29/10/10

Βυζαντινή Ιατρική (15ος αιώνας) [127]

Ο 15ος αιώνας βρίσκει την Κωνσταντινούπολη σε παρακμή, όπως και ολόκληρη την κάποτε κραταιά αυτοκρατορία. Παρόλα αυτά, οι ξενώνες εξακολουθούν να λειτουργούν και ορισμένοι να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Ο ξενώνας Κράλλη είχε ιδρυθεί στην περιοχή Πέτρα της Κωνσταντινούπολης από τον Σέρβο βασιλιά Ούρεσι Β' Μιλιούσιν (1281-1321). Ακόμα, τον 15ο αιώνα ο ξενώνας διαθέτει χρήματα, ώστε όχι μόνο να προσφέρει νοσηλευτικό έργο, αλλά και να διατηρεί ιατρική σχολή, να αγοράζει και να βιβλιοδετεί χειρόγραφους κώδικες. Έχει επίσης τη δυνατότητα, παρά τις δύσκολες συνθήκες, να προσλαμβάνει γιατρούς με κύρος. Το 1440 ο ξενώνας του Κράλλη προσλαμβάνει τον γιατρό και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο ως διδάσκαλο της ιατρικής. Κοντά στον Αργυρόπουλο μαθητεύουν Έλληνες και Ιταλοί σπουδαστές για την εκμάθηση της ιατρικής τέχνης και της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Μεταξύ των μαθητών του αναφέρονται ο Αντώνιος Πυρόπουλος και οι αδελφοί του Ανδρέας και Μανουήλ, ο Βρανάς «ο γιατρός του Πρωτομάστορος» που ήταν επίσης μαθητής του Αργυρόπουλου, ο μοναχός Ναθαναήλ (που ήταν και νοσοκόμος του ξενώνα)και άλλοι. Ένας άλλος μαθητής ή συνεργάτης του Αργυρόπουλου, εσωτερικός βοηθός, καταγράφει με βάση τις παραδόσεις του όσα αναφέρονται στους σφυγμούς, στοιχεία που αποτελούν σύντομό βοήθημα για τους γιατρούς της εποχής. Εκτός από τον ξενώνα του Κράλλη και άλλα ανάλογα ιδρύματα διατηρούν σχολεία ιατρικής, σχεδόν σε ολόκληρη την περίοδο των Παλαιολόγων (1261-1453).

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Κατά την περίοδο αυτή, της παρακμής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού, ο Γεώργιος Γουδέλης, το πιο σημαντικό πρόσωπο στην κυβέρνηση του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, μετέτρεψε ένα από τα παλάτια του στην Πόλη σε νοσοκομείο. Η μαρτυρία καταγράφεται κι από τον λόγιο Ιωάννη Χορτασμένο, ο οποίος εγκωμιάζει σε επιστολές του το νοσηλευτήριο αυτό. Κάποιες ακόμα δομές, που είχαν ιδρυθεί παλαιότερα κι εξακολουθούσαν να λειτουργούν, παρέχουν υγειονομικές υπηρεσίες στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και των άλλων περιοχών του Βυζαντίου, κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν την Άλωση. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο οποίος, αν και έχει τη δική του παρουσία στην ιστορία της βυζαντινής ιατρικής, ήταν βασικά φιλόσοφος, με ιδιαίτερη εξειδίκευση στην αριστοτελική φιλοσοφία. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1410, πήρε εξαιρετική εκπαίδευση σε ολόκληρο το φάσμα των τότε γνώσεων. Το 1439 λόγω της μόρφωσης και των ικανοτήτων του συμμετέχει στη βυζαντινή αντιπροσωπεία της συνόδου Φεράρας - Φλωρεντίας. Μετά την επιστροφή του διδάσκει στον ξενώνα Κράλλη, ενώ διακρίνοντας τους κινδύνους για το Βυζάντιο προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει υπέρ της πατρίδας του τις γνωριμίες του στην Ιταλία. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης θα τον αναγκάσει να φύγει αρχικά στον Μυστρά, από όπου προσπάθησε με διπλωματικά μέσα τόσο για την υποστήριξη του Δεσποτάτου του Μορέως, όσο και για την ανάκτηση της Πόλης. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου έζησε και δίδαξε στη Φλωρεντία και τη Ρώμη. Το 1490 πέθανε μακριά από την πατρίδα του. Το κύρος τους ως αριστοτελιστή καταδεικνύεται όχι μόνο από τα έργα του, αλλά και από την αναγνώριση των άλλων προς το πρόσωπο και το έργο του.
Ενδεικτικό της αναγνώρισης του Ιωάννη Αργυρόπουλου από Βυζαντινούς και Ιταλούς είναι και το εξής: Σε κώδικα που περιέχει έργα του Αριστοτέλη (Barrocianus 87), στο 35ο φύλλο, υπάρχει απεικόνισή του που είναι ενδεικτική του κύρους του. Ο Αργυρόπουλος απεικονίζεται καθισμένος σε θρόνο, με τα πόδια του να ακουμπούν σε υποπόδιο. Είναι ντυμένος με επίσημη στολή και φέρει υψηλό πίλο στο κεφάλι του. Το αριστερό του χέρι ακουμπά σε αναλόγιο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένο βιβλίο (προφανώς του Αριστοτέλη). Στον γύρω χώρο υπάρχουν κτήρια, τα οποία προφανώς αποτελούν προσαρτήματα του ξενώνα. Αν και διδάσκαλος της ιατρικής τέχνης, στην ιστορία του Βυζαντίου παρέμεινε ως φιλόσοφος και διπλωμάτης, μάλλον, παρά ως γιατρός και διδάσκαλος της ιατρικής. Μεταξύ των γιατρών που άσκησαν την ιατρική τον 15ο αιώνα αναφέρεται και ο γιατρός Μαλάκης, από τον Μυστρά. Όπως προκύπτει από δευτερεύουσες πηγές, εργαζόταν συγχρόνως σε διάφορους ξενώνες στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ασκούσε και ελεύθερο επάγγελμα. Οι μισθοί του από τις θέσεις αυτές κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του. Όμως μαθαίνουμε από σατιρικό στιχούργημα του Μάζαρη, που γράφτηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, ότι ο Μαλάκης ζητούσε και έπαιρνε χρήματα και από τους Γενουάτες αξιωματούχους που έμεναν στον Γαλατά. Ο ίδιος σατιρικός ποιητής Μάζαρης κατακρίνει τους γιατρούς της εποχής του ως ανίκανους στην ιατρική, που δεν καταφέρνουν να διαβάσουν και να κατανοήσουν τα κείμενα των μεγάλων γιατρών της αρχαιότητας. Αντίθετα, γράφει ο Μάζαρης, οι ίδιοι τα καταφέρνουν πολύ καλά στην ανάπτυξη σχέσεων που τους οδηγούν σε πολιτικά αξιώματα και θέσεις, καθώς επίσης είναι ικανότατοι για την απόκτηση χρημάτων.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αντώνης Πυρόπουλος είναι γιατρός του 15ου αιώνα που εκπαιδεύτηκε, όπως είδαμε, στην Κωνσταντινούπολη στον ξενώνα του Κράλλη από τον ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Τόσο ο Αντώνιος Πυρόπουλος όσο και οι άλλοι μαθητές εμφανίζονται να περιστοιχίζουν τον δάσκαλό τους στην εικόνα του Αργυρόπουλου, την οποία αναφέραμε. Άλλοι δύο Πυρόπουλοι, ο Ανδρέας κι ο Μανουήλ, κατά πάσα πιθανότητα αδελφοί του Αντωνίου (ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή στενοί συγγενείς του) αναφέρονται μεταξύ εκείνων που διδάχτηκαν από τον Αργυρόπουλο. Υπάρχει όμως και τέταρτος Πυρόπουλος, ο Αλέξιος, ο οποίος υπογράφεται ως αντιγραφέας κώδικα που περιέχει κατά το πλείστον έργα του Ιπποκράτη. Το γεγονός αυτό, χωρίς να είναι βέβαια αποδεικτικό, δείχνει πάντως το αυξημένο ενδιαφέρον του για θέματα ιατρικής. Γεννημένος στην Κορώνη της Μεσσηνίας (ή, κατ’ άλλους, στην Κέρκυρα), ο Αντώνιος Πυρόπουλος σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και μετά στην Ιταλία. Στη συνέχεια, ακολουθώντας τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής, έγινε μοναχός στη Μονή Βατοπεδίου στον Άθω. Ο Πυρόπουλος πρόσφερε στη Μονή αντίτυπο του βιβλίου «Φυσική ακρόασις» του Αριστοτέλη. Όπως μας έχει διασώσει ο Α. Π. Κούζης, στην ιδιόγραφη αφιέρωσή του ο Πυρόπουλος γράφει: «Τούτο το βιβλίον η Φυσική ακρόασις του Αριστοτέλους υπάρχει εμού του αδιαδόχου [χωρίς διάδοχο] και ευσεβούς και αμαρτωλού και αφιερώθη εις την Μονήν Βατοπεδίου Οκτωβρίου ιβ', ινδ[ικτίωνος] ιβ', έτους λβ'». Ο ιατρός και ιστορικός Α. Π. Κούζης βρήκε έργα του Πυρόπουλου σε κώδικα της Μονής Ιβήρων (Άθως) και στον ελληνικό ιατρικό κώδικα 27 της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης. Το σημείωμα «Περί μέτρων και σταθμών» ανακοίνωσε αρχικά προφορικά σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών το 1964. Η ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Ακαδημίας το 1949.
Σε ένα απόσπασμα από το σωζόμενο κείμενο του Πυρόπουλου, σύμφωνα με τον κώδικα του Άθω, με τον τίτλο «Εξήγησις του Πυρόπουλου περί των σταθμών / των νυν διαγόντων επί τας χώρας και πόλεις τας ημετέρας», βλέπουμε και ορισμένα από τα μέτρα και σταθμά της εποχής, που ήταν σε χρήση τόσο στη φαρμακευτική όσο και στις καθημερινές δοσοληψίες: «ουγγίαν, μόδιον, μετουρτήκιον, κόσκινον, μισούριον, κοιλόν». Η «ουγγία» είναι φαρμακευτική μονάδα βάρους, ενώ το «μόδιον» είναι ρωμαϊκή μονάδα μέτρησης χωρητικότητας (8,75 λίτρα). Το «μετουρτήκιον» αποτελεί ποσότητα περίπου 7 κιλών, ενώ το «κόσκινον» αντιστοιχεί σε χωρητικότητα ενός κόσκινου. Όσο για το «μισούριον» (ή «μινοσούριον» ή «μινσούριον») αντιστοιχεί σε βάρος περίπου 500 γραμμαρίων, ενώ το «κοιλόν» αντιπροσώπευε μονάδα μέτρησης σιτηρών που αντιστοιχούσε σε 24 οκάδες, δηλαδή περίπου 32 κιλά. Ο Πυρόπουλος αναφέρει και το «τζούφλιον» [κέλυφος καρυδιού], το «βούτζιον» [ασκός για κρασί ή άλλα υγρά], το «μίστατο» ή «μύστατα» [από 6 έως 10 οκάδες, δηλαδή από 7,5 έως 12 κιλά], το «κροντήρι» που αντιστοιχούσε σε βάρος 3 κιλών κρασιού, τη «γαστέρα», χωρητικότητας περίπου μισού κιλού ή 600 γραμμαρίων. Επίσης αναφέρει την «άμουλο» ή «άμπουλα», δηλαδή φιάλη. Σε κατάλογο με τον τίτλο «De antiquitatibus et libris manuscriptis constantinopolitanis» («Περί αρχαιοτήτων και χειρογράφων βιβλίων εκ Κωνσταντινουπόλεως») ο B. Foerster (1877) αναφέρεται σε ιατροσόφιο του Πυρόπουλου.
Ο Foerster αναφέρεται σε συγγραφή του 16ου αιώνα που έχει τον τίτλο «Ιατροσόφιον του σοφού Πυροπούλου, και το βιβλίον είναι μεγάλο και έχει εξ εμπειρίας πολλά και διάφορα και το χαρτί είναι κόλλαις βιββάκιναις». Κατά τον Κούζη, το έργο αυτό ήταν η πηγή από την οποία άντλησαν την ύλη τους όλα τα μεταγενέστερα ιατροσόφια, δηλαδή τα χειρόγραφα βοηθήματα που οι εμπειρικοί θεραπευτές χρησιμοποιούσαν ακόμα έως τον 19ο αιώνα. Τα ίδια περίπου χρόνια της ακμής του Πυρόπουλου, εκτός από το κέντρο, αξιόλογοι επιστήμονες γιατροί ασκούν την ιατρική και στην περιφέρεια, μακριά από την πρωτεύουσα που παρακμάζει. Θα αναφέρουμε εδώ τον γιατρό Μανουήλ Ολόβωλο, που υπηρέτησε ως γιατρός του Μανουήλ Παλαιολόγου και τον συνόδεψε στο ταξίδι του στον Μυστρά. Ο Ολόβωλος επιχείρησε να γίνει μεγάλος λογοθέτης της αυτοκρατορίας και έπεσε στη δυσμένεια του Μανουήλ Παλαιολόγου. Εκτός από την άσκηση της ιατρικής, ασχολείται και με την ιατρική συγγραφή. Ίσως δε να προέρχεται από ιατρική γενιά, καθώς στο ίδιο όνομα υπήρξαν και παλαιότερες αναφορές. Ένας μάλιστα από αυτούς είχε εργαστεί, κατά τον Κ. Πουρναρόπουλο, στην αυλή του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου κατά τον 13ο αιώνα. Για τον Ολόβωλο μαθαίνουμε από το έργο του μοναχού Μάζαρη «Επιδημία Μάζαρι εν Άδου ή Πεύσις νεκύων ενίων περί τινων εις τα βασίλεια συναναστρεφομένων», ότι (καθώς ο γιατρός πέθανε πριν τον αυτοκράτορα) χρησίμευσε ως οδηγός του για το ταξίδι στον Άδη. Ο Ολόβωλος πέθανε μερικές δεκαετίες πριν την Άλωση, ίσως το 1414. Ο Α. Γκιάλας μεταξύ των γιατρών του 15ου αιώνα αναφέρει τον Γεώργιο Καρρέριο, σπουδασμένο στην Πάδοβα και φημισμένο στον καιρό του. Στο ίδιο πανεπιστήμιο είχε σπουδάσει και ο Μάρκος Μασούρος, ο οποίος μεταξύ 1514-1521 είχε διδάξει τα ελληνικά γράμματα στο Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης. Βαθύς γνώστης της αρχαίας γραμματείας, εξέδωσε και σχολίασε τους αρχαίους συγγραφείς και ανάμεσά τους έργα του Ιπποκράτη και του Γαληνού. Σε προχωρημένη ηλικία έγινε μοναχός και στη συνέχεια επίσκοπος. Ο Α. Γκιάλας αναφέρει επίσης τον Ιωάννη Πανάρετο, μαθητή του Αργυρόπουλου στην ιατρικη σχολή του ξενώνα του Κράλλη στην Κωνσταντινούπολη. Βεβαίως, εκτός από τους εκπαιδευμένους και αξιόπιστους γιατρούς που είχαν κύρος και φήμη, επαρκείς γνώσεις και ήθος, υπήρχαν και γιατροί που δεν απολάμβαναν τη γενική εκτίμηση. Συχνά οι πολίτες του Βυζαντίου εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους γι’ αυτούς και τους απέφευγαν. Παρόλο που δεν ήταν εκκλησιαστικά καταδικαστέο, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που προσέφευγαν για ιατρική βοήθεια σε Εβραίους, ακόμα και σε μουσουλμάνους γιατρούς. Το φαινόμενο αυτό, που εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα κατά τον 15ο αιώνα, είχε εμφανιστεί ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, όπως προκύπτει από τα γραπτά του μοναχού και λόγιου Νικηφόρου Βρυεννίου.

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Την 29η Μαΐου 1453, η Βυζαντινή αυτοκρατορία καταλύεται με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή. Σύμφωνα με έναν από τους χρονικογράφους της Άλωσης, τον Μιχαήλ Δούκα, όταν ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, με την ολιγάριθμη ομάδα των συμπολεμιστών του, βρέθηκε περικυκλωμένος από τους Τούρκους, φώναξε: «Δεν υπάρχει χριστιανός να λάβει την κεφαλήν μου;» Ή, κατά τον Κριτόβουλο: «Η Πόλις αλίσκεται και εγώ έτι ζω;» Σύμφωνα με τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, «Μόλις επρόφερε τας λέξεις ταύτας και εις των Τούρκων επλήγωσεν αυτόν κατά πρόσωπον. Ο Κωνσταντίνος απέδωκεν αμέσως την πληγήν [ανταπόδωσε το χτύπημα], αλλά έτερος εκ των όπισθεν επήνεγκε κατ’ αυτού τραύμα καίριον, ώστε και ο βασιλεύς έπεσεν, όπως και η πόλις, ουχί ότε κατά μέτωπον προσεβλήθη, αλλά κατά νώτον [από την πλάτη] βληθείς». Κανένας από τους χρονογράφους της Άλωσης ή τους ιστορικούς δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη υγειονομικής βοήθειας ή τη συνοδεία γιατρών ή νοσοκόμων. Έτσι και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος «έμεινεν εκεί κατά γης κείμενος μεταξύ μυρίων άλλων νεκρών», όπως γράφει ο Παπαρρηγόπουλος. Βεβαίως, αν αυτό ισχύει για τον αυτοκράτορα, ισχύει πολύ περισσότερο για το σύνολο του πληθυσμού. Οι χρονικογράφοι υπολογίζουν τους νεκρούς Κωνσταντινουπολίτες σε 4.000, από τους οποίους οι μισοί ήταν πολεμιστές. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Παπαρρηγόπουλου, ο τότε πληθυσμός της Πόλης δεν ξεπερνούσε τις 70.000 με 80.000. Από αυτούς οι περισσότεροι, περί τις 60.000, πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ ένα μικρότερο μέρος πρόλαβε να διαφύγει σε άλλες περιοχές ή / και σε χώρες της Δύσης.
«Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Οσμανιδών ελογίζετο [] επί τοσούτον κρίσιμος, ώστε συγκαταριθμείτο μεταξύ των μεγάλων συμβεβηκότων της πεντεκαιδεκάτης εκατονταετηρίδος, δι’ ων χωρίζεται η μέση της Ευρώπης ιστορία από της νέας», όπως γράφει ο Παπαρρηγόπουλος. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, με αρνητικές αλλά και θετικές επιπτώσεις στην ιστορία και τον πολιτισμό των επιστημών, είναι η αναγκαστική αποδημία μεγάλου αριθμού λογίων, φιλοσόφων και επιστημόνων από την Κωνσταντινούπολη και τις άλλες πόλεις του Βυζαντίου. Η απουσία των προσώπων αυτών συντέλεσε στη σταδιακή εξαθλίωση του πληθυσμού στις άλλοτε βυζαντινές περιοχές. Από την άλλη μεριά, όμως, η παρουσία τους στη Δυτική Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία, όπου πολλοί βρήκαν άσυλο, συνέβαλε στην ανάπτυξη των τεχνών, στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, στη μύηση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στη μετάφραση κλασικών έργων της επιστημονικής γραμματείας στα λατινικά, στην καθιέρωση της ελληνικής ορολογίας στην ανατομική και τη χειρουργική κλπ. Τυπική μορφή της περιόδου από τον φιλοσοφικό - επιστημονικό χώρο είναι ο Ιωάννης Αργυρόπουλος με τον οποίον έχουμε ασχοληθεί ήδη. Εκτός από τους νεκρούς, τους τραυματίες, τους αιχμαλώτους και τους αναγκαστικά εκπατρισμένους, η Άλωση της Πόλης είχε και άλλες επιπτώσεις: τη διαρπαγή αποθησαυρισμένου πλούτου και την καταστροφή βυζαντινών αλλά και παλαιότερων μνημείων και έργων τέχνης, καθώς και την απώλεια πολύτιμων χειρογράφων. Δυτικές πηγές μαρτυρούν ότι περί τις 120.000 χειρόγραφα βιβλία καταστράφηκαν μόνο από τις βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης! Ο αριθμός τους γίνεται πολύ μεγαλύτερος αν αναλογιστούμε τα χειρόγραφα από τις βιβλιοθήκες άλλων πόλεων του Βυζαντίου, καθώς και εκείνες των ιδιωτών. Ανάμεσα στα κατεστραμμένα χειρόγραφα υπήρχαν προφανώς και αρκετά βιβλία ιατρικού ενδιαφέροντος, άλλα από τα οποία ήταν έργα αρχαίων Ελλήνων και άλλα έργα Βυζαντινών γιατρών, πρωτότυπα αλλά και μεταφρασμένα από τα αραβικά, τα περσικά και τα λατινικά. Αυτά ήταν μόνο μερικές από τις «παράπλευρες απώλειες» της Άλωσης. Το δραματικό γεγονός επηρέασε γενικά τις ιστορικές και τις άλλες εξελίξεις επί αιώνες, τόσο στην Ανατολή όσο και στις χώρες της Δύσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από τις σύντομες αναφορές στη βυζαντινή ιατρική που προηγήθηκαν, μπορούμε να προχωρήσουμε στη συναγωγή ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων:
α) Η ιατρική στο Βυζάντιο αποτελεί βασικά συνέχεια της αρχαίας ελληνικής ιατρικής. Οι κορυφαίοι γιατροί της αρχαιότητας αποτέλεσαν τη σταθερή πηγή και το αξεπέραστο σύστημα αναφοράς.
β) Μεγάλο μέρος της αρχαίας ιατρικής γραμματείας σώθηκε χάρις στις αντιγραφές των αρχαίων κειμένων. Αλλά κι από τις συγκεντρωτικές εργασίες και ανασκοπήσεις Βυζαντινών συγγραφέων σώθηκαν αποσπασματικά συνταγές, θεραπευτικές πρακτικές ή απόψεις ορισμένων από τους ελάσσονες γιατρούς - συγγραφείς, των οποίων το έργο και τα ονόματα δεν έχουν με άλλο τρόπο διασωθεί.
γ) Υπό την επίδραση της θρησκευτικής πίστης, των θεολογικών δογμάτων, της εκκλησιαστικής εξουσίας και άλλων παραγόντων, συχνά η ιατρική του Βυζαντίου απομακρύνεται από τον ιπποκρατικό ορθολογισμό και αναμειγνύεται με θεουργικά-μεταφυσικά στοιχεία και τελετουργίες. Άλλοτε πάλι υπεισέρχονται προλήψεις, δεισιδαιμονίες, αστρολογικές δοξασίες και μαγικές αντιλήψεις.
δ) Εκτός από τους γιατρούς που διασώζουν, ανασκοπούν, κρίνουν ή σχολιάζουν απόψεις και γνώσεις παλαιότερων συναδέλφων τους και παραθέτουν στοιχεία της δικής τους εμπειρίας, με την ιατρική συγγραφή ασχολούνται επίσης λόγιοι και φιλόσοφοι, οι οποίοι είχαν ιατρικές γνώσεις στα πλαίσια της γενικής παιδείας και της ακαδημαϊκής εκπαίδευσής τους. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς ασχολούνται και με την άσκηση της ιατρικής πράξης υπό ορισμένες συνθήκες.
ε) Εκτός από τη θεραπεία των νοσημάτων και σύμφωνα με τις γνώσεις της εποχής, οι Βυζαντινοί γιατροί ασχολούνται και με την αγωγή για υγεία. Συχνά είναι τα πονήματα για τη σωστή διατροφή, τον υγιεινό τρόπο ζωής, τα ιατρικά προληπτικά μέτρα που αποσκοπούν στη διατήρηση της υγείας και την πρόληψη των νοσημάτων.
ς) Ενδιαφέρον είναι ότι για την εύκολη απομνημόνευση των κανόνων αυτών (αλλά και για την καλύτερη εκμάθηση της ιατρικής), συχνά τα έργα αυτά είναι έμμετρα, κάποτε δε ακολουθούν ακόμα και τους τρόπους της βυζαντινής ψαλτικής.
ζ) Από τον 4ο ως και τον 15ο αιώνα, οπότε καταλύεται η Βυζαντινή αυτοκρατορία, εκτός από τους ιδιώτες γιατρούς, υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας προσφέρονται και από τους ξενώνες - νοσοκομεία. Πρόκειται για οργανισμούς, που είχαν ιδρυθεί από την Εκκλησία, από φωτισμένους ιεράρχες, από βασιλείς και ηγεμόνες ως κοινωνική προσφορά ή για άλλους λόγους.
η) Εκτός από τη σίτιση, τη φροντίδα, τη νοσηλεία σε εσωτερική βάση, οι ξενώνες προσφέρουν υπηρεσίες σε εξωτερικούς ασθενείς και παρέχουν φάρμακα από το φαρμακείο του ξενώνα - νοσοκομείου.
θ) Οι ξενώνες προάγουν επίσης την ιατρική εκπαίδευση σε μαθητές που ασκούνται θεωρητικά και πρακτικά δίπλα σε φημισμένους γιατρούς, ενώ συχνά μεταξύ των μαθητών συγκαταλέγονται και αλλοδαποί.
ι) Η φαρμακευτική τέχνη για μεγάλο διάστημα ακολουθεί τις παραδεδομένες από την αρχαιότητα γνώσεις που στηρίζονται κυρίως στο βοτανικό πλούτο. Με την πάροδο του χρόνου προστίθενται και νέα φαρμακευτικά μέσα που έχουν εισαχθεί από γειτονικές χώρες και κυρίως από την Αραβία και την Περσία. Εκτός από τα βότανα χρησιμοποιούνται και ζωικά προϊόντα ή ιστοί, καθώς και ανόργανα φυσικά υλικά.
ια) Είναι εντυπωσιακός ο πλούτος των χρησιμοποιούμενων φαρμακοτεχνικών μορφών εξωτερικής εφαρμογής ή εσωτερικής λήψης. Αναφέραμε ενδεικτικώς εκχυλίσματα, αφεψήματα, αποστάγματα, αρώματα, αιθέρια έλαια, δισκία, κόνεις [σκονάκια], διαλύματα, τροχίσκους, κοκκία, υπόθετα, κολπικά υπόθετα, αλοιφές, επιθέματα, έμπλαστρα, κηρωτές [τσιρότα], καταπλάσματα κλπ.
ιβ) Εκτός από τα φαρμακευτικά σκευάσματα, στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται και άλλα μέσα και ενέργειες, ως συνέχεια των παραδεδομένων αρχαιοελληνικών γνώσεων, εμπλουτισμένων με νεώτερες. Αναφέρουμε καθάρσεις με υποκλυσμούς, αφαιμάξεις με φλεβοτομία ή άλλα μέσα, ποικίλους τρόπους λουτρών κλπ.
ιγ) Τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες καταβάλλονται προσπάθειες για τον ορισμό των οργάνων που χρησιμοποιούνται ως μέτρα και σταθμά, ώστε οι ποσότητες καθενός να είναι σταθερές. Ανάμεσα στις άλλες σκοπιμότητες για την τυποποίηση αυτή είναι και η κατά το δυνατόν σταθερή σύνθεση των φαρμάκων, με ισόποσες πρώτες ύλες, σταθερό τρόπο παρασκευής και χορήγηση υπολογισμένης δόσης για κάθε ασθενή.
ιδ) Στο Βυζάντιο χρησιμοποιούνται και βελτιώνονται τα γνωστά από την αρχαιότητα χειρουργικά εργαλεία και προστίθενται ορισμένα νεώτερα. Αναφέρεται η διεξαγωγή διαφόρων τύπων επεμβάσεων, ορισμένες από τις οποίες απαιτούν γνώση, τόλμη και δεξιοτεχνία. Καταγράφονται μεταξύ άλλων απολίνωση αρτηριών, χειρουργική θεραπεία ανευρυσμάτων, κρανιοανάτρηση, μαστεκτομή, αμυγδαλεκτομή, αιμορροϊδεκτομή, μαιευτικές και οφθαλμολογικές επεμβάσεις, ακόμα και διαχωρισμός σιαμαίων!
ιε) Υπάρχει πλούσια ιατρική συγγραφή, συνήθως ανασκοπητικού χαρακτήρα και σπανιότερα με αναφορές νέας γνώσης. Ορισμένα από τα βιβλία αυτά γνώρισαν επανειλημμένες χειρόγραφες εκδόσεις, πολλές από τις οποίες κοσμούνται από εικονογράφηση και αποτελούν αληθινά έργα τέχνης.
ιστ) Πολλά από τα βιβλία αυτά ευτύχησαν και την τυπογραφική τους έκδοση μετά την ανακάλυψη του Gutenberg. Στις λατινικές τους δε μεταφράσεις αποτέλεσαν επίσημα βιβλία ευρωπαϊκών πανεπιστημίων έως τον 17ο, ακόμα και τον 18ο αιώνα.
ιζ) Πολλοί από τους γιατρούς του Βυζαντίου είχαν δραστηριότητες παράλληλες με την ιατρική κι ωφέλησαν τους συγχρόνους τους από πολλές πλευρές. Αναφέρονται πολλοί που απέκτησαν πολιτική ισχύ, τίτλους κι αξιώματα, ανέπτυξαν διπλωματική δραστηριότητα, διέδωσαν σε άλλες χώρες τη βυζαντινή - ελληνική ιατρική και τη φιλοσοφία, ασχολήθηκαν με άλλες θετικές επιστήμες και άφησαν πλούσιο συγγραφικό έργο.
ιη) Με όλα αυτά, δεν πρέπει να θεωρείται ακριβές ότι η βυζαντινή εποχή αποτελεί μια σκοτεινή μεσαιωνική περίοδος της ιστορίας μας.

28/10/10

Βυζαντινή Ιατρική (14ος αιώνας) [126]

ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΠΟΚΑΥΚΟΣ
Ο Αλέξιος Απόκαυκος ή Απόκαυχος από την Κωνσταντινούπολη έζησε τον 13ο και 14ο αιώνα. Διετέλεσε παρακοιμώμενος και Μεγάλος Δούκας του Ανδρόνικου Γ'. Ήταν μαθητής του Ιωσήφ του ΦιλοσόφουΡακενδύτη) και συμμαθητής και φίλος του Ιωάννη του Ακτουαρίου. Ο τελευταίος του αφιερώνει ονομαστικά το βιβλίο του «Περί διαγνώσεως παθών», όπου διαβάζουμε: «τω Παρακοιμωμένω τω Αποκαύχω τω και ύστερον χρηματίσαντι Μεγάλω Δουκί». Ο Απόκαυκος ως πρεσβευτής του Βυζαντίου πραγματοποίησε διπλωματική αποστολή στη Σκυθία και παρέδωσε στους αρμόδιους το βιβλίο του Ακτουαρίου «Περί διαγνώσεως παθών». Η αποστολή έγινε στα πλαίσια εκδήλωσης ενδιαφέροντος του αυτοκράτορα και ως κίνηση καλής θέλησης προς τις αρχές και τον λαό των Σκύθων. Ο Απόκαυκος έπαιξε σοβαρό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, καθώς υποστήριξε την Άννα της Σαβοΐας, χήρα του Ανδρόνικου Γ', στον εμφύλιο πόλεμο με τον Ιωάννη Κατακουζηνό και την παράταξη των αρχόντων. Τελικά η Άννα έχασε τον έλεγχο κι ο Απόκαυκος οδηγήθηκε σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης, όπου θανατώθηκε από άλλους έγκλειστους, προφανώς εγκάθετους. Γι’ αυτό, όπως σημειώνει ο Πουρναρόπουλος, «η όλη ιστορία του Αποκαύκου είναι μάλλον πολιτική και στρατιωτική» παρά ιατρική. Σε χειρόγραφο κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων υπάρχει εικόνα του Αποκαύκου, η οποία έχει επανειλημμένα αναπαραχθεί. Δείχνει τον γιατρό και διπλωμάτη καθισμένο σε ευρύ πολυτελές κάθισμα με στήριγμα για τη ράχη, επίσημα ντυμένο, ενώ σε αναλόγιο στα αριστερά του είναι τοποθετημένο βιβλίο, στο οποίο διακρίνεται η ιπποκρατική ρήση «ο βίος βραχύς».

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕΛΙΤΗΝΙΩΤΗ
Με το επώνυμο Μελιτηνιώτης φέρονται λόγιοι, κληρικοί και επιστήμονες του 13ου και 14ου αιώνα. Ο αρχιδιάκονος και μέγας σακελάριος Θεόδωρος Μελιτηνιώτης ήταν σπουδαίος αστρονόμος, αναγνωρισμένος από το σύνολο των Βυζαντινών, που τον αποκαλούσαν «διδάσκαλο των διδασκάλων της αστρονομίας». Το βιβλίο του «Αστρονομική βίβλος» είναι το πιο σημαντικό αστρονομικό έργο του Βυζαντίου, καθώς στηρίζεται όχι μόνο στα έργα παλαιότερων (Θέων, Πτολεμαίος κ.α.) και στις δικές του παρατηρήσεις, αλλά και σε πλούσιο υλικό των Περσών αστρονόμων, το οποίο ο Θεόδωρος Μελιτηνιώτης το γνώριζε. Ο Ιωάννης και Κάλλιστος Μελιτηνιώτης έγραψαν θεολογικά έργα. Ο Κωνσταντίνος Μελιτηνιώτης (13ος - 14ος αιώνας) ήταν θεολόγος αρχιδιάκονος και μέγας χαρτοφύλακας και αγωνίστηκε δογματικά και πολιτικά για την ένωση των Εκκλησιών που υποστήριξε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, για να περιπέσει τελικά σε δυσμένεια του διαδόχου του και ανθενωτικού Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου. Δεν γνωρίζω αν ο Κωνσταντίνος Μελιτηνιώτης είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Κωνσταντίνο Μελιτηνιώτη της ίδιας χρονικής περιόδου που είναι ο μεταφραστής ανατολικών και κυρίως περσικών ιατροφαρμακευτικών κωδίκων, οι οποίοι έχουν διασωθεί. Ο Α. Π. Κούζης δημοσίευσε το 1939 κείμενα του Μελιτηνιώτη από τον ελληνικό κώδικα Phillips 1562 της Βιβλιοθήκης του Βερολίνου. «Αύται αι αντίδοτοι εμεταγλωττίσθησαν εκ των Περσών εις την Ελλάδα παρά του Κωνσταντίνου ιατρού του Μελιτηνιώτου εις Κωνσταντινούπολιν».
Θα παραθέσουμε μικρό δείγμα από το χειρόγραφο του Μελιτηνιώτη: α. «Αντίδοτος - Διαφορητικόν πνευμάτων παντός του σώματος. Σύνθες λαβών: Σπάντιον τελόσπερμα, ελ ζουραμπάν, δούρουνιτζ, πύρεθρον, πέπε μακροπέπε, σαληχό, ασάρ, ζιγγίβερι κρόκον, κόστον αα < β [: αα, ανά ίσα μέρη / <, μικρότερο / β, 2]. Η δόσις <γ». β. «Αντίδοτος του Φίλωνος - Παύον πάσας οδύνας, έμετον παύει, ρευματισμόν κοιλίας ίστησι, αιμορραγίας γυναικών στέλλει [αναστέλλει]. Σύνθες:...». Ακολουθεί η πολύπλοκη και πολυβότανη σύνθεση. Από τα συστατικά που παραθέτει ο Μελιτηνιώτης ορισμένα έχουν αραβικά ή περσικά ονόματα, όπως συμβαίνει και με τα ονόματα ορισμένων παρασκευασμάτων. Από τα παρατιθέμενα συνολικά 53 αντίδοτα, τα 30 έχουν περσικά ή αραβικά ή μικτά διγλωσσικά ονόματα, ενώ τα υπόλοιπα έχουν αμιγώς ελληνικά ονόματα. Παραδείγματα αμιγώς περσικής ονομασίας: μαατζούν ράα, μαατζούν σησαλμά, μαατζούν μαασφάρη κλπ. Παραδείγματα διγλωσσικών (μικτών) ονομάτων: αντίδοτος η απάλ, μαατζούν σααρνία το μέγα, μαατζούν η αθανασία η μεγάλη. Τέλος, αμιγείς ελληνικές ονομασίες είναι: αντίδοτος δια κυμίνου, αντίδοτος δια δαφνίδων, αντίδοτος δια φυσαλίδων κλπ. Μικτά είναι και τα ονόματα των χρησιμοποιούμενων φυτών ή άλλων ουσιών. Τα συστατικά αναφέρονται με ελληνικά και με περσικά ονόματα. Από τα τελευταία, δεν είναι σαφές αν ανευρίσκονται και σε περιοχές της Βυζαντινής επικράτειας ή αν είναι φυτά που ενδημούν αποκλειστικά στις συνθήκες της Περσίας, της Συρίας και των γειτονικών τους περιοχών.
Στο δημοσιευμένο από τον Α. Π. Κούζη χειρόγραφο του Μελιτηνιώτη με τα μεταφρασμένα από τα περσικά «αντίδοτα», παρακολουθούμε τις παθολογικές καταστάσεις που αναφέρονται. Επιλέγουμε ενδεικτικά: «εις εμούντας αίμα» (σχετικά με τις αιματεμέσεις). «Καρδίας τονωτικόν, μελαίνης χολής πολέμιον, ορέξεως διεγερτικόν». «Έτερον ποιούν (που έχει ένδειξη) προς δυσπνοϊκούς, μελαγχολικούς, επιληπτικούς, ημιπλήκτους και λεχωνίων (φυματιώδης αδενίτιδα) και προς τεταρταίους». Άλλο σκεύασμα που είναι κατάλληλο «προς τας μεγάλας οδύνας [τους ισχυρούς πόνους], διαφορητικόν πνευμάτων, στομάχου τονωτικόν και ορέξεως διεγερτικόν». Άλλα αντίδοτα βοηθούν τους «οφιοδήκτους» [τους δαγκωμένους από φίδι], τους «σκορπιοπλήκτους», δηλαδή αυτούς που τους έχει κεντήσει σκορπιός, ενώ υπάρχουν και φάρμακα για τις τόσο κοινές την εποχή εκείνη ελμινθιάσεις. Αναφέρεται επίσης και κάποιο μαντζούνι «διεγείρον προς αφροδίσια άκρως». Όπως σημειώνει ο Κούζης, από τα αναφερόμενα στο γραπτό του Μελιτηνιώτη ονόματα σκευασμάτων, 21 χαρακτηρίζονται ως αντίδοτα, 30 έχουν τον αραβικό προσδιορισμό μαατζούν, ένα ονομάζεται θέριακα (θηριακή) και ένα γλύκασμα. Από όλα αυτά, όμως, το πιο δυνατό «αντίδοτο», από εκείνα που μετέφρασε από τα περσικά ο Μελιτηνιώτης, είναι το τελευταίο. Είναι η «νγ' αντίδοτος», που είναι «ωφέλιμος εις επιληπτικούς, ημιπλήκτους, εις πωρισμούς νεύρων ισχιαδικούς, εις τρομικούς, εις πόνους αρμών, εις ποδαλγικούς και εις παλμούς και εις ρευματισμούς οδόντων, εις μελαγχολικούς» κλπ., με ένα σύνολο 22 ετεροκλήτων ενδείξεων.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΧΙΟΝΙΑΔΗΣ
Μεταξύ των επιστημόνων που ασκούν την ιατρική στην Τραπεζούντα κατά τον 13ο και 14ο αιώνα αναφέραμε ήδη τον αστρονόμο και γιατρό Γρηγόριο Χιονιάδη, που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου Β' (1297-1330) και τιμήθηκε από αυτόν με τον τίτλο του Ακτουαρίου, δηλαδή του αυτοκρατορικού γιατρού. Ο Χιονιάδης ταξίδεψε στην Περσία και, ως γνώστης της περσικής γλώσσας, όταν γύρισε στην πατρίδα του μετέφρασε διάφορα βιβλία, κυρίως μαθηματικά και αστρονομικά, από τα περσικά στα ελληνικά. Αναφέραμε επίσης τους Θεόδωρο και Κωνσταντίνο Μελιτηνιώτη, οι οποίοι γνώριζαν περσικά και εμπλούτισαν με τις μεταφράσεις τους την πνευματική παρακαταθήκη του Βυζαντίου. Από την Τραπεζούντα ήταν και ο Γεώργιος Χρυσοκόκκης, ο οποίος επίσης τιμήθηκε με τον επίζηλο τίτλο του Ακτουαρίου. Ήταν μαθητής του Χιονιάδη και συνόδεψε τον δάσκαλό του στα ταξίδι της Περσίας. Άσκησε το επάγγελμα στην πατρίδα του, και εκτός από γιατρός ήταν και αστρονόμος. Έγραψε πολλά βιβλία διαφόρων επιστημονικών κλάδων, και κυρίως μαθηματικών και αστρονομίας. Ασχολήθηκε όμως και με τη διδακτική της γλώσσας των Περσών, όπως προκύπτει από τον τίτλο έργου του, στο οποίο όμως δήλωνε και την ιατρική του ιδιότητα. Ακόμα έγραψε και ταξιδιωτικό βιβλίο, για τους τόπους και τις πόλεις που γνώρισε. Τον ίδιο αιώνα συναντάμε και τον λόγιο Γεώργιο Χωνιάτη, από τη μεγάλη οικογένεια από τις Χώνες της Φρυγίας. Ο Χωνιάτης μετέφρασε το έργο «Αντίδοτοι εκ Περσίας κομισθείσαι και εξελληνισθείσαι παρά Χωνιάτου του Γεωργίου». Είναι πολύ πιθανόν ότι οι μεταφράσεις αυτές είναι οι πρώτες που έγιναν στην ελληνική γλώσσα κατευθείαν από τα περσικά. Προηγούμενες μεταφράσεις του μαγίστρου Συμεώνος Σηθ ή Σήθη (11ος αιώνας) είχαν γίνει από την αραβική μετάφραση των περσικών πρωτοτύπων.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΚΤΟΥΑΡΙΟΣ
Η λέξη «ακτουάριος» σημαίνει, μεταξύ άλλων, και τον αυτοκρατορικό γιατρό. Ο γιατρός Ιωάννης γιος του Ζαχαρία ονομάστηκε Ακτουάριος, καθώς υπηρέτησε στην αυλή δύο Παλαιολόγων: του Ανδρόνικου Β' (1282-1328) και του Ανδρόνικου Γ' (1328-1341). Και με αυτή την προσωνυμία πέρασε στην ιστορία της ιατρικής του Βυζαντίου. Ο Ιωάννης ο Ακτουάριος έζησε τον 13ο - 14ο αιώνα και διετέλεσε μαθητής του μοναχού και φιλοσόφου Ιωσήφ του Ρακενδύτη. Ο Ιωσήφ, που είναι ο συγγραφέας του σύνθετου έργου «Εγκυκλοπαιδεία», αρνήθηκε πολλές φορές τον πατριαρχικό θρόνο για να παραμείνει μοναχός. Ο Ιωάννης έζησε κατά την περίοδο της «Παλαιολόγειας Αναγέννησης», που χαρακτηρίστηκε από νέα στροφή προς την κλασική αρχαιότητα και από ανοίγματα στην τέχνη και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Ο ίδιος γνώριζε σε βάθος τα έργα του Γαληνού και άλλων αρχαίων συγγραφέων, τις γνώσεις των οποίων εμπλούτισε με δεδομένα από την αραβική ιατρική, με τα πορίσματα των επιστημόνων της Δυτικής Ευρώπης και με τις δικές του παρατηρήσεις. Οι τελευταίες αναφέρονται στους τομείς της ανατομικής και της φυσιολογίας, της φαρμακολογίας και της ιατρικής τεχνολογίας. Ειδικά για τις φαρμακολογικές του γνώσεις αναφέρεται ότι ο Ιωάννης ο Ακτουάριος εισήγαγε στη θεραπευτική τις ουσίες κάσσια, σέννη, μάνα, τον οπό γλυκόρριζας και τα «ψυκτικά» φάρμακα.
Το συγγραφικό έργο του Ιωάννη του Ακτουαρίου είναι πλούσιο και ενδιαφέρον. Τα βιβλία του επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της ιατρικής στους Σκύθες, καθώς ο Βυζαντινός αυτοκράτορας με πρεσβευτή τον Αλέξιο Απόκαυκο εφοδίασε υγειονομικούς και αρμόδιες αρχές με αυτά. Τα έργα του Ιωάννη «Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος», «Σύνταγμα περί ούρων» και «Περί διαγνώσεως» θα δούμε στη συνέχεια πιο αναλυτικά. Εκτός όμως από τα πιο πάνω, ο Ιωάννης έχει γράψει και άλλα βιβλία. Το «Περί ζώων φθαρτικών» αναφέρεται σε ζωικά είδη που προκαλούν φθορά, δηλαδή παθολογικές καταστάσεις στον άνθρωπο, όπως για παράδειγμα τα διάφορα είδη φιδιών, οι σκορπιοί, ζώα που δαγκώνουν κλπ. Το σύγγραμμα «Εις Γαληνόν περί θεραπευτικής μεθόδου» στηρίζεται στις πολύ καλές γνώσεις του συγγραφέα στο σύνολο του εκτενούς έργου του Γαληνού, του οποίου αναλύει τις απόψεις, τον τρόπο λήψης θεραπευτικών αποφάσεων και τα φαρμακολογικά πολυσύνθετα παρασκευάσματα που υποδείκνυε ο μεγάλος γιατρός της αρχαιότητας. Το «Περί σταθμών και χαρακτήρων αυτών και των μέτρων» στηρίζει τις προσπάθειες της εποχής για την αυστηρότερη τυποποίηση των μονάδων μέτρησης, κυρίως των φαρμακευτικών, για τη βελτίωση της σύνθεσης και τη δημιουργία σταθερών σκευασμάτων. Μεταξύ άλλων έργων του Ιωάννη του Ακτουαρίου αναφέρονται τα «Περί δυσουρίας», «Περί βαρών», «Περί φλεβοτομίας» και τα σχόλια στα συγγράμματα Αριστοτέλους «Περί φύσεως» και «Περί ζώων».
Στο βιβλίο του Ideler «Physici et medici Graeci minores» (Ι 1841 και ΙΙ 1842), δημοσιεύονται ορισμένα από τα έργα του Ιωάννη του Ακτουαρίου. Το «Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος και της κατ’ αυτό διαίτης λόγοι δύο» είναι ένα εκτενές, εν μέρει φιλοσοφικό και εν μέρει ιατρικό βιβλίο. Ο συγγραφέας επιχειρεί πρώτα, συγκρίνοντας τις ιδιότητες των «αλόγων» (μη λογικών) ζώων και του έλλογου ανθρώπου, να υποστηρίξει ότι υπάρχει «εν ημίν θεία τις ουσία». Ουσιώδη επιχειρήματά του είναι ότι ο άνθρωπος με τη χρήση και την αξιοποίηση της διανοίας του μπορεί να επιβληθεί στο σύνολο των ζώων. Κρίνει ως σημαντική διαφορά την ύπαρξη ονείρων στον άνθρωπο, τον τρόπο λειτουργίας των οργάνων του σώματος, τη λειτουργία των αισθητηρίων, τη διάπλαση του εγκεφάλου, τη φαντασία που υπερβαίνει τα αισθητά και διάφορα άλλα στοιχεία που τα αποδίδει στην ψυχική δύναμη. Σε ιδιαίτερα κεφάλαια εξετάζει τα «Περί διαγνώσεως και θεραπείας των παθών» (παθολογικών καταστάσεων) της όρασης και των άλλων αισθητηρίων. Ασχολείται επίσης με τη διάγνωση και τη θεραπεία «των παθών κατά το φανταστικόν και μνημονευτικόν και λογιστικόν». Στο επιγραφόμενο «Λόγος δεύτερος» μέρος του βιβλίου, το οποίο είναι επίσης εκτεταμένο, ο συγγραφέας σχολιάζει σχετικά με την αιτιολογία, τη διάγνωση και τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων του πεπτικού συστήματος και την επίδραση σ’ αυτές των τροφίμων: των σιτηρών, των λαχανικών, των φρούτων, του κρέατος από θηλαστικά, πουλιά ή ψάρια, του κρασιού, του λαδιού, του νερού, του γάλακτος, της ποσότητας της τροφής, του αριθμού των γευμάτων.
Στο «Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος...» κλπ. ο Ιωάννης, συνεχίζοντας την ανάπτυξη του ιατροφιλοσοφικού κειμένου του, σχολιάζει την επίδραση στις παθήσεις (αλλά και στην υγεία) του ύπνου, της άσκησης και των λουτρών. Στη συνέχεια εξετάζει τις απεκκριτικές λειτουργίες του οργανισμού και τις διαταραχές τους, αλλά και το πώς επιδρά το «ψυχικόν πνεύμα» σε όλα τα πιο πάνω. Θεωρεί την ακριβή διάγνωση ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ασφαλή πρόγνωση: «Τω γαρ ακριβώς διαγιγνώσκοντι και το ασφαλώς εγγίνεται προγινώσκειν». Γι’ αυτό, όπως γράφει κλείνοντας το πρώτο βιβλίο, «Θεού διδόντος», θα μιλήσει σε ξεχωριστό κεφάλαιο για κάθε ένα διαγνωστικό στοιχείο: «τούτων έκαστον λελέξεται εν ιδίοις λόγοις». Στην ανάπτυξη των θεμάτων του ο Ακτουάριος συνεκτιμά και την παράμετρο του χρόνου. Επίσης, ασχολείται με τις παθήσεις του δέρματος, των αυτιών, της μύτης και του λάρυγγα. Το επόμενο έργο που θα σχολιάσουμε είναι «Τα περί ούρων του σοφώτατου Ακτουαρίου». Το βιβλίο χωρίζεται σε επτά λόγους (Λόγοι Α' έως Ζ') και είναι επίσης εκτεταμένο. Ο πρώτος λόγος έχει τον τίτλο «Περί διαφοράς ούρων» και αναφέρεται στη χρησιμότητα της εξέτασης των ούρων, στην έλλειψη μιας διεξοδικής ανάπτυξης του θέματος (ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σχετικής βιβλιογραφίας), στον τρόπο σχηματισμού των ούρων, στις διαφορές της σύστασής τους. Ειδικότερα αναφέρεται στις διαφορές του χρώματος, της πυκνότητας, του ιζήματος («υπόστασις»), ακόμα και των φυσαλίδων! Οι λόγοι Β' και Γ' έχουν ως γενικό αντικείμενο τα «περί διαγνώσεως ούρων», οι Δ' και Ε' έχουν τίτλο «Περί αιτίας ούρων» και οι ΣΤ' και Ζ' λόγοι αναφέρονται στα «περί προγνώσεως ούρων».
Ο Ideler δημοσιεύει επίσης έργο του Ιωάννη του Ακτουαρίου, το οποίο έχει τον τίτλο «Περί διαγνώσεως παθών» και διαιρείται σε δύο τμήματα. Αρχίζει με τη θεώρηση των γενικών γνώσεων του γιατρού, δηλαδή στοιχείων όπως η κράση, οι εσωτερικές δυνάμεις του οργανισμού, η υποδομή του γιατρού, ιδιαίτερα αναλύονται τα είδη του σφυγμού, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την εποχή του έτους, τη λήψη τροφής και ποτών, την επίδραση των συγκινήσεων. Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στη συμβολή ποικίλων χαρακτηριστικών των ούρων στη διαγνωστική. Ο Ακτουάριος δίνει έμφαση στο βιβλίο του αυτό στη διαγνωστική των παθήσεων του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και των ψυχικών παθήσεων, όπως η μελαγχολία και άλλες καταστάσεις, όπως η σπάνια πάθηση λυκανθρωπία, οι εφιάλτες και άλλα σπάνια σύνδρομα. Ακολουθεί η διάγνωση των παθήσεων του θώρακα και των πνευμόνων, των παθήσεων του στομάχου με έμφαση στους εμέτους και την αιματέμεση, των παθήσεων του εντέρου και του ορθού, των παρασιτώσεων. Ο Ακτουάριος αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στη διαγνωστική των παθήσεων του γεννητικού συστήματος. Ασχολείται ιδιαίτερα με τη γονόρροια, τον πριαπισμό, την πάρεση του γεννητικού μορίου. Ακόμα αναφέρεται στις παθήσεις των νεφρών και τους κωλικούς, καθώς και στις παθήσεις της μήτρας. Στο δεύτερο βιβλίο επανέρχεται στα ζητήματα των πυρετών, ενώ αναπτύσσει τα σχετικά με τα λοιμώδη και επιδημικά νοσήματα, τη χοιράδωση (φυματιώδης αδενίτιδα), τις παρασιτώσεις, τον καρκίνο και τον «σκίρρο».