27/2/09

Σημασία και αξία του έργου του Μπιφόν [60]

Αν θα θέλαμε να αξιολογήσουμε το έργο του Ζωρζ-Λουί Λεκλέρκ ντε Μπιφόν στην πραγματική του έκταση, οι στήλες αυτές θα ήταν ανεπαρκείς. Γιατί στο έργο του μεγάλου φυσιοδίφη συναντά κανείς κατά τρόπο μοναδικό, στην ιστορία των επιστημών γενικότερα, στην ιστορία της ιατρικής πιο ειδικά, οξυδερκείς προβλέψεις και πλούσιους οραματισμούς, μεγαλοφυείς συλλήψεις και επιτυχείς λύσεις προβλημάτων, που καλύπτουν όλη την έκταση των φυσικών επιστημών. Το πλαίσιο πάνω στο οποίο έχει αναπτυχθεί ολόκληρο το πλέγμα των επιστημονικών του αντιλήψεων είναι οι νέες φιλοσοφικές ιδέες που βλάστησαν από τα πνευματικά σπέρματα του17ου αιώνα και καρποφορώντας έκαναν το 18ο αιώνα «αιώνα των φώτων».
Αν αφήσουμε τη σκέψη μας να στραφεί στους αιώνες μέσα από τους οποίους παρακολουθήσαμε στα προηγούμενα την εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, μόνο με μια προσωπικότητα θα τολμούσαμε να συγκρίνουμε τον Μπιφόν για την ευρύτητα της σκέψης και τον όγκο του έργου του: με τον Αριστοτέλη. Τι άλλο ήταν το ιδανικό του μεγάλου Σταγειρίτη φιλοσόφου ως τις τελευταίες μέρες της ζωής του από την τέλεια, οργανική και εξαντλητική περιγραφή ολόκληρου του φυσικού κόσμου; Στο σημείο τουλάχιστον αυτό οι δυο διάνοιες συναντώνται και γεφυρώνουν στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού μια απόσταση 2.000 ετών.
Τον υπογραμμό του Αριστοτέλη συναντάμε και στον άλλο μεγάλο του 18ου αιώνα, που γεννήθηκε τον ίδιο χρόνο με τον Μπιφόν, έζησε όμως 10 χρόνια λιγότερο: τον Λινναίο. Την ίδια ιδέα επεδίωκε κι αυτός να μεταβάλλει σε πραγματικότητα, πράγμα που πέτυχε με το δικό του τρόπο, ενώνοντας σε ένα οργανικό δεμένο οικοδόμημα τις πολυποίκιλες μορφές, με τις οποίες εκδηλώνεται η φύση στα διάφορα βασίλειά της.
Το έργο των δύο μεγάλων του 18ου αιώνα, παρά τις ομοιότητές του έχει και τις διαφορές του.

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΜΠΙΦΟΝ ΚΑΙ ΛΙΝΝΑΙΟΥ
Το θαυμάσιο συστηματικό οικοδόμημα του Λινναίου στηρίζεται στην πεποίθηση για το αναλλοίωτο των ειδών. Η προσπάθειά του στρέφεται προς την οριστική συστηματοποίηση όλου του φυσιογνωστικού υλικού που συγκέντρωσαν έρευνες και παρατηρήσεις δεκάδων αιώνων και γενεών επιστημόνων ή ερευνητικών ανθρώπων. Είναι δυο σημεία στα οποία το έργο του Λινναίου βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με εκείνο του Αριστοτέλη. Αν διαφέρουν κάπου είναι ο μεγαλύτερος ή μικρότερος όγκος του υλικού και η έκταση της ακρίβειας των παρατηρήσεων, μια και ο Λινναίος διέθετε και τα όσο προσέφερε η εισαγωγή του μικροσκοπίου στην επιστημονική έρευνα.
Αν ερευνήσει όμως κανείς βαθύτερα τα πράγματα, θα διαπιστώσει τεράστιες διαφορές. Ο Αριστοτέλης ζητάει να ερμηνεύσει τον κόσμο: η συλλογή του υλικού και η ταξινόμησή του είναι απλά το μέσο για την κατασκευή του θεωρητικού οικοδομήματος της φύσης. Αντίθετα, ο Λινναίος παίρνει την ερμηνεία της φύσης ως κάτι το δεδομένο. Η βαθειά θρησκευτική του πίστη είναι αρκετή για το σκοπό αυτό. Η συλλογή του υλικού και η οργανωτική του συστηματοποίηση αποτελεί για το Λινναίο κεντρικό σκοπό: κάθε τάξη, γένος και είδος στο ταξινομικό του σύστημα είναι μια ευκαιρία δοξολογίας του Θεού. Ανάμεσα στον Αριστοτέλη και στο Λινναίο υπάρχει στην πραγματικότητα χάσμα αγεφύρωτο.
Εκείνο που είναι το περίεργο (κάτι που δεν παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία, ίσως πιο πολύ στην ιστορία των επιστημών) είναι πως ό,τι υποστηρίξαμε για το Λινναίο, μπορούμε να το επαναλάβουμε και για το Μπιφόν, για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Μπιφόν αναζητάει όπως και ο Αριστοτέλης μια ενιαία ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Συνεπώς και γι’ αυτόν η συλλογή και ταξινόμηση του φυσιογνωστικού υλικού είναι μόνο μέσο, προϋπόθεση της θεωρητικής κατασκευής, που αλλιώς θα έμενα ένα μάταιο πνευματικό παιχνίδι. Από την άποψη αυτή η ομοιότητα του έργου του Μπιφόν με εκείνο του Αριστοτέλη είναι ολοφάνερη. Από την άλλη όμως ο Μπιφόν παρουσιάζεται ελάχιστα προχωρημένος σε ταξινομικά σχήματα κι αυτό είναι ένα στοιχείο που απομακρύνει τη σκέψη του από τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη.
Με όσα είπαμε, φαίνεται μια «διαφωνούσα συμφωνία» να συνδέει τους δύο σοφούς του 18ου αιώνα με το μεγάλο πρόδρομό τους της αρχαιότητας: ό,τι συνδέει τον ένα μαζί του είναι το ίδιο που τον χωρίζει από τον άλλο. Αυτό επαναλαμβάνεται και προς την αντίθετη κατεύθυνση.

ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Στις διαφορές σκέψης μεταξύ Μπιφόν και Λινναίου ασφαλώς συνετέλεσα κατο διαφορετικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν οι δυο σοφοί.
Ο Λινναίος ήταν άνθρωπος του βορρά. Στα πλάτη που γεννήθηκε το φυσικό περιβάλλον συντελούσε στη δημιουργία όχι μόνο φυσικού, αλλά και πνευματικού κλίματος πολύ διαφορετικού από εκείνο της Μεσογείου. Ο μεσαιωνικός μυστικισμός είχε πάρει ένα χρώμα τελείως διαφορικό από εκείνο που είχε στις νότιες θάλασσες. Αρκεί να συγκρίνουμε τις μικρογραφίες ενός χειρογράφου μιας από τις βόρειες χώρες με τις μινιατούρες ενός ιταλικού ή γαλλικού κώδικα της ίδιας εποχής, για να διαπιστώσουμε αμέσως την απόσταση που χώριζε τους δύο τόπους. Στον σκοτεινό και απαισιόδοξο μυστικισμό του βορρά που διαρκώς αναλογίζεται το θάνατο, ο νότος έχει να αντιπαρατάξει το φως και την ευφροσύνη της «τέλειας χαράς» του Φραγκίσκου της Ασίζης! Το 17ο αιώνα οι διαφορές δεν είχαν ακόμα αμβλυνθεί. Το κίνημα του Ιανσενισμού, για το οποίο έχουμε και πάλι μιλήσει, με τις απαισιόδοξες αντιλήψεις του, από το βορρά είχε ξεκινήσει. Ο Κορνέλις Γιάνσεν με το εκλατινισμένο όνομα Γιανσένιους (1585-1638), στην Ολλανδία γεννήθηκε και στη Φλαμανδία πέθανε. Και κάτι ακόμα: ο Λινναίος, γιος προτεστάντη κληρικού μεγάλωσε σ’ ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον και γεμάτο μυστικισμό.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά με τον Μπιφόν. Αυτός μεγάλωσε μέσα στην πολυτέλεια μιας εύπορης οικογένειας του α’ μισού του 18ου αιώνα. Σε πολύ νέα ηλικία βρέθηκε διαχειριστής μιας τεράστιας περιουσίας, που μπορούσε να διαθέτει κατά βούληση, σ’ ένα περιβάλλον όπου νέες και τολμηρές ιδέες κυριαρχούσαν. Στη βάση αυτή ήταν επόμενο να οικοδομηθούν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις για την επιστημονική έρευνα.
Σύμφωνα με τα λόγια του Σεν Μπεβ, όσο κι αν δεν μπορούμε να πιστέψουμε στην απόλυτη ορθότητά τους, ο Ιανσενισμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια ανταρσία στους κόλπους του Χριστιανισμού, ενώ αυτό που προκάλεσε ο Καρτέσιος ήταν μια παγκόσμια επανάσταση.
Ο Λινναίος εμπνεύστηκε από το κίνημα του Ιανσενισμού, ενώ η σκέψη του Μπιφόν διαμορφώθηκε στο κλίμα του καρτεσιανισμού. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός αυτό, έχουμε αμέσως το κλειδί των διαφορών ανάμεσα στη σκέψη των δύο σοφών του 18ου αιώνα.

ΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ
Ο Μπιφόν, φυσιογνωμία της εποχής της διαφώτισης, παρουσιάζεται απαλλαγμένος τελείως από τα παραδοσιακά σχήματα και ανεπηρέαστος από το γράμμα των Γραφών. Στην «Ιστορία της γης» τολμά να ισχυριστεί ότι η υδρόγειος είναι πολύ πιο παλαιή από όσα επιτρέπουν να συμπεράνουμε τα ιερά κείμενα, ερμηνευμένα βέβαια με το σχολαστικό πνεύμα του καθολικισμού της εποχής. Αντί για 6.000 χρόνια της εβραϊκής χρονολόγησης της ιστορίας της γης, ο Μπιφόν έδινε στον πλανήτη μας ηλικία τουλάχιστον 100.000 ετών. Οι υπολογισμοί του βασίζονταν στα πρώτα συμπεράσματα των γεωλογικών μελετών του. Υποστήριζε ακόμα ότι τα βουνά είναι το αποτέλεσμα της σεισμικής δραστηριότητας της γης και της διαβρωτικής ενέργειας των υδάτων της επιφανείας της. Και ακόμα ότι οι πλανήτες υπήρξαν κάποτε σε μακρινούς καιρούς, μέρος της ηλιακής μάζας. Αντίθετα προς την αριστοτελική αφθαρσία των ουρανών θεωρούσε τον ήλιο προορισμένο κάποια μέρα να σβήσει.
Οι ιδέες αυτές δεν άφησαν φυσικά αδιάφορες τις αρχές της παπικής εκκλησίας, που επενέβηκαν, με αρκετή πάντως μετριοπάθεια, εξαναγκάζοντας τον Μπιφόν να υπαναχωρήσει, πράγμα που γίνεται αισθητό στον 4ο τόμο της «Φυσικής Ιστορίας» του. Ο σοφός όμως δεν εγκατέλειψε τις τολμηρές αντιλήψεις του, στις οποίες και επανέρχεται με ανανεωμένες δυνάμεις στην ομιλία του «Περί των εποχών της γης», που έγινε στην Ακαδημία της Ντιζόν, το 1773.
Αυτή τη φορά ο καθολικισμός εκδηλώθηκε κατά τρόπο απειλητικό, πράγμα που ανάγκασε τον Μπιφόν να εγκαταλείψει το Παρίσι γιατί φοβόταν μια ανοικτή καταγγελία στο εκκλησιαστικό δικαστήριο, πράγμα που τελικά απέφυγε χάρη στη μεσολάβηση της φίλης του κυρίας Νέκερ. Η φιλία του με την κυρία αυτή ήταν μια παρήγορη νότα στη ζωή του Μπιφόν που δεν υπήρξε πάντοτε ευτυχής. Ο θάνατος της συζύγου του που υπεραγαπούσε και η έκλυτη ζωή του μοναδικού του γιου, τον είχαν ποτίσει με αρκετή πικρία. Ευτυχώς ο Μπιφόν δεν έζησε τόσο ώστε να δεχθεί και το τελευταίο πλήγμα της μοίρας, βλέποντας το κεφάλι του γιου του να πέφτει κομμένο από τη λαιμητόμο το 1793. Ο φονικός παροξυσμός της Γαλλικής Επανάστασης δεν μπορούσε πια να ταράξει τον αιώνιο ύπνο του.
Χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να τον απασχολούν ιδιαίτερα προβλήματα της διπλής ονοματολογίας και του ταξινομικού συστήματος, με πλούσιες ενοράσεις και επαναστατικές ιδέες, που η φρόνηση του επέβαλε να κρατάει στο στάδιο των απλών υποθέσεων, ο Μπιφόν άφησε ένα μνημειώδες έργο, μόνιμη μαρτυρία της μεγαλοφυΐας του.
Όπως παρατηρεί ειδικός ερευνητής οι αντιλήψεις του για τον κόσμο, που τον θεωρούσε δυναμικό σύστημα με ιστορία, μεταμορφώσεις, θέατρο δράσεων και αντιδράσεων, που επηρεάζουν την πορεία των φαινομένων, είναι τελείως διαφορετικές από τις στατικές μη κινητικές αντιλήψεις του Λινναίου. Γι’ αυτό το έργο του Γάλλου είναι ισότιμο, αν όχι ανώτερο από την προσφορά του Σουηδού, πιο πολύ για τις ιδέες του, παρά για τη συμβολή του στη γνώση των φαινομένων που παρατήρησε.
Το έργο του Λινναίου είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς ιστορικής περιόδου, η κωδικοποίηση της σκέψης της με κρυστάλλινη διαύγεια, όργανο απαραίτητο για κάθε μελλοντική εξέλιξη. Αντίθετα, το έργο του Μπιφόν είναι το προοίμιο, η εισαγωγή σε μια νέα ιστορική περίοδο, ένας συλλογισμός, ασαφής κάπως ακόμα και αόριστος, που όμως αφήνει να ξεχωρίζουν ανάμεσά του τα θέματα που θα απασχολήσουν τον επιστήμονα του 19ου αιώνα. Ο πρώτος κλείνει επάξια την περίοδο του σχολαστικισμού, ο δεύτερος ανοίγει την περίοδο του σύγχρονου κόσμου.
Το άνοιγμα της νέας εποχής γίνεται από τον Μπιφόν όχι μόνο με τις μεγαλοφυείς επιστημονικές του εμπνεύσεις, αλλά και με μια λογοτεχνική αίσθηση τόσο λεπτή και ένα τόσο καλαίσθητο και χυμώδη λόγο, ώστε οι σελίδες του έργου του να αποκτούν την αξία λογοτεχνικού έργου υψηλού επιπέδου. Ο Μπιφόν δεν περιγράφει π.χ. τόσο τα ζώα, όσο τη ζωή τους, το περιβάλλοντος, θα έλεγε κανείς το χαρακτήρα τους. Γι’ αυτό τα βιβλία του έχουν τη χάρη ενός γοητευτικού μυθιστορήματος της φύσης.

26/2/09

Οι νέοι δρόμοι [59]

Είναι αναμφισβήτητο ότι το έργο του Λινναίου είναι εκείνο που δημιούργησε τις βάσεις κι έθεσε την αφετηρία της εξόρμησης των νεώτερων χρόνων προς τις τόσες κατακτήσεις στον τομέα των φυσικών επιστημών. Άλλο τόσο όμως είναι αληθινό ότι εκείνος που με το ζήλο, τη μεγαλοφυΐα του και το συγγραφικό του ταλέντο εγκαινίασε την πορεία προς την κατεύθυνση αυτή, υπήρξε ο Μπιφόν. Η πλούσια σε εμπειρίες και δημιουργικό μόχθο ζωή του αξίζουν πράγματι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία των φυσικών επιστημών γενικά και της ιατρικής ειδικότερα.

Ο ΜΠΙΦΟΝ ΩΣ ΝΕΟΣ
Ο Μπιφόν γεννήθηκε το 1707 στο Μονμπάρ του Μπορντό. Παιδί πλούσιας οικογένειας δεν αντιμετώπισε ποτέ δυσκολίες. Έτσι μπόρεσε να αφιερωθεί από την αρχή απερίσπαστος στις σπουδές του, που άρχισε στη Ντιζόν, όπου σπούδασε δίκαιο και τέλειωσε στην Ανζέρ, όπου σπούδασε ιατρική και μαθηματικά, που θα αποτελέσουν για καιρό το μοναδικό του ενδιαφέρον, αποτυπώνοντας στη σκέψη του τη σφραγίδα τους σε ό,τι αφορά τις φυσικές επιστήμες.
Την ώθηση προς τις επιστήμες αυτές πήρε στη διάρκεια ενός μεγάλου ταξιδιού δια μέσου της νότια Γαλλίας και της Ιταλίας. Το ταξίδι αυτό το έκανε συντροφιά με τον Άγγλο φίλο του λόρδο Κίνγκστον και τον παιδαγωγό του, έναν άξιο και μανιώδη βοτανολόγο. Ήταν ο άνθρωπος που ξύπνησε μέσα του τα ενδιαφέροντα εκείνα, στα πεδία των οποίων θα αναδειχθεί κάποια στιγμή η μεγαλοφυΐα του.
Επιστρέφοντας από το ταξίδι αυτό πήγε μέχρι την Αγγλία, από όπου γύρισε μέλος κιόλας της Βασιλικής Εταιρείας (Royal Society). Τότε ακριβώς σε ηλικία 25 ετών έγινε, με το θάνατο των γονέων του, κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας.

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ
Από τη στιγμή εκείνη και για 7 ολόκληρα χρόνια ο Μπιφόν ασχολείται με τη διαχείριση και την αποδοτική εκμετάλλευση της τεράστιας αυτής περιουσίας. Στα απέραντα κτήματά του η φύση είχε κατασπαταλήσει γενναιόδωρα τα αγαθά της. Καλλιεργημένες γαίες, δάση, ορυχεία και εργαστήρια για την επεξεργασία των μετάλλων, όλα αυτά αποτέλεσαν για το νεαρό Μπιφόν ένα απαράμιλλο πεδίο πρακτικής και θεωρητικής άσκησης.
Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει παρουσίαζαν απίθανη ποικιλία: η ορθολογιστική καλλιέργεια της γης και η ανάλογη εκμετάλλευση των δασών, ζητήματα των ορυχείων του και μεταλλουργικά προβλήματα, αποτελούσαν όλα αφορμές που υποχρέωναν τη διάνοια του Μπιφόν σε εντατική απασχόληση, πράγμα που ξεπερνούσε κατά πολύ την οικονομική πλευρά της διαχείρισης μιας περιουσίας. Με το να αντιμετωπίζει τα προβλήματα αυτά ο πλουσιότατος νεαρός κύριος, όχι μόνον από την πρακτική τους πλευρά, αλλά και σε θεωρητικό πεδίο, κατέληγε να ανακαλύπτει λαμπρές λύσεις που σύντομα του χάρισαν τέτοια φήμη, ώστε το 1734 να ονομαστεί μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Γαλλίας.

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ
Η λύση όμως πολλών από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Μπιφόν, ιδίως στον τομέα της ορυκτολογίας και της μεταλλουργίας, απαιτούσαν συνεχώς και πιο πολλές φυσικομαθηματικές γνώσεις. Αυτό τον υποχρέωσε να αφοσιωθεί με ζήλο στη μελέτη των κλάδων αυτών. Ήταν εκείνος που μετέφρασε για πρώτη φορά στα γαλλικά το θεμελιώδες έργο του Νεύτωνα για το διαφορικό λογισμό («Γενική Αριθμητική», Κέμπριτζ, 1707), εν αγνοία όπως φαίνεται του συγγραφέα.
Από την άλλη, τα προβλήματα της καλλιέργειας της γης και της δασοκομίας τον ωθούσαν προς τη βοτανική, προς τη μελέτη ιδίως των έργων του μεγάλου Άγγλου φυσιοδίφη, του Στίβεν Χέιλς (1677-1761). Από το έργο αυτό τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ό,τι αφορούσε την ανατομική και τη φυσιολογία των φυτών που υπήρχαν στο βιβλίο του Χέιλς «Φυτική στατική» (Λονδίνο, 1727). Το έργο παρουσίαζε ο συγγραφέας του ως αποτέλεσμα πειραμάτων γύρω από τους χυμούς των φυτών, ως δοκίμιο φυσικής ιστορίας του φυτικού κόσμου. Χάρις σε αυτό ο Χέιλς υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της νεώτερης φυτοφυσιολογίας. Οι ακριβείς παρατηρήσεις του και η μέθοδος που εφάρμοσε για τη μελέτη της κυκλοφορίας των υγρών στα φυτά, της απορροφητικής λειτουργίας των ριζών και άλλων προβλημάτων φυτικής φυσιολογίας, συντέλεσαν αποφασιστικά στην εξέλιξη της σκέψης και τη διαμόρφωση των ενδιαφερόντων του Μπιφόν.
Ένα άλλο γεγονός, όχι λιγότερο σημαντικό, που είχε και πάλι την αφετηρία του στη διαχείριση των κτημάτων του, είναι οι πολύ στενές σχέσεις που ήταν υποχρεωμένος να διατηρεί με τον περίφημο Βασιλικό Κήπο των Παρισίων, που στην εποχή του αποτελούσε ένα μοναδικό κέντρο βοτανικών σπουδών. Διευθυντής του ήταν τότε ο Ντιλέ που σύντομα περιέβαλε το νεαρό Μπιφόν με βαθιά εκτίμηση. Έτσι με το θάνατό του που συνέβη το 1739, ο Μπιφόν καταλαμβάνει τη θέση του στη διεύθυνση του Βασιλικού Κήπου.

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΡΓΟΥ
Από την είσοδό του στο Βασιλικό Κήπο και για μισό αιώνα, ο Μπιφόν αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στην πραγματοποίηση δύο μεγάλων σχεδίων. Το ένα είναι η μετατροπή του Βασιλικού Κήπου σε πραγματικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, αφιερωμένο όχι μόνο στο φυτικό, αλλά και στα άλλα δύο βασίλεια της φύσης: το ορυκτό και το ζωικό. Το άλλο είναι ένα έργο που να περιγράφει και να ερμηνεύει όλο τον κόσμο της φύσης, ως ενιαίο και οργανικό σύνολο. Η ενιαία αντίληψη των φαινομένων της φύσης, τυπικό χαρακτηριστικό της σκέψης του Μπιφόν, έχει τις ρίζες στην πλατιά μόρφωση που απέκτησε πολύ νέος και ιδίως στη διορατική μεγαλοφυΐα του που ήταν σε θέση να ανακαλύπτει πολύ γρήγορα σχέσεις ανάμεσα σε φαινόμενα, επιφανειακά τελείως άσχετα. Εδώ έχει τη θέση του κι ο φιλοσοφικός στοχασμός της εποχής στον οποίο συμμετείχε ο μεγάλος φυσιοδίφης με βάθος και πάθος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι στο Παρίσι, όπου κιόλας ο Μπιφόν εργαζόταν από μια δεκαετία, εκδιδόταν το 1751 ο Α' τόμος της «Εγκυκλοπαίδειας», του επιστημονικού αυτού έργου του Ντιντερό (1713-1784), ντ’ Αλαμπέρ (1717-1783) και τόσων περίφημων συνεργατών του.

ΟΙ ΔΥΟ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ενώ έξω στο Παρίσι οι ζυμώσεις της καθημερινής ζωής γίνονται όλο και πιο ισχυρές, προετοιμάζοντας την πρώτη πράξη της Γαλλικής Επανάστασης, τη δημιουργία δηλαδή το 1793 της Εθνοσυνέλευσης, σε πείσμα της τάξης των ευγενών που συνεχώς καταρρέει, ο Μπιφόν στον Κήπο εξακολουθεί με εντυπωσιακή δραστηριότητα το διπλό του έργο.
Οι δυσκολίες ιδίως της συλλογής του ανεξάντλητου υλικού που θα αποτελέσει υπό την άγρυπνη παρακολούθησή του το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το μεγαλύτερο στο είδος του, ακόμα και σήμερα, είναι τεράστιες. Στο μουσείο αυτό θα συγκεντρωθούν σπουδαιότατες συλλογές για να αποτελέσουν τη βάση μελετών σε κάθε κλάδο των φυσικών επιστημών.
Η άλλη πλευρά του έργου του είναι ίσως περισσότερο αξιοθαύμαστη. Δέκα μόλις χρόνια μετά την ανάληψη της διεύθυνσης του Βασιλικού Κήπου έχει έτοιμους τους πρώτους τρεις από τους 44 τόμους της «Γενικής και ειδικής φυσικής ιστορίας» του, από τους οποίους τυπώθηκαν όσο ζούσε οι 36.
Το 1749 ο Μπιφόν έγραψε την «Ιστορία της γης», με την οποία τοποθετούσε τις βάσεις της σύγχρονης γεωλογίας. Αμέσως σχεδόν ακολούθησε η «Ιστορία των ζώων» με αξιολογότατες εμβρυολογικές και οργανογενετικές παρατηρήσεις και σημαντικό μέρος του βιβλίου αφιερωμένο στη συγκριτική ανατομική και φυσιολογία μεταξύ φυτών και ζώων. Στην «Ιστορία του ανθρώπου» που δεν άργησε να εκδοθεί μετά από τα δύο προηγούμενα έργα του, τοποθετεί τα θεμέλια της σύγχρονης δημογραφικής στατιστικής.
Ενώ όμως στην πλειονότητα των τόμων της «Φυσικής Ιστορίας» του κάνει έργο κυρίως περιγραφικό, στους 3 αυτούς πρώτους τόμους του, καθώς και στις «Εποχές της φύσης» εκθέτει θεωρίες, αντιλήψεις και διαισθήσεις που, όπως είναι διατυπωμένες από την εκλεκτή πέννα του, αφήνουν τον αναγνώστη κυριολεκτικά κατάπληκτο.
Όταν το 1788 ο κόμης ντε Μπιφόν
[1] πέθανε, ο δρόμος για την ανανέωση όλων των θεωριών που είχαν διατυπωθεί για τη ζωή ήταν πια ανοικτός. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στη δική μας εποχή με τα καταπληκτικά της επιτεύγματα.

[1] Τον τίτλο τον είχε πάρει το 1771 σε αναγνώριση της επιστημονικής του αξίας.