7/6/09

Παρά τις αντιγνωμίες η επιστήμη προχωρεί [80]

Επανειλημμένα σημειώσαμε τις αντιγνωμίες μεταξύ των εκπροσώπων της σκέψης του Κιβιέ και της σκέψης του Σεντ Ιλέρ, που στάθηκαν συχνά αφορμή ώστε οξύτατες παρατηρήσεις και ευφυείς συλλήψεις να μείνουν χωρίς συνέχεια λόγω των προκαταλήψεων των δύο «σχολών». Όμως, η επίμονη και ευφυής προσπάθεια τόσων επιστημόνων δεν μπορούσε να πέσει στο κενό. Στο τέλος κάτι γόνιμο και θετικό απέμεινε: το γεγονός ότι εξέταζαν τους οργανισμούς εν ζωή και σε συσχετισμό με το περιβάλλον, ιδρύοντας έτσι μια λειτουργική μορφολογία σε αντίθεση με την άγονη αμιγή μορφολογία του Κιβιέ και ανοίγοντας το δρόμο στη συγκριτική φυσιολογία και την οικολογία. Οι επιστήμονες αυτοί μας άφησαν ακόμα μερικά από τα καλύτερα όπλα για την καταπολέμηση της στατικής αντίληψης που οι ίδιοι είχαν για τον κόσμο. Έτσι, η θεωρία της εξέλιξης που εκείνοι με τόση ευγένεια μάχονταν, τελικά επικράτησε με τη βοήθεια ακόμα και δικών τους όπλων, παρά το γεγονός ότι πολλές αντιφάσεις της δεν έχουν ακόμα και σήμερα αρθεί. Και κάτι ακόμα πιο πολύ. Δεν περιορίστηκαν στο να ακολουθήσουν το δρόμο που είχε χαράξει ο Κιβιέ, αλλά ξεπερνώντας τα όρια του διδασκάλου μελέτησαν τα ζωντανά πλάσματα σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής τους, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης βιολογίας.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι η μελέτη του ζωντανού πλάσματος που αναπτύσσεται με τη μορφή της εμβρυολογίας ήταν παραμελημένη από τον καιρό που ο Αριστοτέλης είχε πραγματοποιήσει τις σοφές έρευνες και παρατηρήσεις του. Και να που με τους μαθητές και διαδόχους του Κιβιέ ξαναγυρίζουμε στη μελέτη του εμβρύου, της προνύμφης, της νεανικής περιόδου των ζωντανών πλασμάτων για να καταλήξουμε τελικά στα στάδιο της ωριμότητας. Μεταξύ Αριστοτέλη και διαδόχων του Κιβιέ είναι γεγονός ότι μεσολαβούν οι αναζητήσεις του Ακουαπεντέντε και το έργο του Μαλπίγγι για το σχηματισμό του εμβρύου της όρνιθας στο επωαζόμενο αυγό. Αυτό βέβαια μαρτυρεί την ενότητα των επιστημονικών επιδιώξεων δια μέσου των αιώνων, χωρίς να αφήσει έξω τον μεσαίωνα που παρά τα σφάλματα, τους δογματισμούς και τις αντιφάσεις του, αποτελεί κι αυτός ένα στοιχείο του μεγάλου πίνακα που συνθέτει η επιστημονική αναζήτηση, από τότε που οι σοφοί της αρχαίας Ελλάδας τοποθέτησαν τα θεμέλια της αληθινής επιστήμης.

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΑΝ ΧΑΜΕΝΑ
Επιβεβαίωση της ορθότητας της τοποθέτησης αυτής των πραγμάτων προσφέρει η πολύ σύντομη έστω επισκόπηση των μελετών των επιστημόνων των αρχών του 19ου αιώνα στο πεδίο της παρασιτολογίας και ειδικότερα της ελμινθολογίας.
Ο Καρλ Άσμουντ Ρουντόλφι (1771-1832) έγραψε το έργο «Σύνοψη εντερόζωων» (Βερολίνο, 1819), στο οποίο περιγράφεται ένας σημαντικός αριθμός νέων ειδών παρασίτων. Ο συγγραφέας παραδέχεται για τα ζώα του αυτά την αυτόματη γένεση. Ο Κάρλ Έρνστ Τεόντορ φον Ζίμπολντ (1804-1885) ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο και μελετώντας την ανάπτυξη των ασπόνδυλων, διαπιστώνει την κατάτμηση του ωού, που το θεωρεί ως κύτταρο, μεταβάλλοντας τον αφορισμό του Ουίλιαμ Χάρβεϊ «εξ ωού τα πάντα» σε «παν ζων εξ ωού», καθώς και το γεγονός ότι σχεδόν κάθε ομάδα περιέχει παρασιτικά είδη. Από τα παραδείγματα αυτά αν ξαναγυρίσουμε στους αιώνες που προηγήθηκαν, στον Ρέντι, τον Μπονόμο και τον Τσεστόνι, θα θαυμάσουμε για άλλη μια φορά την εσωτερική ενότητα της ιστορίας των επιστημών γενικά, της επιστημονικής έρευνας ειδικότερα, που ακολουθεί πάντα τα ίδια μονοπάτια και χωρίς να ανέχεται διακοπές κι οπισθοχωρήσεις προχωρεί πάντα μπροστά.
Στο πλαίσιο της μελέτης των παρασίτων που με τους Ρουντόλφι και Ζίμπολντ επανήλθε στις βάσεις που είχε θέσει κάποτε ο Ρέντι, εμφανίζεται ένας νέος κλάδος τον 19ο αιώνα: η ελμινθολογία.
Όπως είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια, ο Ρέντι είχε κάνει τη διατύπωση ότι η προνύμφη, η νύμφη και το τέλειο έντομο δεν είναι διαφορετικά ζώα, αλλά διαφορετικές όψεις του ίδιου ζώου, που αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά στάδια της ανάπτυξής του. Ακολουθώντας τη γραμμή αυτή ο Ζίμπολντ, ανακάλυψε τα στάδια ανάπτυξης πολλών ταινιών που παρασιτούν στα σπλάγχνα διαφόρων ζώων και του ανθρώπου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η ανακάλυψη του Ζίμπολντ ότι τα παράσιτα αυτά, στο πρώτο στάδιο της ανάπτυξής τους, έχουν τη μορφή κύστεων, γιατί άνοιξε το δρόμο στις θεμελιακές μελέτες του Ρούντολφ Λόινκαρτ (1822-1898).
Αυτός, μαθητής του Βάγκνερ στο Göttingen, πρόσφερε θαυμάσια συνεργασία μαζί με το φίλο του Χ. Φράι στη μεγάλη πραγματεία ζωολογίας που έγραψε ο δάσκαλός του. Ο Λόινκαρτ είχε αναλάβει το τμήμα των ασπόνδυλων, πράγμα που συνετέλεσε σημαντικά στη γραμμή που ακολούθησαν αργότερα οι έρευνες του νεαρού τότε σπουδαστή.
Ο Λόινκαρτ έγινε το 1850 καθηγητής της ζωολογίας και της συγκριτικής ανατομικής στο Πανεπιστήμιο του Giessen. Την έδρα αυτή κράτησε έως το 1870 που έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου εξακολούθησε να διδάσκει το ίδιο θέμα. Χάρη στην παρουσία του εκεί, το γερμανικό αυτό Πανεπιστήμιο έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα ζωολογικών μελετών στην Ευρώπη, θέση που κράτησε όσο ο Λόινκαρτ κατείχε τη έδρα.

ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΠΝΕΥΜΑ
Το μεγαλύτερο μέρος των παρατηρήσεων και των ανακαλύψεων του Λόινκαρτ αναφέρεται στη ζωολογία των ασπόνδυλων.
Πρώτα απ’ όλα η ταξινόμησή τους παρουσίαζε δυσεπίλυτα προβλήματα που για να λυθούν απαιτούσαν πλουτισμό των σχετικών ανατομοφυσιολογικών γνώσεων, που υστερούσαν τότε σε σύγκριση με τους άλλους τομείς της ζωολογίας, στους οποίους είχαν εργαστεί ο Κιβιέ, ο Σεντ Ιλέρ και οι οπαδοί τους. Στα προβλήματα αυτά ακριβώς είναι αφιερωμένες μερικές από τις σημαντικότερες μελέτες του Λόινκαρτ. Ανακάλυψε ότι η συστηματική θέση των σπόγγων είναι στα κοιλεντερωτά, των οποίων όχι μόνον απέδειξε τον πολυμορφισμό, αλλά εξήγησε και την αποικιακή τους συγκρότηση.
Στη συνέχεια, ο Λόινκαρτ ασχολήθηκε με τα έντομα, των οποίων μελέτησε από κάθε άποψη τα πρώτα, κυρίως, στάδια της ανάπτυξης. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε επίσης το φαινόμενο της παρθενογένεσης, που η ανακάλυψή της από τον Σαρλ Μπονέ είχε οξύνει τη διαμάχη μεταξύ ωαριστών και σπερματοζωαριστών γύρω από το θέμα της γονιμοποίησης.
Οι παρατηρήσεις του Λόινκαρτ υπήρξαν θεμελιακής σημασίας. Όχι μόνον πρόσφεραν μεγάλο πλούτο νέου υλικού, αλλά έθεσαν και τις βάσεις της λύσης του προβλήματος της γονιμοποίησης, ενός προβλήματος που και σήμερα αποτελεί για τον καθένα ένα από τα θαύματα της φύσης. Η φήμη του όμως οφείλεται κυρίως στην έρευνα των ταινιών, των τριχινών και των πενταστομωδών. Δε μελέτησε μόνον τις περιόδους της ανάπτυξης, την ανατομική και τη φυσιολογία τους, αλλά και τις παθολογικές συνέπειες για τον οργανισμό των ανώτερων ζώων και του ανθρώπου που τα φιλοξενούν. Τα πορίσματα των μελετών του, που διακρίνονται για τον όγκο των παρατηρήσεων, την οξύτητα των ερμηνειών και τη θαυμάσια διάρθρωση, συγκέντρωσε στην πραγματεία «Τα παράσιτα του ανθρώπου και οι υπ’ αυτών προκαλούμενες νόσοι» (Λειψία, 1863-1872), ένα πραγματικό αριστούργημα, υποδειγματικό έργο για κάθε μεταγενέστερη παρασιτολογία έως τις πιο σύγχρονες.

ΑΠΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΔΙΦΗΣ
Ο τρόπος της μελέτης των κύκλων της ανάπτυξης των παρασίτων αποτέλεσε το υπόδειγμα για ανάλογες μελέτες σε άλλα ζώα, όπως τα χιτωνοφόρα, υδρόβια ζώα που η νωτιαία χορδή τους είναι υποτυπώδης και περιορίζεται στην περιοχή της ουράς.
Στη μελέτη των ζώων αυτών, που ο αναπαραγωγικός τους κύκλος παρουσιάζει μια περίεργη εναλλαγή, αφοσιώθηκε ο Λουί Σαρλ Αντελαΐντ ντε Σαμίσο, που μετά την καταστροφή του πύργου της γέννησής του στο Μπονκούρ (1781) από την Επανάσταση κατέφυγε στη Γερμανία και την αγάπησε τόσο, ώστε να κάνει γερμανικό ακόμα και το όνομά του σε Άντελμπερτ φον Σαμίσο.
Το 1796 έγινε ακόλουθος της Λουΐζας της Πρωσίας και ύστερα από δύο χρόνια, σε ηλικία 17 ετών, κατατάχθηκε ως σημαιοφόρος στον πρωσικό στρατό. Από εκεί κι εμπρός η ζωή του μοιράζεται μεταξύ ποίησης και όπλων, ανάμεσα στην αγάπη για τη φυσική και την αγάπη για τη θετή του πατρίδα. Ο πόλεμος Πρωσίας και Ναπολέοντα τον αναστατώνει. Η περίοδος αυτή αποτυπώνει τη σφραγίδα της στη ψυχή του και στο έργο του και δίνει την έμπνευση στο πιο ολοκληρωμένο του έργο, την περίφημη «Θαυμάσια ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ».
Την ίδια όμως περίοδο που σήκωνε τα όπλα κατά της φυσικής του πατρίδας και έπνιγε την εσωτερική του πάλη στο γαλήνιο όραμα με το οποίο τελειώνει το έργο του (ο Σλέμιλ, έχοντας πουλήσει στο Διάβολο τον ίσκιο του με αντάλλαγμα ένα πορτοφόλι που ήταν πάντοτε γεμάτο χρήματα, και μη μπορώντας χωρίς ίσκιο να ζήσει ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, καταφεύγει στη μοναξιά, όπου και βρίσκει τη γαλήνη που τόσο λαχταρούσε), έβρισκε καιρό να μελετά και τη φύση.
Το 1815 τον κάλεσε ο Όττο φον Κοτσέμπουε να λάβει μέρος σε μια εξερεύνηση του Ειρηνικού και του Βερίγγειου πορθμού με το πλοίο «Ρούρικ», που έθετε στη διάθεσή τους η Ρωσία. Στο ταξίδι αυτό ο Σαμίσο δε συγκέντρωσε στοιχεία μόνο για το αφηγηματικό του έργο, αλλά έκανε και ενδιαφέρουσες επιστημονικές παρατηρήσεις. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται σημειώσεις για τη μελέτη των γλωσσών των λαών που συνάντησαν στο δρόμο τους κι ένας μεγάλος αριθμός παρατηρήσεων για τις σάλπες και την παράδοξη εναλλαγή του τρόπου της αναπαραγωγής τους. Στα ζώα αυτά, πράγματι, τα μεμονωμένα άτομα γεννούν αλυσίδες ζώων, από τις οποίες γεννιούνται και πάλι μεμονωμένα άτομα.
Όταν ο Σαμίσο πέθανε στο Βερολίνο το 1838, ίσως να μη γνώριζε ότι η μελέτη του για τις σάλπες, που περιλαμβανόταν στο έργο του «Ταξίδι γύρω από τον κόσμο» (Βερολίνο, 1836), θα άφηνε το όνομά του στους μεταγενέστερους, όχι μόνον ως ποιητή, αλλά και ως επιστήμονα.

ΟΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ ΓΟΝΙΜΕΣ
Το δρόμο του Σαμίσο ακολούθησαν ο Νορβηγός Μίκαελ Σαρς (1805-1869), ο Σουηδός Σβεν Λόβεν (1809-1895) και ο Δανός Γιόχαν Γιαπέτους Στέενστρουπ (1813-1897), που προώθησαν στο μέγιστο βαθμό τις μελέτες για την εναλλαγή του τρόπου της αναπαραγωγής. Κατά τη διάρκεια των μελετών αυτών πολλά παλαιά και νέα προβλήματα βρήκαν τη λύση τους ή ανέκυψαν με νέα ζωηρότητα.
Πρόκειται κυρίως για την αναπαραγωγή των μελισσών που από την αρχαιότητα είχε κινήσει μεγάλο ενδιαφέρον, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη, που αφιερώνει στις μέλισσες ένα από τα πιο εκτεταμένα και ενδιαφέροντα μέρη της πραγματείας του «Περί ζώων γενέσεως». Η έκπληξη είναι κάτι που καταλαμβάνει και τον σημερινό παρατηρητή όταν βλέπει πώς από τα αυγά της ίδιας βασίλισσας βγαίνουν αρσενικά, θηλυκά στείρα και θηλυκά γόνιμα έντομα.
Το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο την αναπαραγωγή αλλά και την παρθενογένεση. Το φαινόμενο είχαν μελετήσει διαδοχικά ο Μπονέ, ο Τραμπλέ, ο Λόινκαρτ χωρίς να καταλήξουν ούτε στην οριστική, ούτε στην ορθή ερμηνεία του. Τη λύση έδωσε ένας ταπεινός εφημέριος που είχε και το πάθος της μελισσοκομίας: ο Γιόχαν Τσιέρζον (1811-1906). Όπως κάθε μελισσοκόμος, ενδιαφερόταν κι αυτός να έχει στη διάθεσή του βασίλισσες (σήμερα τις διακρίνουν σε φυλές που αποτελούν αντικείμενο εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου!). Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί προσεκτικά κάθε τι που σχετιζόταν με την αναπαραγωγή των μελισσών του. Έτσι έφτασε να ανακαλύψει ότι από τα μη γονιμοποιημένα αυγά έβγαιναν αρσενικά έντομα, ενώ από τα γονιμοποιημένα έβγαιναν θηλυκά, άλλα στείρα (εργάτριες) και άλλα γόνιμα (βασίλισσες). Διαπίστωσε δηλαδή ένα φαινόμενο εναλλασσόμενης εγγενούς αναπαραγωγής και παρθενογένεσης.
Με βάση τις παρατηρήσεις του Τσιέρζον, ο Ζίμπολντ κατόρθωσε να επεκτείνει τα σχετικά συμπεράσματα και σε άλλα ζώα, ιδίως έντομα, αποδεικνύοντας ότι η εναλλαγή των τρόπων της αναπαραγωγής αποτελεί αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο στη φύση.

ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΓΕΝΕΩΝ ΚΑΙ ΣΤΑ ΦΥΤΑ
Οι νέες παρατηρήσεις και ανακαλύψεις προώθησαν αποφασιστικά και τις βοτανικές μελέτες. Τώρα που είχε καταρριφθεί σχεδόν οριστικά η θεωρία της αυτόματης γένεσης και είχε αναγνωριστεί η ύπαρξη φύλου στα φυτά, είχε ωριμάσει και η λύση του προβλήματος της γονιμοποίησης και της αναπαραγωγής τους.
Ο Βίλχελμ Χόφμαϊστερ (1824-1877), αυτοδίδακτος Γερμανός που κατόρθωσε με την ευφυΐα του να καταλάβει την έδρα της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο του Tübingen, ανακοίνωσε το 1851 στην εργασία του «Συγκριτικές έρευνες επί της γένεσης, της ανάπτυξης και της γονιμοποίησης των ανωτέρων κρυπτογάμων» ότι η εναλλαγή γενεών παρουσιάζεται και στα φυτά. Συγκεκριμένα στις πτερίδες (φτέρες) από τα σπόρια που δεν έχουν φύλο παράγονται αρσενικά και θηλυκά προθάλλια, και η φτέρη που θα προέλθει από αυτά παράγει με τη σειρά της αγενή σπόρια.
Στις διάφορες φάσεις του κύκλου αυτού, ο Χόφμαϊστερ διέκρινε ωάρια και φυτικά σπερματοζωάρια. Έφτασε να αναγνωρίσει έναν ανάλογο κύκλο και στα φανερόγαμα, θέτοντας έτσι τις βάσεις της νεώτερης βοτανικής με όλες τις επιπτώσεις της επάνω στη βιολογία, τη φυσιολογία, την παθολογία, την ιατρική.
Ενώ σε όλους τους κλάδους της φυσικής ιστορίας πραγματοποιούνται θαυμαστές πρόοδοι από τους συνεχιστές, κυρίως, του έργου του Κιβιέ, δεν μπορούσε η βοτανική να αποτελέσει εξαίρεση. Ένα και μόνο γεγονός αρκεί για να το βεβαιώσει: μια φυσιογνωμία του μεγέθους του Λαμάρκ αρχίζει τη γόνιμη επιστημονική της δραστηριότητα με τη μελέτη του φυτικού κόσμου, εισάγοντας με τις «διχοτομικές κλείδες» του μια μέθοδο εργασίας που και σήμερα ακόμα εφαρμόζεται σε ευρεία έκταση.
Έτσι, ενώ μια μεγάλη ομάδα συνεχιστών του έργου του Κιβιέ προχωρεί στην οικοδόμηση της νεώτερης ζωολογίας, μια άλλη επίσης μεγάλη ομάδα μαθητών του Λαμάρκ επιχειρεί το δύσκολο έργο της δημιουργίας της νεώτερης βοτανικής.

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΒΗΝΕΙ
Για να είναι κανείς ειλικρινής πρέπει να ομολογήσει ότι τόσο το έργο του Κιβιέ και της σχολής του, όσο και το έργο του Λαμάρκ και των οπαδών του είχαν έτοιμο το έδαφος για να ριζώσουν. Ήταν το έργο του Μπιφόν για τους πρώτους και του άξιου συνεργάτη του Αντουάν Λοράν ντε Ζισιέ για τους δεύτερους.
Το όνομα που στο πεδίο της βοτανικής επιβάλλεται κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα σε όλα τα άλλα, είναι του Ογκιστέν Πιράμ ντε Καντόλ (1778-1841) που αποτέλεσε το γενάρχη μιας ολόκληρης οικογένειας διάσημων βοτανικών. Και ο ντε Ζισιέ καταγόταν από ευγενή γενιά μελετητών του φυτικού βασιλείου. Ο πατέρας του είχε κρατήσει άξια την έδρα της βοτανικής στο Βοτανικό Κήπο ως διάδοχος του Τουρνεφόρ. Δύο θείοι του, ο Ζοζέφ και ο Μπερνάρ, ο πρώτος είχε ζήσει χρόνια στο Περού, μελετώντας τη χλωρίδα του, ενώ ο δεύτερος είχε αρνηθεί για λόγους μετριοφροσύνης και παρά την αξία του, να καταλάβει την έδρα του Αντουάν μετά το θάνατό του. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με την οικογένεια του ντε Καντόλ που επί τρεις γενιές συνέχιζε ένα έργο για την ολοκλήρωση του οποίου δε θα αρκούσε η διάρκεια μιας ανθρώπινης γενιάς. Πρόκειται για το «Προοίμιο του φυσικού συστήματος του φυτικού βασιλείου».

ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ ΜΑΘΗΤΗΣ
Ο Ογκιστέν Πιράμ ντε Καντόλ γεννήθηκε στη Γενεύη το 1778 και τέλειωσε τις ιατρικές του σπουδές στο Παρίσι σε ηλικία 26 ετών. Αν συγκρίνουμε την ηλικία αυτή με την ηλικία στην οποία οι γιατροί του 16ου αιώνα έπαιρναν το διδακτορικό τους τίτλο και αν αναλογιστούμε ότι ο Βεσάλιος στην ηλικία των 22 ετών ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πάδοβα, δεν μπορούμε παρά να ανησυχήσουμε για την πρόοδο των σπουδαστών του 19ου αιώνα. Όμως, καμιά ανησυχία δεν δικαιολογείται. Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο όγκος των γνώσεων σε πολλές επιστήμες εκατονταπλασιάστηκε, οι απαιτήσεις από τον σπουδαστή έγιναν περισσότερες και η διάρκεια των σπουδών μακρότερη.
Σχεδόν αμέσως μετά την αναγόρευσή του σε διδάκτορα, ίσως μάλιστα και κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών του για τις τελικές εξετάσεις, τον κάλεσε ο Λαμάρκ να ασχοληθεί με τη νέα έκδοση της περίφημης πια «Γαλλικής χλωρίδας» του. Ο νέος επιστήμονας ανέλαβε το έργο με ενθουσιασμό και το αποπεράτωσε με την επανέκδοση του ΣΤ’ τόμου του, το 1805.
Τέσσερα χρόνια μετά την αναγόρευσή του σε διδάκτορα, ο ντε Καντόλ ονομάστηκε καθηγητής της βοτανικής στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ. Τα 8 χρόνια που κράτησε την έδρα αυτή, ήταν χρόνια εντατικής εργασίας που οι καρποί της αποκρυσταλλώνονται σ’ ένα μνημειώδες έργο, τη «Στοιχειώδη θεωρία της βοτανικής». Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε στο Παρίσι το 1813, η δεύτερη ακολούθησε σε 6 χρόνια και η τρίτη πραγματοποιήθηκε το 1844, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάτι που να υποχρεώσει τον συγγραφέα να αναθεωρήσει το κείμενο της πρώτης έκδοσης - τόσο τέλεια ήταν!
Παρόλα αυτά και η μεγαλοφυΐα του ντε Καντόλ είχε τα όριά της, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του. Καθώς ήταν πεπεισμένος απόλυτα για το αμετάβλητο των ζωικών ειδών και ακολουθούσε τις απόψεις του Σεντ Ιλέρ (υπήρξε μαθητής του) περί ενιαίου σχεδίου κατασκευής της ζωντανής ύλης, υποστήριζε στο θεμελιώδες έργο του την ενότητα της σύνθεσης του φυτικού σώματος. Κάθε απόκλιση από τη συμμετρία π.χ. των ανθέων την χαρακτήριζε ως εκφυλιστικό φαινόμενο!
Το πόσο μακριά βρισκόταν ο ντε Καντόλ από τις ιδέες του Λαμάρκ και κοντά στις αντιλήψεις του Λινναίου, φαίνεται καθαρά από το περιεχόμενο που δίνει στην έννοια του είδους. Είδος, κατά τον ντε Καντόλ είναι «σύνολο ατόμων περισσότερο ομοίων μεταξύ τους παρά με άλλα, που γονιμοποιούμενα γεννούν γόνιμους απογόνους και πολλαπλασιάζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κανείς να συμπεράνει κατ’ αναλογία ότι έχουν την πρώτη τους αρχή από ένα μόνον άτομο». Στα λόγια αυτά αντικατοπτρίζονται οι βασικές ιδέες του Λινναίου εμπνεόμενες στην ουσία από την Παλαιά Διαθήκη.

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Όπως και ο μακρινός εμπνευστής του, ο Λινναίος, έτσι και ο ντε Καντόλ αφιέρωσε όλη του την ενθουσιώδη δραστηριότητα στην αναζήτηση ενός φυσικού συστήματος ταξινόμησης και στην προσπάθεια ορισμού των εννοιών του γένους, της οικογένειας και ανωτέρων ταξινομικών ομάδων. Προηγουμένως, είχε συλλάβει την ιδέα της διάκρισης «κυτταρικών» και «αγγειακών» φυτών. Απέχουμε όμως πολύ ακόμα από την έννοια που δίνουμε στο κύτταρο σήμερα. Για τον ντε Καντόλ κύτταρο σήμαινε ένα κλειστό θάλαμο, σε αντίθεση προς την έννοια του αγγείου που αντιπροσώπευε έναν ανοιχτό σωλήνα.
Το έργο του ντε Καντόλ βρίσκει την αποκορύφωσή του στο ταξινομικό του έργο που εκτίθεται στο βιβλίο του «Φυσικό σύστημα του φυτικού βασιλείου»: οι δυο πρώτοι τόμοι του εκδόθηκαν στο Παρίσι, το 1818 και το 1821.
Ο ντε Καντόλ, τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στον τόπο της γέννησής του, ανέλαβε την έδρα της βοτανικής στο τοπικό Πανεπιστήμιο. Σύντομα το έργο του τού φάνηκε πολύ απαρχαιωμένο που δύσκολα χρησιμοποιείτο. Άρχισε, λοιπόν, να σχεδιάζει μια δεύτερη συνεπτυγμένη έκδοση, από την οποία τελικά προέκυψε το «Προοίμιό» του, που συνεχίστηκε από το γιο του Αλφόνς Λουί Πιέρ (1806-1893) και εκδόθηκε σε 20 τόμους στο Παρίσι από το 1825 έως το 1873. Ο 20ος τόμος του κυκλοφόρησε 32 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του ντε Καντόλ. Η συνέχεια όμως του έργου βρισκόταν σε καλά χέρια. Ύστερα από το γιο του, ο εγγονός του, Καζιμίρ Πιράμ (1836-1919), τίμησε το όνομα του παππού όσο του άξιζε: ο γιος με τη μνημειώδη «Βοτανική γεωγραφία» του (Παρίσι, 1855) και ο εγγονός, όχι μόνο συνεργαζόμενος με τον πατέρα του στη συνέχιση του «Προοιμίου», αλλά και με τη συγγραφή των 9 τελευταίων τόμων ενός μεγάλου έργου για τα φανερόγαμα (Παρίσι, 1878-1896).

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΥΘΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΕΛΕΙΩΣ
Όσο όμως κι αν υπήρξε η σχετική συμβολή του ντε Καντόλ μεγάλη, δεν είχε ακόμα βρεθεί μια οριστική και ικανοποιητική ταξινόμηση του φυτικού βασιλείου. Συγχρόνως, όμως, με την οικογένεια ντε Καντόλ, στο ίδιο θέμα εργάζονται και άλλοι βοτανικοί, όχι λιγότερο σπουδαίοι. Ανάμεσά τους αναφέρουμε για το οξύ του πνεύμα και τις νεωτεριστικές του αντιλήψεις τον Στέφαν Λαντίσλαους Έντλιχερ, που γεννήθηκε στη Μπρατισλάβα το 1804, έζησε όμως πολύ λίγο για να ολοκληρώσει τις μεγαλοφυείς συλλήψεις του.
Ο Έντλιχερ ήταν σε ηλικία 24 κιόλας ετών αυλικός βιβλιοθηκάριος στη Βιέννη, ύστερα από 8 χρόνια επιμελητής του Μουσείου της Φυσικής Ιστορίας και το 1840 καθηγητής της βοτανικής στο Πανεπιστήμιό της. Δυστυχώς πέθανε το 1849 σε ηλικία μόλις 45 ετών.
Στο μικρό αυτό διάστημα της ζωής του ο Έντλιχερ παρουσίασε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο σε ποσότητα και σπουδαιότητα. Το σπουδαιότερο ίσως έργο του «Γένη των φυτών διατεταγμένα κατά τη φυσική τάξη» δεν πρόλαβε να το δει όλο τυπωμένο: ο τελευταίος τόμος με τα συμπληρώματα κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το θάνατό του.
Η σημασία του έργου του Έντλιχερ έγκειται προπαντός στο ότι είχε κατανοήσει σε όλη της την έκταση τη διδασκαλία του Κιβιέ και την επέκτεινε και στο φυτικό βασίλειο. Συνέλαβε δηλαδή ότι η έγκυρη ταξινόμηση των φυτών δεν ήταν δυνατή παρά μόνον με βάση ένα φυσικό σύστημα βασισμένο στην αναγνώριση των διαφόρων σχεδίων οργάνωσης των φυτών. Δέχθηκε τη διδασκαλία του ντε Καντόλ, απορρίπτοντας όμως την ιδέα του για το ενιαίο του βασικού σχεδίου της κατασκευής των φυτών.
Έτσι δεν λύθηκε μεν οριστικά το πρόβλημα της ταξινόμησης των φυτών, τέθηκαν όμως οι βασικές γραμμές του όχι μόνο για τα φανερόγαμα, αλλά και για τα κρυπτόγαμα φυτά.

ΤΑ ΚΡΥΠΤΟΓΑΜΑ
Τα κρυπτόγαμα υπήρξαν για τη βοτανική των αρχών του 19ου αιώνα ό,τι υπήρξαν για τη ζωολογία τα ασπόνδυλα. Μέχρι την εποχή του Λαμάρκ, τα ασπόνδυλα τα ξεχώριζαν σε έντομα μόνον και σκώληκες (Λινναίος). Για τα κρυπτόγαμα δεν υπήρχαν έστω και τόσο στοιχειώδεις διακρίσεις.
Με τις εργασίες δύο Σουηδών ρίχνεται κάποιο φως στους μύκητες και τα φύκια. Με τη μελέτη και το πρόβλημα της ταξινόμησης των μυκήτων ασχολήθηκε σε ολόκληρη τη ζωή του ο Ελίας Μάγκνους Φρις (1794-1878), που δίδασκε πρακτική οικονομία και βοτανική στην Ουψάλα και διεύθυνε τον Βοτανικό Κήπο της πόλης και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που ήταν προσαρτημένο στον Κήπο. Ο Φρις έκανε μια πλουσιότατη συλλογή και την πρώτη ταξινόμηση των μέχρι τότε γνωστών μυκήτων και μπορεί χάρις σ’ αυτήν να θεωρηθεί ένας από τους μεγαλύτερους μυκητολόγους. Τα φύκια πάλι μελετήθηκαν εξαντλητικά από τον Γιάκομπ Γκέορκ Άγκαρτ (1813-1901).
Εκείνος όμως που άνοιξε το δρόμο στη μελέτη γενικότερα των κρυπτογάμων, ανήκε στον προηγούμενο αιώνα. Ήταν ο Ούγγρος Γιόχαν Χέντβιχ (1730-1799), που με το έργο του «Βάση της φυσικής ιστορίας των βρύων» (Λειψία, 1782-1783) θεωρείται ο θεμελιωτής της μελέτης των κρυπτογάμων. Ο Χέντβιχ υπήρξε διορατικός παρατηρητής και πεπειραμένος στη χρήση του μικροσκοπίου. Παρόλα αυτά, αγωνίστηκε πολύ ώσπου να καταλάβει την έδρα της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας (1789-1799). Η αδιάκοπη συνέχεια της ιστορίας της επιστήμης επιβεβαιώνεται έτσι για άλλη μια φορά.Η κατάρριψη από τον Κιβιέ της θεωρίας του Λαμάρκ, στο πρόσωπο του Σεντ Ιλέρ, που είχε αναλάβει την υποστήριξή της, επηρέασε κατά τρόπο σχεδόν οριστικό τις παλαιοντολογικές μελέτες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Οι πιο αξιόλογοι γεωλόγοι και παλαιοντολόγοι της εποχής ακολούθησαν τον Κιβιέ. Τέτοιοι υπήρξαν ο Αλεξάντρ Μπρονιάρ (1770-1846), συνεργάτης του Κιβιέ στις ανασκαφές ιδίως της Μονμάρτης, ο Αλσίντ Ντεσαλίν ντ’ Ορμπινί (1802-1857), πρώτος καθηγητής της παλαιοντολογίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας κι εκείνος που διατύπωσε την ισχύουσα γεωλογική ονοματολογία των εδαφών, και ο Αντόλφ Μπρονιάρ (1801-1876), γιος του Αλεξάντρ. Όλοι αυτοί υποστήριζαν την ιδέα του Κιβιέ για τους «κατακλυσμούς», τους οποίους μάλιστα ο ντ’ Ορμπινί υπολόγιζε σε 27, διακρίνοντας έτσι ισάριθμες διαδοχικές δημιουργίες ζωντανών πλασμάτων και δίνοντας πλήρες διάγραμμα του θείου δημιουργικού σχεδίου.

2/6/09

Οι Εξερευνήσεις [79]

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Οι εξερευνήσεις, αν και τις πιο πολλές φορές τα άμεσα κίνητρά τους ήταν οικονομικά και πολιτικά, όμως περιλάμβαναν στις επιδιώξεις τους και καθαρά επιστημονικούς σκοπούς, έστω και έμμεσα, στην προσπάθεια της αναζήτησης οικονομικών ωφελημάτων.
Οι επαφές με τους νέους λαούς και η ανάγκη της γνωριμίας με το έδαφος, την ορεογραφία και την υδρογραφία, το κλίμα και το φυσικό πλούτο των νέων χωρών, υπήρξαν λόγοι που ακόμα και αποστολές καθαρά εκμεταλλευτικού χαρακτήρα να ξεφύγουν από τις αρχικές τους προθέσεις. Οι εξερευνητές δεν έφερναν στην επιστροφή τους απλά τεράστιους όγκους γεωγραφικών, γεωλογικών, εθνογραφικών, ζωολογικών και βοτανικών γνώσεων. Έφερναν ακόμα πολύτιμα ερεθίσματα για την επιστημονική σκέψη. Άρχισε να γίνεται αισθητή η ανάγκη της παρουσίας ειδικών στα εξερευνητικά σκάφη και στις αποστολές που εισέδυαν σε άγνωστα εδάφη: γεωλόγων, αστρονόμων, φυσιοδιφών, ιατρών, γεωγράφων που η ταυτόχρονη παρουσία τους οδηγούσε σε γόνιμη συνεργασία.

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗ ΓΗ
Το έργο των εξερευνήσεων φαίνεται αρκετά χαρακτηριστικό αν κάνουμε μια αντιπαραβολή στους γεωφυσικούς χάρτες π.χ. της Αφρικής του 16ου, του 17ου, του 18ου και του 19ου αιώνα. Είναι πράγματι ένα έργο επιβλητικό. Μόνον αν προσέξουμε το τεράστιο άλμα που δείχνουν οι χάρτες του 19ου αιώνα μπροστά στους χάρτες του 18ου και το συγκρίνουμε με τις διαφορές που παρουσιάζουν οι χάρτες των προηγούμενων αιώνων μεταξύ τους, μόνον τότε θα καταλάβουμε την έκταση του εξερευνητικού έργου του πρώτου μόνο μισού του 19ου αιώνα. Σ’ ένα διάστημα λίγων δεκαετιών η όψη της υδρογείου έχει αλλάξει. Ανάλογη σύγκριση μόνον ανάμεσα στους χάρτες πριν και τους χάρτες μετά την ανακάλυψη της Αμερικής μπορούμε να βρούμε.
Αν επαναλάβουμε το ίδιο με τις εικόνες μόνον που θα βρούμε στις πραγματείες της ζωολογίας και της βοτανικής και τους πίνακες ανάλογων έργων του προηγούμενου αιώνα, τότε θα έχουμε μια γενική εικόνα των επιτευγμάτων των εξερευνήσεων, ακόμα και εκείνων που έγιναν για καθαρά αποικιστικούς σκοπούς.

ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Και μια ακόμα διαπίστωση: στο φυλλομέτρημα των πραγματειών αυτών θα προσέξει κανείς με έκπληξη ότι η θάλασσα με το ζωικό και το φυτικό της κόσμο καταλαμβάνει πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι συνέβαινε στα ανάλογα έργα του παρελθόντος. Οι φυσιοδίφες που συνόδευαν τα πλοία των εξερευνητικών αποστολών, ενώ στην αρχή περιορίζονταν στην παρατήρηση του φυσικού κόσμου μόνον των χωρών που πλησίαζαν, γρήγορα έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς τη θάλασσα που διέπλεαν, θέτοντας τις βάσεις της βιολογίας των ωκεανών.
Ενδιαφέρουσες προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξαν και στο παρελθόν (Φ. Μαρσίλι, Ζ.Α. Πεϊσσονέλ, Τζ. Ολίβι). Ήταν όμως ατομικές περιπτώσεις, χωρίς σύλληψη του συνόλου και περιορίζονταν σε εξωτερικές περιγραφές των θαλασσίων φυτών και ζώων, πράγμα που δεν επέτρεπε τη θεμελίωση μιας νέας επιστήμης. Μόνον η εφαρμογή των μεθόδων του Κιβιέ από τους επιστήμονες των εξερευνητικών αποστολών του 19ου αιώνα, μπόρεσε να οδηγήσει τις έρευνες γύρω από τη θαλάσσια βιολογία στη συγκρότηση ενός νέου και ρωμαλέου βιολογικού κλάδου. Επρόκειτο κυρίως για τη νέα μέθοδο ταξινόμησης που έδωσε την ώθηση στην έρευνα νέων ζωικών και φυτικών ειδών, όχι μόνο στην περιγραφή τους, αλλά και στη βαθύτερη μελέτη της εσωτερικής κατασκευής και της λειτουργίας τους, που όλα μαζί συγκροτούν έναν οργανισμό.
Με τον τρόπο αυτόν αφενός προωθείτο η επίλυση του μεγάλου προβλήματος της ταξινόμησης της θαλάσσιας ζωής και αφετέρου γίνονταν βαθύτερες και πλατύτερες οι γνώσεις της βιολογίας και της φυσιολογίας, αλλά και της επιστήμης της ζωής στη γενικότερή της έκφραση.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
Θα περιοριστούμε δειγματοληπτικά στη θρυλική φυσιογνωμία του Τζέιμς Κουκ (1728-1779), που η ζωή και η εξερευνητική του δράση είναι ένα συναρπαστικό περιπετειώδες ανάγνωσμα. Αρκεί να σημειωθεί ότι το υλικό που συγκέντρωσε κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεών του Κουκ, ο Τζόζεφ Μπανκς (1734-1820), φυσιοδίφης και χρηματοδότης της αποστολής, μαζί με το συνεργάτη του Ντάνιελ Σολάντερ, αποτέλεσε την πρώτη και θεμελιώδη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.
Εκτός από τους φυσιοδίφες, τον Κουκ, που απέπλεε το 1768 από το Πλύμουθ με το πλοίο «Endeavour» για μια εξερευνητική αποστολή τριών ετών, συνόδευαν και δύο ζωγράφοι, οι αδελφοί Μπ. και Σ. Πάρκινσον, για να σχεδιάζουν ό,τι δεν ήταν δυνατόν να συλλεχθεί ή να μεταφερθεί, όπως τα φυτά που καθώς ξεραίνονταν έχαναν και τα χρώματά τους. Το κοινό της Ευρώπης διψούσε για πληροφορίες από τις μέχρι τότε άγνωστες χώρες, για τους λαούς, τα ήθη και τα έθιμά τους και ιδίως για την άποψη τους: οι πίνακες και τα σχέδια, ιδιαίτερα του Σ. Πάρκινσον, του εξασφάλισαν τέτοια φήμη, που δύσκολα θα την αποκτούσε κάνοντας το ζωγράφο σε οποιαδήποτε πόλη της Ευρώπης.
Το ταξίδι του «Endeavour» ακολούθησαν και άλλα έως το 1779 που ο Κουκ σκοτώθηκε από τους ιθαγενείς της Ταϊτής. Αν και οι κύριοι σκοποί των αποστολών τους δεν ήταν επιστημονικοί, αλλά πολιτικοί και οικονομικοί, όμως, η επιστήμη τους οφείλει πολλά. Όχι μόνο για τις γνώσεις που προσκόμισαν, αλλά και γιατί στάθηκαν το παράδειγμα για τις αποστολές που ακολούθησαν.

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚ
Το ενδιαφέρον της Αγγλίας και συνεπώς και των αποστολών του Κουκ στράφηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα προς τον Ειρηνικό και τις νότιες χώρες. Ένας από τους λόγους ήταν η επιτυχία της εξέγερσης του Βορειοαμερικανικού λαού και η δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής που περιόρισε την αγγλική κυριαρχία στο Νέο Κόσμο μόνο στον Καναδά. Από εδώ εξηγείται γιατί όλα τα ταξίδια του Κουκ είχαν για προορισμό τους την Αυστραλία και τα νησιά του αρχιπελάγους του Ειρηνικού και γιατί οι επόμενες αγγλικές αποστολές ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο.
Αυτό ισχύει και για την αποστολή του Μάθιου Φλίντερς (1774-1814), που συνοδευόταν από το μεγάλο φυσιοδίφη Ρόμπερτ Μπράουν (1773-1858) και έφτασε μέχρι την Τασμανία και την Αυστραλία, από όπου επέστρεψε με εξαιρετική συγκομιδή. Ισχύει ακόμα και για την αποστολή του σκάφους «Μπιγκλ» με κυβερνήτη τον Φιτζρόι, μεταξύ 1832 και 1837 και επιβάτη του τον Κάρολο Δαρβίνο. Ακολουθεί μεταξύ 1839 και 1843 η περίφημη αποστολή των πλοίων «Έρεβος» και «Τρόμος», με κυβερνήτη τον σερ Τζέιμς Ρος, που αφού εξερεύνησε την Τασμανία και τη Νέα Ζηλανδία, στράφηκε προς την Ανταρκτική, ανοίγοντας το δρόμο της εξερεύνησης του Νότιου Πόλου. Στα πλοία του μετέφερε τον σερ Τζ. Ντ. Χούκερ (1817-1911) που με τα έργα του «Ανταρκτική χλωρίδα» και «Χλωρίδα της Ν. Ζηλανδίας και Τασμανίας» διεύρυνε σημαντικά τις γνώσεις που είχε συγκεντρώσει ο Ρ. Μπράουν στα βιβλία του «Προοίμιο επί της χλωρίδας της Νέας Ολλανδίας» (Λονδίνο, 1810) και «Γενικές γεωγραφικές και συστηματικές παρατηρήσεις επί της Ανταρκτικής» (1814).
Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο του Μπράουν υπήρξε μικρό. Πρόκειται για το σοφό που αποκάλυψε τον πυρήνα του κυττάρου και την κίνηση των μικροσκοπικών μορίων που αιωρούνται μέσα σ’ ένα υγρό, η οποία φέρει το όνομά του («κίνηση Μπράουν»). Υποστηρίζεται βέβαια ότι τον πυρήνα των κυττάρων ανακάλυψε ο Φ. Φοντάνα. Αυτό όμως είναι ζήτημα προτεραιότητας, ένα από τα τόσα που είδαμε στην ιστορία της ιατρικής, χωρίς να μειώνουν την προσφορά ενός σοφού. Οι μεγαλοφυΐες συναγωνίζονται και αν το φέρουν οι καιροί συναντώνται, αν δεν συγκρουστούν.
Οι εξερευνητικές αποστολές, οργανωμένες από τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών και συχνά χρηματοδοτούμενες από πλούσιους ιδιώτες (όπως τον Μπανκς στην περίπτωση του Κουκ), άνοιξαν νέους ορίζοντες, όχι μόνο για τη γεωγραφία και τη γεωλογία, αλλά και για τις βιολογικές επιστήμες. Άγνωστοι οργανισμοί όπως οι «δίπνευστοι» (ψάρια που η νηκτική τους κύστη λειτουργεί και σαν πνεύμονας, επιτρέποντας να αναπνέουν κι έξω από το νερό), τα μονοτρήματα (θηλαστικά που γεννούν αυγά) και τα μαρσιποφόρα της Αυστραλίας (με το σάκο - μάρσιπο για τα νεογέννητα στην κοιλιά των θηλαστικών) πλούτισαν τον κατάλογο των μέχρι τότε γνωστών ζώων. Η θαλάσσια πανίδα έδειξε έναν πλούτο που κανείς δεν υποπτευόταν. Έτσι γεννήθηκε η βιολογική ωκεανογραφία.
Το νέο όμως φυσιογνωστικό υλικό δεν πλούτιζε μόνον τις γνώσεις, αλλά έφερε μαζί του και μια σειρά νέων προβλημάτων ή έθετε και πάλι επί τάπητος προβλήματα που για αιώνες είχαν παραμεριστεί, αυτή τη φορά συνοδευόμενα από πλήθος αποδείξεις και τεκμήρια.

ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Ο πατέρας της ιστορίας, ο Ηρόδοτος, διηγείται στο Β' βιβλίο της «Ιστορίας» του την απόπειρα του φαραώ Ψαμμήτιχου Α', ιδρυτή της 26ης δυναστείας (7ος π.Χ. αιώνας) να βοηθήσει τους σοφούς που φιλοξενούσε στη Σάιδα να δώσουν ένα τέλος στη διαφωνία τους για την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπους στη γη. Πήρε δύο νεογέννητα, τα έκλεισε κάπου και ανέθεσε τη φροντίδα τους σ’ ένα φύλακα, που όφειλε να τηρήσει τρεις εντολές: να τους πηγαίνει καθημερινά γάλα, να μη μιλήσει ποτέ μπροστά τους και να αναφέρει αμέσως την πρώτη λέξη που θα άκουγε από τα χείλη τους. Όλα πήγαιναν καλά για μερικές εβδομάδες, ώσπου μια μέρα ο φύλακας τους πήγε το γάλα με μεγάλη καθυστέρηση. Μόλις μπήκε στο δωμάτιό τους, τα δύο βρέφη έπεσαν πάνω του ψελλίζοντας τη λέξη «βεκός» και δείχνοντας με τις κινήσεις τους ότι πεινούσαν. Ο φύλακας ανέφερε αμέσως το γεγονός που ο Ψαμμήτιχος, αφού διαπίστωσε αυτοπροσώπως, έσπευσε να καλέσει τους σοφούς του και να τους ζητήσει να εξακριβώσουν σε ποια γλώσσα ανήκε η λέξη «βεκός» και τι σημαίνει. Ύστερα από έρευνες, οι σοφοί ανακάλυψαν ότι η λέξη ήταν φρυγική και σήμαινε «ψωμί». Και ο Ψαμμήτιχος αποφάνθηκε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της γης πρέπει να υπήρξαν οι Φρύγες, αφού η πρώτη λέξη που πρόφεραν τα βρέφη, που μεγάλωναν σε πρωτόγονη κατάσταση, ανήκε στη φρυγική γλώσσα. Και για να μην απογοητεύσει τους συμπατριώτες του, που πίστευαν ότι ήταν οι πρώτοι άνθρωποι της γης, τους διαβεβαίωσε ότι θα έπρεπε να ήταν χρονικά οι δεύτεροι.
Όπως βλέπει κανείς, οι αρχαίοι δεν είχαν ενδιαφερθεί μόνο για τον τρόπο της εμφάνισης της ζωής στη γη (ας θυμηθούμε τη θεωρία της αυτόνομης γένεσης), αλλά και για την κατανομή της στην επιφάνειά της.
Το πρόβλημα παρουσιάζεται εξίσου έντονο στην Παλαιά Διαθήκη, όπου διαβάζουμε ότι οι τρεις φυλές των ανθρώπων, Σημίτες, Χαμίτες, Ιαπετικές φυλές, κατάγονται από τους τρεις γιους του Νώε, τον Σημ, τον Χαμ και τον Ιάφεθ, που αποίκησαν τρεις διαφορετικές περιοχές της γης: την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη.
Αλλά το πρόβλημα της κατανομής της ζωής επάνω στη γη, έστω και μόνο για τον άνθρωπο, είχε απασχολήσει και τους σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Έτσι βλέπουμε το μεγάλο ρήτορα, τον Ισοκράτη, σύγχρονο του Αριστοτέλη, να καυχιέται ότι οι Αθηναίοι υπήρξαν οι πρώτοι άνθρωποι που εμφανίστηκαν στη γη και ότι μόνον αυτοί είναι αυτόχθονες, σύμφωνα με την παράδοση στον τόπο που κατοικούν, στην Αττική και συνεπώς οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να αποκαλούν τον τόπο τους πατρίδα. Ο Θουκυδίδης επίσης, στο Α' βιβλίο του Πελοποννησιακού Πολέμου, εκεί που κάνει μια ανασκόπηση της ελληνικής προϊστορίας, τονίζει τις συχνές μεταναστεύσεις των ανθρώπων και τα προβλήματα της εγκατάστασής τους.
Κατά το Μεσαίωνα επικρατεί η αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, οπότε δεν υπάρχει πλέον πρόβλημα καταγωγής και κατανομής της ζωής επάνω στη γη. Αλλά η επιστημονική επανάσταση, της οποίας οι ζυμώσεις αρχίζουν μεν από τον 15ο αιώνα, η πραγματική της όμως εκδήλωση εκτείνεται, προοδευτικά ενισχυόμενη, στους επόμενους αιώνες, θέτει και πάλι επί τάπητος διάφορα προβλήματα και ανάμεσά τους το πρόβλημα της κατανομής της ζωής στη ξηρά και στη θάλασσα.
Οι εξερευνήσεις συνέβαλαν πολύ στην επανάληψη των σχετικών ερευνών για τη λύση των σχετικών προβλημάτων και οδήγησαν στη δημιουργία μιας επιστήμης: της βιογεωγραφίας.

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΦΟΝ ΧΟΥΜΠΟΛΤ
Και οι δυο μεγάλοι σοφοί, ο Λινναίος και ο Μπιφόν, είχαν προσέξει το ανομοιόμορφο της κατανομής των φυτών και των ζώων επάνω στη γη. Επρόκειτο όμως απλά για διαισθητική σύλληψη του θέματος, στην οποία μόνον ο 19ος αιώνας με τον Αλεξάντερ φον Χούμπολτ έδωσε πραγματική υπόσταση με την ίδρυση της νέας επιστήμης.
Ο Χούμπολτ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1769 και σπούδασε στα πανεπιστήμια της Φραγκφούρτης και του Γκαίτινγκεν, όπου ειδικεύτηκε στις φυσικές επιστήμες και κυρίως την ορυκτολογία.
Ο Χούμπολτ έκανε διάφορα ταξίδια στην Ευρώπη και ονειρευόταν πάντοτε ένα ταξίδι στις τροπικές χώρες. Τέλος, μαζί με το φίλο του φυσιοδίφη Αιμέ Μπονπλάν, πέτυχε στην Ισπανία, που είχαν πάει, την άδεια της κυβέρνησης να επισκεφτούν τις ισπανικές κτήσεις στην Αμερική. Το ταξίδι τους κράτησε από το 1799 έως το 1804 και περιλάμβανε την Κολομβία, τη Βενεζουέλα, την Ισπανική Γουινέα, την Κούβα, το Περού και το Μεξικό.
Το υλικό που συγκεντρώθηκε στο ταξίδι αυτό, όχι μόνον ήταν τεράστιο, αλλά παρουσίαζε και εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μετά την επιστροφή του ο Χούμπολτ χρειάστηκε να επιστρατεύσει ολόκληρο επιτελείο συνεργατών για τη μελέτη του και την ταξινόμησή του. Το έργο αυτό διήρκεσε από την επιστροφή του από την Αμερική στο Παρίσι μέχρι την επάνοδό του στο Βερολίνο, για την ανακοίνωση των πορισμάτων της αποστολής του.
Στο Βερολίνο έμεινε μόνο δύο χρόνια. Το 1829 ηγήθηκε, ύστερα από πρόσκληση της ρωσικής κυβέρνησης, μιας αποστολής στην Κεντρική Ασία. Η συγκομιδή υλικού ήταν ανάλογη με εκείνη του προηγούμενου ταξιδιού. Η μελέτη του έγινε και πάλι στο Παρίσι. Ύστερα ο Γερμανός σοφός επέστρεψε στο Βερολίνο, όπου και τον βρήκε ο θάνατος, το 1859.

Η ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ο Χούμπολτ ήταν οξύς στην ανάλυση του αντικειμένου των μελετών του. Εκεί όμως που υπήρξε ανυπέρβλητος, ήταν η συνθετική του ικανότητα: μπορούσε να οργανώσει τα μεμονωμένα στοιχεία σε ευρύτερα ερμηνευτικά σχήματα με τρόπο απαράμιλλο. Και παρόλο που τα κείμενά του με τον αναλυτικό χαρακτήρα αποτέλεσαν αναντικατάστατη προσφορά σε όλους σχεδόν τους κλάδους της φυσικής ιστορίας, πολύ πιο αποφασιστική υπήρξε η επίδρασή των συνθετικών του έργων. Τα αποτελέσματα των ταξιδιών του, που δημοσιεύτηκαν σε ογκώδεις και ακριβούς τόμους, έμειναν προσιτά σε λίγους. Ενώ οι «Πίνακες της φύσης» (1808) και κυρίως ο «Κόσμος» του (1845-1858) στάθηκαν αφετηρία θεωρητικού προσανατολισμού για ολόκληρες γενιές.
Πεπεισμένος απόλυτα για το θαύμα της φύσης, στη συγκρότηση της οποίας το κάθε τι βρίσκεται στην κατάλληλη θέση, εκτελώντας συγκεκριμένη λειτουργία, ο Χούμπολτ επιχειρεί να δώσει μια συνθετική εικόνα του θαυμάσιου μηχανισμού της φύσης και να διεισδύσει στους νόμους που τον κυβερνούν. Τα έργα του και ιδίως ο «Κόσμος», δονούνται από ενθουσιασμό που ελκύει τον αναγνώστη για να τον καταπλήξει με τις εκλάμψεις της μεγαλοφυΐας του συγγραφέα. Και από εδώ ξεπηδάει μια εικόνα της φύσης, που παρά τη μηχανιστική συγκρότησή της δεν είναι καθόλου ψυχρή και άκαμπτη, αλλά προσεγγίζει και συχνά φτάνει την ομορφιά μιας αληθινής ποίησης.
Στο πλαίσιο του αρμονικού αυτού οράματος της φύσης, ο Χούμπολτ εντάσσει και τη γεωγραφία, που δεν τη θεωρεί ξερή περιγραφική επιστήμη, αλλά την τοποθετεί σε αλληλεξάρτηση με όλα τα φαινόμενα της φύσης και κυρίως με την κατανομή επάνω στη γη των εκδηλώσεων της ζωής.
Με βάση τις αντιλήψεις αυτές, ο Χούμπολτ οργάνωσε το τεράστιο συγκεντρωμένο υλικό σε ξεχωριστό φυσιογνωστικό κλάδο και γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί γενικά ως ο ιδρυτής της βιογεωγραφίας και ειδικότερα της φυτογεωγραφίας, της μελέτης δηλαδή της γεωγραφικής κατανομής των φυτών. Στον κλάδο αυτόν είναι αφιερωμένες οι περισσότερες μελέτες του. Η ιδέα του αυτή υπήρξε όσο λίγες γόνιμη στην ιστορία της επιστήμης. Η σφραγίδα της αναγνωρίζεται στη μεταβολή ανθρώπων, όπως ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας (Alfred Russell Wallace) (1823-1913), γεωμέτρης που παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδάκια των κατώτερων τάξεων των σχολείων, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους φυσιοδίφες του 19ου αιώνα.

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΣΥΝΑΝΤΩΝΤΑΙ
Ο Γουάλας έκανε το πρώτο εξερευνητικό ταξίδι μαζί με τον φίλο του εντομολόγο Γουόλτερ Μπέιτς (1825-1892) στη βόρεια Βραζιλία. Το 1852, ταξίδεψε στο αρχιπέλαγος της Μαλαισίας όπου εκτέλεσε για 10 χρόνια παρατηρήσεις που συμπίπτουν με εκείνες που έκανε ο Δαρβίνος, όταν πραγματοποιούσε το γύρο του κόσμου με το σκάφος «Μπιγκλ».
Οι παρατηρήσεις του Γουάλας τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι τα ζωικά είδη δεν είναι αμετάβλητα, αλλά ότι μεταβάλλονται και μάλιστα σε βαθμό που δύο περιοχές χωρισμένες μόνο από ένα στενό πορθμό να παρουσιάζουν ποικιλίες ή φυλές του ίδιου είδους τόσο διαφορετικές, όσο εκείνες που συναντώνται σε πολύ απομακρυσμένες περιοχές. Κι όμως είναι ολοφάνερο ότι οι ποικιλίες ανάγονται στο ίδιο ζωικό είδος. Αυτό το ερμηνεύει αποδίδοντάς το στην επίδραση του διαφορετικού περιβάλλοντος που έκανε ζώα του ίδιου είδους να γίνουν εντελώς αγνώριστα μεταξύ τους.
Τα ίδια εκείνα χρόνια ο Δαρβίνος, ανεξάρτητα από τον Γουάλας, κατέληγε στα ίδια συμπεράσματα. Όμως και η εργασία του δεύτερου δεν ήταν μάταιη. Πράγματι, το 1858, ο Γουάλας εζήτησε τη γνώμη των Δαρβίνου και Λάιελ για το περιεχόμενο μιας εργασίας του, που τους έστειλε το χειρόγραφο. Ο τίτλος της εργασίας αυτής ήταν «Περί της τάσης των ποικιλιών να απομακρύνονται ατελεύτητα από τον αρχικό τύπο» και περιεχόμενό της η θεωρία της εξέλιξης, στην οποία ο Δαρβίνος είχε καταλήξει ύστερα από σκληρή εργασία χρόνων! Κι όμως δε γεννήθηκε μεταξύ τους κανένα πρόβλημα προτεραιότητας! Η συμβολή του Γουάλας επεκτάθηκε, όπως ήταν επόμενο, και στο πεδίο της βιογεωγραφίας. Η εργασία του «Γεωγραφική κατανομή των ζώων» (Λονδίνο, 1876) μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα βασικά έργα σ’ αυτόν τον κλάδο.
Η διδασκαλία του Χούμπολτ είχε βρει τους ανθρώπους που θα αξιοποιούσαν τις γόνιμες ιδέες της.
Παράλληλα με την υπομονετική και προσεκτική συλλογή νέου φυσιογνωστικού υλικού από τους εξερευνητές, ένας άλλος ολόκληρος κόσμος εργαζόταν χωρίς να μετακινηθεί από την Ευρώπη, στη μελέτη και την αξιολόγηση του υλικού αυτού. Και παρόλο ότι αυτοί οι δεύτεροι δεν περιβάλλονται από το φωτοστέφανο του ηρωισμού των πρώτων, όμως η συμβολή τους ήταν σημαντική στην πρόοδο της επιστήμης.
Στη Γαλλία ιδίως είχε δημιουργηθεί από τον Κιβιέ πραγματική σχολή. Ήταν τότε που ο Λουί Αντουάν, βαρόνος της Μπουγκενβίλ (1729-1811) έφευγε από το Μοντεβιδέο με πλώρη τον πορθμό του Μαγγελάνου, για να αναζητήσει στον Ειρηνικό τη γη που θα αποζημίωνε τη Γαλλία για την απώλεια του Καναδά, ενώ ο Ζαν Φρανσουά ντε Γκαλόπ, κόμης της Λαπερούζ (1741-1788), χανόταν στον Ειρηνικό με τα δύο του πλοία «Μπουσσόλ» και «Αστρολάμπ», αφού προηγουμένως είχε ερευνήσει τις ακτές της Μαντζουρίας μέχρι τη χερσόνησο της Καμτσάτκα. Ακριβώς τότε στο Παρίσι δεν περιορίζονταν μόνο στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση των αποστολών, αλλά ανέπτυσσαν μια αξιόλογη σε έκταση με εκείνη των εξερευνητών προσπάθεια έρευνας στο μεγάλο κέντρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.



ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΦΥΣΙΟΔΙΦΕΣ
Εκεί θα συναντήσουμε, διάδοχο του Κιβιέ, τον Ανρί Ντικροτέ ντε Μπλενβίλ (1777-1850), που κατέληξε στη φυσιογνωσία ύστερα από πλούσια ζωγραφική και μουσική εμπειρία. Άρχισε τις σχετικές σπουδές στα 27 του χρόνια και στα 29 του ήταν κιόλας αναπληρωτής του Κιβιέ τόσο στο Κολλέγιο της Γαλλίας, όσο και στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Σε ηλικία 35 ετών έγινε καθηγητής της ανατομικής και της ζωολογίας και μετά το θάνατο του Κιβιέ κατέλαβε την έδρα της συγκριτικής ανατομικής.
Στις μελέτες του Μπλενβίλ, βρίσκουμε σε όλους τους τομείς (ζωολογία, συγκριτική ανατομική, φυσιολογία, παλαιοντολογία) διάχυτη τη σκέψη του Κιβιέ. Βρίσκουμε όμως συγχρόνως και την ανασκευή της θεωρίας των κατακλυσμών, στη θέση της οποίας ο Μπλενβίλ τοποθετεί την υπόθεση ότι ορισμένα είδη ζώων εξαφανίζονται για λόγους φυσικούς (προοδευτική εξάντληση του είδους, μεταβολή του περιβάλλοντος που καθιστά αδύνατη την επιβίωσή τους).
Πεπεισμένος για την ύπαρξη μιας συνεχούς σειράς των όντων στο ζωικό βασίλειο, που τα κενά της συμπληρώνονται με τα απολιθώματα των ειδών που εξαφανίσθηκαν, ο Μπλενβίλ δεν επαναφέρει μόνον ιδέες του Λάιμπνιτς και του Μπονέ, αλλά σκοπεύει κατ’ ευθείαν στον Αριστοτέλη.

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
Και ο Αριστοτέλης παραδεχόταν ότι ο κόσμος των ζώων και των φυτών αποτελούσε ολόκληρη ανοδική κλίμακα, που άρχιζε από τις απλούστερες μορφές, τα φυτά, προχωρούσε σε κάπως πιο σύνθετες, τα έντομα και τα ασπόνδυλα, για να φτάσει στις εξαιρετικά πολύπλοκες μορφές, ένα είδος πυραμίδας που την κορυφή της κατέχει ο άνθρωπος.
Η διάταξη αυτή δεν σημαίνει για τον Αριστοτέλη έστω και υποψία εξελικτικής ερμηνείας του φαινομένου της ζωής, μια και οι απόψεις του για το αμετάβλητο του ουράνιου και του επίγειου κόσμου είναι σαφέστατες. Είχε όμως γίνει από μέρους του η διατύπωση ότι η «φύση δεν κάνει άλματα», ότι τα πάντα βρίσκονται σε μια αρμονική σύνθεση με βάση ένα μοναδικό, τέλειο και θαυμάσιο σχέδιο.
Ανάλογη ήταν κι η αντίληψη του Μπλενβίλ. Από την ενότητα του ζωικού βασιλείου προχωρούσε στην ενότητα του σύμπαντος, στην οποία αναγνώριζε το θαύμα της δημιουργίας, χωρίς να βλέπει μια συνεχή η διακεκομμένη πορεία.
Όμως, παρά την ακαμψία του συστήματός του και τη μικρή ευαισθησία του απέναντι στις νέες θεωρίες του Λαμάρκ, τα έργα του έχουν συχνά θεμελιακή σημασία, ιδίως η «Οστεογραφία» του, που δυστυχώς μόνον το πρώτο μέρος της δημοσιεύθηκε (Παρίσι, 1839).

ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
Πλάι στον Μπλενβίλ βλέπουμε και άλλους συνεχιστές του έργου του Κιβιέ, όπως τον θεμελιωτή του σύγχρονου συστήματος ταξινόμησης των εντόμων, τον Πιέρ Αντρέ Λατρέγι (1762-1863) και τον Κονστάν Ντιμερίλ (1774-1860), του οποίου έχουμε περίφημες εργασίες για τα ερπετά και «περιλήψεις» από τα μαθήματα του Κιβιέ.
Εκτός από τον Κιβιέ, σχολή δημιούργησε και ο Σεντ Ιλέρ με την εσφαλμένη γραμμή της αναζήτησης ενιαίου σχεδίου κατασκευής σε όλους τους «τύπους» των ζωντανών πλασμάτων. Τον δρόμο του ακολούθησε ο Αντουάν Ντιζές (1791-1838), που προφυλάχθηκε όμως από τις υπερβολές του διδασκάλου του, και μερικοί άλλοι.
Από τους συνεχιστές του έργου του Κιβιέ πρέπει ακόμα να αναφέρουμε έναν Ιταλό, τον Στέφανο ντε λα Κιάγιε (1794-1860) και τον Άγγλο Χένρυ Μιλν-Έντουαρντς (1800-1885). Ο τελευταίος, πεπεισμένος αντι-εξελικτικός αλλά οξύς παρατηρητής, επιχείρησε να συμβιβάσει τις ιδέες του Κιβιέ με εκείνες του Σεντ Ιλέρ, διατυπώνοντας την άποψη ότι η φύση έχει επιφέρει μεταβολές στο ενιαίο και θεμελιώδες σχέδιο της κατασκευής προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες που προκύπτουν από διαφορετικές λειτουργίες. Έβλεπε, επομένως, μεταβολές και προσαρμογές στον έμβιο κόσμο, που δε ξεπερνούσαν, όμως, το φράγμα των αντι-εξελικτικών του πεποιθήσεων που διατυπώνει στους 9 τόμους των «Μαθημάτων συγκριτικής ανατομικής και φυσιολογίας» (Παρίσι, 1855-1876).
Δεν επιτρέπεται ακόμα να παραλείψουμε το όνομα του Αρμάν ντε Κατρεφάζ ντε Μπρίο (1810-1892), καθηγητή της ανθρωπολογίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας των Παρισίων, που θεωρούσε ασέβεια κατά της ευγένειας του τελειότερου πλάσματος του Δημιουργού, του ανθρώπου, κάθε σκέψη περί καταγωγής του από τα τετράχειρα (τους πιθήκους). Η οξεία κριτική του πάντως κατά του Δαρβίνου έχει συχνά ιδιαίτερη βαρύτητα και εξακολουθεί και σήμερα να λαμβάνεται υπόψη με την οφειλομένη προσοχή.
Τέλος, σημειώνουμε το όνομα του Ανρί ντε Λαζάκ-Ντιτιέ (1821-1901), φανατικού αντίπαλου της θεωρίας της εξέλιξης και πιστού οπαδού του Κιβιέ.