμάτων του Σβάμμερνταμ.

10/2/09

Η φαρμακολογία [51]

Ο 15ος και ο 16ος αιώνας με τις πολυάριθμες γεωγραφικές τους ανακαλύψεις και πιο πολύ απ’ όλες την ανακάλυψη της Αμερικής, είχαν αναστατώσει τα πνεύματα στην Ευρώπη. Ήταν τέτοιες και τόσες οι νέες ζωολογικές και βοτανικές γνώσεις που απέκτησε ο άνθρωπος, ώστε το ταξινομικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τότε από παράδοση κι ιδίως το αριστοτελικό, είχαν κλονιστεί σοβαρά. Οι καλύτερες διάνοιες του 16ου και ιδίως του 17ου αιώνα ασχολήθηκαν με την αναθεώρησή του, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεταρρύθμιση του Κάρολου Λινναίου.
Αλλά οι γεωγραφικές ανακαλύψεις είχαν και άλλες συνέπειες. Οι Ευρωπαίοι επιστήμονες γνώρισαν νέες θεραπευτικές μεθόδους, τελείως διάφορες από εκείνες που εφαρμόζονταν στην Ευρώπη. Επίσης οι θεραπευτικές θεωρίες διέφεραν από εκείνες της κλασικής ευρωπαϊκής παράδοσης, και νέες φαρμακευτικές ουσίες, τελείως άγνωστες ή με περιορισμένη χρήση σε μερικές περιοχές της Ευρώπης, προστέθηκαν στο οπλοστάσιο του ιατρού. Τα νέα αυτά φάρμακα μερικές φορές διέθεταν φανταστικές μόνον ιδιότητες, η πίστη πάντως ήταν ικανή να σφραγίσει, έστω και για λίγο, την τύχη εκείνου που συνιστούσε τα φάρμακα αυτά και των άλλων, που τα έπαιρναν.

ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΗΣ ΓΟΥΑΪΑΚΗΣ
Στην τελευταία αυτή κατηγορία κατατάσσεται το ξύλο της γουαϊάκης, γνωστό και ως ιερόξυλο, που για ένα διάστημα θεωρήθηκε ως το θαυματουργό φάρμακο κατά της σύφιλης.
Είδαμε στα προηγούμενα την επιδημία της σύφιλης που αναστάτωσε την Ευρώπη ύστερα από την επιστροφή των ναυτών του Κολόμβου από το Νέο Κόσμο. Αυτοί, όπως φαίνεται, έφεραν μαζί τους την ωχρά σπειροχαίτη, μια ακόμα εμπειρία της επέκτασης των γεωγραφικών γνώσεων των Ευρωπαίων. Από την Αμερική προήλθε και το πρώτο αντισυφιλιδικό φάρμακο, το ιερόξυλο, στο οποίο οι ιθαγενείς απέδιδαν θαυματουργές ιδιότητες κατά της νόσου.
Στο βιβλίο «Ομιλίες περί φαρμάκων» του Ισπανού Τζιοβάνι Φραγκόζο (Μαδρίτη, 1572), το ιερόξυλο αναφέρεται σαν κάτι το πολύ γνωστό στην Ιταλία, ιδίως στη Γένοβα και την Παβία. Ήταν τέτοια η ζήτηση του υποθετικού φαρμάκου στην αγορά, που όσοι το εμπορεύτηκαν έκαναν τεράστιες περιουσίες. Οι δυστυχείς όμως συφιλιδικοί δεν κέρδισαν την υγεία τους. Ο πρώτος εισαγωγέας υπήρξε κάποιος Τζιοβάνι Κονσάλβο που υπέφερε ο ίδιος από σύφιλη με κακοήθη πορεία. Η σκέψη που έκανε ήταν ότι εφόσον η ασθένεια προήλθε από την Αμερική, εκεί πρέπει να αναζητηθεί και το φάρμακό της. Ανάμεσα στους Ινδιάνους η νόσος παρουσίαζε τέτοια διάδοση, ώστε να έχει και δική της θεότητα, με το πρόσωπο γεμάτο από τα εξανθήματά της. Πήρε λοιπόν το πλοίο από τη Νάπολι και φτάνοντας ύστερα από καιρό στην Αμερική, ανακάλυψε πράγματι ότι οι ιθαγενείς είχαν βρει το φάρμακό της. Επρόκειτο για το ιερόξυλο που το έπαιρναν εσωτερικά ως έγχυμα ή το εφάρμοζαν εξωτερικά, χρησιμοποιώντας ένα κλαδάκι του για να ραντίζουν το σώμα τους με νερό. Το θεωρούσαν θαυματουργό. Ο Κονσάλβο, ακολουθώντας το τυπικό των ιθαγενών, νόμισε ότι είδε και στον εαυτό του τα θαυμάσια θεραπευτικά αποτελέσματα του φαρμάκου και σκέφτηκε να βοηθήσει και τους Ευρωπαίους ομοιοπαθείς του, φυσικά με το αζημίωτο. Το πρώτο φορτίο έφτανε στη Γένοβα το 1508 που για πολύ καιρό αποτέλεσε το χρηματιστήριο του ιερόξυλου και μαζί με αυτό κι άλλων αμερικανικών φαρμάκων, που δεν μπορούσε να βρει κανείς σε άλλη χώρα, με αποτέλεσμα να εισρέει στην ευφυή πολιτεία το χρυσάφι άφθονο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γκαμπριέλε Φαλλόπιο, ο Κονσάλβο άφησε στους κληρονόμους του 3.000.000 χρυσά φλορίνια! Οι συφιλιδικοί όμως δεν γίνονταν καλά, παρά τους ύμνους του Φρακαστόρο προς το νέο φάρμακο, που το αποκαλούσε δώρο των θεών και του αφιέρωσε το τρίτο βιβλίο του έργου του.
Η χρήση του ιερόξυλου εξακολούθησε και ολόκληρο τον 17ο αιώνα. Δυστυχώς, παρά την ανάμιξη της χορήγησής του με ένα πλήθος αλχημιστικές διαδικασίες, που ασκούσαν υποβολή στους αρρώστους, τα αποτελέσματα της θεραπείας ήταν πάντα απογοητευτικά. Έτσι, στο τέλος του αιώνα, καταφεύγουν πάλι ιατροί και άρρωστοι στα υδραργυρικά σκευάσματα.

ΤΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Εκτός από τα φάρμακα με τις φανταστικές θεραπευτικές ιδιότητες, υπήρχαν και άλλα, γνωστά από παλαιότερα στην Ευρώπη, αλλά σε τοπική κλίμακα, που με το τέλος του 16ου και σε όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, γνώρισαν ευρύτερη διάδοση σε ολόκληρη τη Δύση.
Ανάμεσα σ’ αυτά πρέπει να αναφέρουμε τον καφέ, την πρώτη περιγραφή του οποίου οφείλουμε, όπως σημειώσαμε κι αλλού, στον Πρόσπερο Αλπίνο. Ο 17ος αιώνας και ιδίως ο 18ος υπήρξαν οι αιώνες που ο καφές έφτασε το απώγειο της δόξας του ως ποτό και εμπόρευμα. Ο καφές όμως ήταν γνωστός και ως φάρμακο από την εποχή που μεσουρανούσε η ιατρική σχολή του Σαλέρνο: τον συνιστούσαν ως άριστο χωνευτικό στο τέλος του γεύματος. Σύμφωνα με το «Σαλέρνιο Σύνταγμα» το καλό γεύμα πρέπει να αρχίζει με μια φρυγανιά και να τελειώνει με ένα φλιτζάνι καφέ.
Ο καφές ως ποτό ήταν, όπως ήταν επόμενο, πιο γνωστός στις περιοχές της Ευρώπης που είχαν ζήσει κάτω από αραβική κυριαρχία, παρά στις υπόλοιπες. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η διάδοση της αραβικής επιστήμης στην Ευρώπη έγινε με τον Κωνσταντίνο τον Αφρικανό, σε μια εποχή δηλαδή που η αραβική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Γαλλία, Ισπανία) έπνεε τα λοίσθια. Ο ενθουσιασμός όμως των φυσιοδιφών του 16ου, αλλά και του 17ου αιώνα, για τον φυσικό κόσμο και τα φυτικά φάρμακα των νέων χωρών βοήθησε στην ευρύτατη διάδοσή του και στην εκτίμησή του ως αναντικατάστατου φάρμακου, πράγμα που εξακολουθεί να ισχύει σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα.

ΤΑ ΝΕΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Φυτά και φυτικά φάρμακα τελείως νέα ήταν μια σπουδαία συγκομιδή από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου. Μαζί με το καλαμπόκι (αραβόσιτο), που θα το δούμε ως κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής ιατρικής του 18ου αιώνα, και τις πατάτες, έφτασαν στην Ευρώπη το κακάο, ο καπνός, ο φλοιός της κίνας.
Ο καπνός αποτέλεσε μεταξύ των πρώτων το επίκεντρο μιας σειράς εξαντλητικών ερευνών, που είχαν σκοπό την ανακάλυψη των θεραπευτικών του ιδιοτήτων. Η φήμη που τον συνόδευε ήταν μεγάλη. Θεωρείτο θαυματουργό φάρμακο κατά των δηλητηριάσεων και ιδίως για τα τραύματα που προκαλούσαν τα δηλητηριασμένα βέλη. Ήταν ακόμα η άφθονη σιελόρροια και η απόχρεμψη που προκαλούσε σ’ αυτούς που τον κάπνιζαν, καθώς και τα ατελείωτα φταρνίσματα και η ρινόρροια που ακολουθούσαν το πάρσιμό του από τη μύτη.
Από εδώ ξεκινούν και οι ύμνοι που του έπλεκαν οι ιατροί της εποχής: μια ουσία που προκαλεί τέτοια εκροή χυμών από το σώμα, πράγμα που σε μια εποχή που βασίλευε ακόμα η σχετική θεωρία, είχε μεγάλη σημασία, δεν μπορεί παρά να έχει εγγυημένες θεραπευτικές ιδιότητες. Από πού όμως προέρχονταν όλοι αυτοί οι χυμοί που ο ευλογημένος καπνός απομάκρυνε από το σώμα δια μέσου της μύτης και του στόματος; Από πού αλλού παρά από τον εγκέφαλο, πάνω στον οποίο ο καπνός ασκούσε ειδική καθαρτική ενέργεια. Αν θυμηθούμε ότι βρισκόμαστε στον αιώνα, που χάρη σε παρόμοιες θεωρίες είχε αναγάγει το... «κλύσμα» σε θεραπευτικό σύμβολο και αν αναλογιστούμε ότι οι κυρίες της εποχής, προκειμένου να διατηρήσουν την υγεία τους, έφταναν τα... έξι κλύσματα την ημέρα, μπορούμε να φανταστούμε τι θεραπευτικός θησαυρός ήταν ο καπνός: αυτός μπορούσε να κάνει καθάρσεις χωρίς την ανάμιξη του, όσο να είναι, ενοχλητικού κλύσματος!
Πέρα όμως από την αστεία πλευρά του πράγματος, υπάρχει και η σοβαρή. Αν σήμερα ο καπνός και τα παράγωγά του έχουν τέτοια σημασία, τόσο σαν πρόβλημα κοινωνικής υγιεινής όσο κι ως κλασικό παράδειγμα εθισμού τεράστιων ανθρώπινων μαζών και ως βασικός συντελεστής του παγκόσμιου εμπορίου, σκεφτείτε τι θα πρέπει να υπήρξε για τον άνθρωπο του 16ου και του 17ου αιώνα.
Είναι όμως κι ένα άλλο φάρμακο που η εισαγωγή του στην Ευρώπη τον ίδιο αιώνα χαρακτηρίστηκε σαν ευλογία Θεού, σαν το πιο σπουδαίο γεγονός του αιώνα, τουλάχιστον από την άποψη της φαρμακολογίας. Πρόκειται για το φλοιό της κίνας. Το όνομα του φυτού από το οποίο λαμβάνεται («κιγχόνη η φαρμακευτική») προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από το πρώτο περιστατικό στο οποίο χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία: τη σύζυγο του κόμη του Σιντσόν (Κιγχόν).
Οι πρώτοι εισαγωγείς στην Ευρώπη (υπόθεση από την οποία βγήκαν σημαντικά κέρδη) ήταν οι πατέρες της Εταιρείας του Ιησού, που πήραν το προνόμιο της εξαγωγής από το Περού, στο οποίο γύρω στο 1635 ήταν αντιβασιλέας ο κόμης Σιντσόν.

ΟΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ
Οι θεραπευτικές ιδιότητες της κίνας δοκιμάστηκαν αμέσως στην Ευρώπη σε περιπτώσεις ελωδών πυρετών. Τα ευεργετικά της αποτελέσματα ήταν ολοφάνερα. Παρόλα αυτά στάθηκαν αφορμή μεγάλης αναστάτωσης για τον επιστημονικό κόσμο της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Γιατί όμως;
Η κίνα εξαφανίζοντας τα συμπτώματα της ασθένειας, δεν ενεργούσε απομακρύνοντας από τον οργανισμό τους χαλασμένους χυμούς, που κατά τη θεωρία ήταν η αιτία των νόσων. Ποιος ήξερε λοιπόν αν οι χυμοί αυτοί, με το να μένουν μέσα στο σώμα, δεν προκαλούσαν άλλες μορφές της νόσου. Η κίνα, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως δηλητήριο! Αυτές ήταν οι σκέψεις και οι απόψεις των ανένδοτων υποστηρικτών της θεωρίας των χυμών και της παραδοσιακής θεραπείας με καθαρτικά. Η φωτισμένη όμως μερίδα του ιατρικού κόσμου του 17ου αιώνα δέχτηκε την κίνα ως επίσημο φάρμακο, πιστεύοντας ότι η θεραπευτική της αξία την επέβαλλε ως τέτοιο, ανεξάρτητα από το αν ανταποκρινόταν στις γνωστές θεωρίες. Διέβλεψαν μάλιστα ότι ο τρόπος με τον οποίο ενεργούσε, θα στεκόταν ίσως αφορμή μιας ριζικής αναθεώρησης των αντιλήψεων που επικρατούσαν μέχρι τότε στην παθολογία, τη φαρμακολογία και τη θεραπευτική. Η εμφάνιση του νέου φαρμάκου συμπίπτει με την ανακάλυψη του «Sarcoptes» από τους Μπονόμο και Τσεστόνι, που εισάγει νέες παθογενετικές αντιλήψεις, και την εμφάνιση της κοινωνικής ιατρικής. Νέοι δρόμοι ανοίγονται από παντού και το αποτέλεσμα είναι επαναστατικό για την ιατρική.